Στα Κύθηρα όπου καλοκαιριάζουμε, η σκέψη του Θεοτοκά μοιάζει με τα πρωινά τ’ Αυγούστου. Καθαρό αεράκι σε μια διαυγή ατμόσφαιρα που ξεμακραίνει το βλέμμα. Η νέα έκδοση «Συνομιλίες με τον Φαβρίκιο: Η αντοχή της σκέψης και του Λόγου του Γ. Θεοτοκά» (εκδόσεις Ασίνη) έρχεται να θυμίσει την πνευματική παρακαταθήκη του ανθρώπου που προσπάθησε να βρει συντονισμένο ρυθμό – και σκοπό – στην περπατησιά της γενιάς του.
Αφορμή της υπήρξε το συνέδριο που οργανώθηκε το 2016 στο Βουλευτικό του Ναυπλίου από τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Αργολίδας· μια σύναξη ανθρώπων του λόγου που θέλησαν να επανεξετάσουν το έργο του με το βλέμμα στο παρόν. Ο τίτλος, δάνειο από τον Σεφέρη, φανερώνει κάτι περισσότερο από μια λογοτεχνική αναφορά: ο Θεοτοκάς στέκεται ως ο «Φαβρίκιος» (ο νεαρός ιδεαλιστής ήρωας από το «Μοναστήρι της Πάρμας» του Σταντάλ), που συνομιλεί με την Ιστορία, με τους συγχρόνους του, και τώρα με εμάς.
Με τη φροντίδα της Αγγέλας Καστρινάκη και του Ευάνθη Χατζηβασιλείου, το συλλογικό έργο συγκεντρώνει κείμενα που συμπυκνώνουν την πρόταση του στοχαστή σε πλήθος θεμάτων – από την πολιτική ιδεολογία και τη θέση του νέου Ελληνισμού στην Ευρώπη, στα μη «πολιτικά» του έργα για την πεζογραφία, την ποίηση και το θέατρο, αλλά και σελίδες που θέτουν εκ νέου ερωτήματα: πώς η σκέψη του συγγραφέα μπορεί να γίνει εργαλείο αυτογνωσίας σε μια κοινωνία που αναζητά τον προσανατολισμό της.
Στο δίπολο «Φιλελευθερισμός ή Ελληνικότητα», ο Δημήτρης Τζιόβας δείχνει πειστικά ότι για τον Θεοτοκά δεν πρόκειται για ανταγωνιστικές έννοιες που τίθενται στο ζύγι. Αντίθετα, η σκέψη του κατορθώνει να κινηθεί και στις δύο κατευθύνσεις, σαν να πρόκειται για συγκοινωνούντα δοχεία. Ο Θεοτοκάς μπορεί να υπερασπίζεται τον ανοιχτό ορίζοντα του φιλελευθερισμού και ταυτόχρονα να επιμένει σε μιαν ελληνικότητα που δεν είναι εθνοκεντρική αυτάρκεια, αλλά τρόπος συμμετοχής στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.
Η συμβολή του έγκειται ακριβώς σε αυτή τη διπλή ενέργεια: να αναγνωρίζει την αξία της ελευθερίας ως καθολικού αιτήματος και συγχρόνως να δίνει μορφή σε μια εθνική ταυτότητα που δεν περιορίζεται σε στείρα αναβίωση του παρελθόντος. Μια ταυτότητα που αναζητά τη θέση της μέσα στην Ευρώπη, χωρίς να χάνει την εσωτερική της φωνή. Έτσι, ο Θεοτοκάς μας παραδίδεται όχι ως θεωρητικός μιας ιδεολογίας, αλλά ως διανοούμενος που παλεύει με τις αντιφάσεις της εποχής του – αντιφάσεις που, αν το σκεφτούμε, είναι και οι δικές μας.
Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου δείχνει με ενάργεια ότι ο ευρωπαϊσμός του Θεοτοκά, όχι μόνο δεν κάμφθηκε στις μαύρες ημέρες της Κατοχής, αλλά αντιθέτως ενισχύθηκε ως βαθύτερη πεποίθηση. Κι εδώ θυμόμαστε τη μεγάλη ευρωπαϊκή συζήτηση την πιο σκοτεινή ώρα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου: οι μεγάλοι φεντεραλιστές, από τον Σπινέλλι και το Μανιφέστο του Βεντοτένε έως τον Καμύ, διακήρυξαν ότι η μόνη άμυνα απέναντι σε κάθε ολοκληρωτισμό – ναζιστικό ή κομμουνιστικό – ήταν η ενότητα της Ευρώπης σε μια ομοσπονδία ελεύθερων λαών. Ο ευρωπαϊσμός, λοιπόν, την ώρα του πολέμου – εδώ και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης – δεν υπήρξε αφηρημένη ιδέα αλλά πράξη αντίστασης· μια προσπάθεια να οικοδομηθεί ένας κόσμος πέρα από τα έθνη-κράτη, ικανός να αποκρούσει κάθε μορφή δεσποτείας.
