Αγκουστίνα Μπαστερρίκα, Οι ανάξιες, μτφρ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου, εκδ. Πατάκη, σελ.192
Η Αγκουστίνα Μπαστερρίκα, στο νέο της μυθιστόρημά της διαμορφώνει έναν κλειστό κόσμο γυναικών που επιβιώνουν σε μια μετα-αποκαλυπτική πραγματικότητα, υπό την εξουσία μιας αόρατης αλλά απόλυτης ιεραρχίας. Πρόκειται για ένα έργο που εξερευνά τη βία της πίστης, τη διαστρέβλωση της αλληλεγγύης και τη γυναικεία εμπειρία ως πεδίο ελέγχου και αντίστασης. Η Μπαστερρίκα συνθέτει ένα αφήγημα σκοτεινό, επικεντρωμένο στη σχέση ανάμεσα στο σώμα και στην εξουσία.
Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια κοινότητα που θυμίζει θρησκευτική σέκτα ή απομονωμένο μοναστικό τάγμα. Οι γυναίκες κατοικούν σε ένα ίδρυμα, έναν χώρο περιχαρακωμένο, όπου η καθημερινότητα ρυθμίζεται από αυστηρούς κανόνες. Η Ανωτάτη Μητέρα, μορφή σχεδόν θεοκρατική, επιβάλλει σιωπή, νηστεία, υποταγή. Το εξωτερικό περιβάλλον παραμένει ασαφές, κατεστραμμένο, επικίνδυνο. Ο κόσμος έξω φαντάζει μολυσμένος, αφιλόξενος, ίσως χαμένος για πάντα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ζωή οργανώνεται γύρω από την πειθαρχία και τον φόβο.
Η αφηγήτρια παραμένει ανώνυμη. Η φωνή της, ψιθυριστή και ταυτόχρονα διαπεραστική, καταγράφει την καθημερινότητα της κοινότητας με τρόπο σχεδόν κλινικό. Η επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης ενισχύει την αίσθηση εγκλωβισμού παρασύροντας τον αναγνώστη σε έναν εσωτερικό μονόλογο που συνδυάζει εξομολόγηση και καταγγελία. Η γραφή αποκτά χαρακτήρα μυστικής μαρτυρίας, σαν κείμενο κρυμμένο σε τοίχο ή θαμμένο στο έδαφος για μελλοντικούς επιζώντες.
Η συγγραφέας οικοδομεί έναν κόσμο όπου η πίστη μετατρέπεται σε εργαλείο ελέγχου. Η Ανωτάτη Μητέρα παρουσιάζεται ως φορέας μιας απόλυτης αλήθειας. Οι γυναίκες εκπαιδεύονται να αποδέχονται τον πόνο ως λύτρωση. Η τιμωρία λαμβάνει μορφή εξαγνισμού. Το σώμα αντιμετωπίζεται ως εστία αμαρτίας, ως πηγή απειλής. Μέσα από τελετουργίες, νηστείες, σωματικές κακουχίες, η κοινότητα επιδιώκει να εξαλείψει κάθε ίχνος επιθυμίας. Η σεξουαλικότητα αποσιωπάται ή δαιμονοποιείται. Η αλληλεγγύη ανάμεσα στις γυναίκες υπονομεύεται από την καχυποψία. Η επιβίωση απαιτεί συμμόρφωση.
Η συγγραφέας εξερευνά με οξύτητα τη σχέση ανάμεσα στη γυναικεία ταυτότητα και στη βία της πατριαρχικής θεολογίας. Παρότι οι άνδρες απουσιάζουν σχεδόν πλήρως από το σκηνικό, η λογική της εξουσίας παραμένει βαθιά πατριαρχική. Η Ανωτάτη Μητέρα λειτουργεί ως ενσάρκωση ενός συστήματος που αναπαράγει τον έλεγχο πάνω στο γυναικείο σώμα. Η εσωτερίκευση της καταπίεσης αναδεικνύεται ως το πιο αποτελεσματικό εργαλείο εξουσίας. Οι ίδιες οι γυναίκες επιτηρούν η μία την άλλη, διατηρώντας τον μηχανισμό ζωντανό.
Η ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος χαρακτηρίζεται από διαρκή ένταση. Ο χώρος περιγράφεται ως υγρός, ψυχρός, γεμάτος σκιές. Η τροφή σπανίζει. Οι ασθένειες παραμονεύουν. Η γλώσσα αποφεύγει τον περιττό στολισμό. Η λιτότητα ενισχύει την αγωνία. Η αναγνωστική εμπειρία θυμίζει πορεία μέσα σε κλειστό διάδρομο, όπου ο αέρας αραιώνει.
Στο κέντρο της αφήγησης αναπτύσσεται η μυστική σχέση της αφηγήτριας με μια άλλη γυναίκα της κοινότητας. Η φιλία, σχεδόν ερωτική σε ορισμένες στιγμές, αποκτά χαρακτήρα αντίστασης. Η τρυφερότητα λειτουργεί ως υπόγεια επανάσταση. Η ανταλλαγή βλέμματος, η αφή, η κοινή ανάμνηση ενός διαφορετικού παρελθόντος, προσφέρουν ρήγμα στο καθεστώς της σιωπής. Η Μπαστερρίκα αποτυπώνει τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην επιθυμία και στον φόβο. Η αγάπη, ακόμη και στη πιο σιωπηλή της μορφή, φέρει δυναμική ανατροπής.
Το μυθιστόρημα συνομιλεί με τη δυστοπική παράδοση, παραπέμποντας σε έργα όπου η γυναικεία κοινότητα λειτουργεί ως μικρογραφία αυταρχικού κράτους. Η συγγραφέας επιλέγει να περιορίσει τον ορίζοντα, εστιάζοντας στο εσωτερικό του ιδρύματος. Η εξωτερική καταστροφή παραμένει υπαινικτική. Αυτή η επιλογή εντείνει την αίσθηση ασφυξίας. Η απειλή προέρχεται τόσο από τον έξω κόσμο όσο και από τον εσωτερικό μηχανισμό εξουσίας.
Η έννοια της «ανάξιας», όπως υποδηλώνει ο τίτλος, αποκτά πολυεπίπεδη σημασία. Οι γυναίκες χαρακτηρίζονται ως ανάξιες σωτηρίας, ανάξιες αγάπης, ανάξιες ελευθερίας. Ο χαρακτηρισμός λειτουργεί ως εργαλείο πειθάρχησης. Η εσωτερική αποδοχή της αναξιότητας οδηγεί σε παραίτηση. Η Bazterrica διερευνά την ψυχολογία αυτής της παραίτησης με ακρίβεια σχεδόν χειρουργική. Η