Αυτή η προοπτική, που μοιράστηκαν ο Θεοτοκάς, ο Καμύ, ο Σπινέλλι είναι το σπέρμα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Είναι όμως και οδηγός στις προκλήσεις των καιρών μας: απέναντι στη διαφαινόμενη απειλή καθεστώτων που επιχειρούν να ανασυστήσουν τη λογική της πολεμικής ισχύος και της αυτοκρατορίας, η ευρωπαϊκή ενότητα δεν είναι πολυτέλεια ούτε απλή θεσμική πρόταση. Είναι όρος ελευθερίας. Είναι η μόνη γλώσσα με την οποία μπορεί ακόμη να μιλήσει ο κόσμος μας αν θέλει να παραμείνει ελεύθερος. Να το καταλάβουμε: ο λόγος του Θεοτοκά για το ουσιαστικό προχώρημα της Ευρώπης είναι το αληθινό διακύβευμα των καιρών μας.
Μία ένσταση μόνο μπορεί να λεχθεί ως προς το «αντιδεξιό σύνδρομο», τον αντι-καραμανλισμό του Θεοτοκά που επισημαίνει ο Ε. Χατζηβασιλείου. Με την απόσταση του χρόνου είναι εύκολο να κρίνουμε τη στάση του απέναντι στον ευρωπαϊστή Καραμανλή. Όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε τον δρώντα πολιτικό χρόνο, το να ζεις έναν πολιτικό από το ξεκίνημά του, με όλες τις αμφισημίες και τις ρευστότητες της πρώτης του διαδρομής. Το κριτήριο, νομίζω, δεν είναι ιδεολογικό. Ας μου επιτραπεί ο αναχρονισμός: φανταστείτε σήμερα τον Θεοτοκά να ακούει τον Αλέξη Τσίπρα να μιλά για το όραμά του στην Ευρώπη, να τείνει χείρα φιλίας σε όσους μέχρι χθες κατακεραύνωνε και να στηρίζεται από τα μέσα του «δημοκρατικού κέντρου». Ο Θεοτοκάς θα χαμογελούσε: πίσω από το ευρωπαϊκό κοστούμι, παραμένει ο κάλπης.
Σε σελίδες του βιβλίου φαίνεται ότι η στροφή του Γ. Θεοτοκά προς την ορθόδοξη πνευματικότητα οφείλεται στα χρόνια της ωριμότητας (ή και στην απώλεια της γυναίκας του)· μιαν αντίφαση, θα έλεγε κανείς, προς τον φιλελευθερισμό του. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για αντίφαση, αλλά για τη βαθύτερη συνομιλία του με την ελληνικότητα. Μια ελληνικότητα που δεν αντιστρατεύεται τον ευρωπαϊσμό του, αλλά τον συμπληρώνει· που δεν αναιρεί την ανοιχτότητά του, αλλά τη θεμελιώνει σε πνευματικό υπόβαθρο. Ο Θεοτοκάς είδε την ελευθερία μέσα στην παράδοση, την Ευρώπη σε συνομιλία με τον Ορθόδοξο κόσμο.
Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Θεοτοκάς με τον κρυστάλλινο λόγο του, μας ζητά να σταθούμε απέναντι στο μέλλον χωρίς να απεμπολήσουμε το παρελθόν. Και σε τούτη τη συνομιλία – από τα Κύθηρα ως το Ναύπλιο και από εκεί σε κάθε εσχατιά της ηπείρου, όπου πνέει η ευρωπαϊκή παιδεία, ξαναβρίσκουμε το μέτρο που έκανε τη φωνή του ολοζώντανη, χθες και σήμερα.
«Συνομιλίες με τον Φαβρίκιο: Η αντοχή της σκέψης και του λόγου του Γιώργου Θεοτοκά» με κείμενα των: Ν. Αλιβιζάτου, Ε. Χατζηβασιλείου, Δ. Τζιόβα, Α. Καστρινάκη, Γ. Δημητρακάκη, Β. Τσιλιμίγκρα, Κ. Πετράκου, Β. Γεωργοπούλου, Κ. Μουστακάτου, Σ. Πανταζή, εκδ. Ασίνη, Αθήνα 2025.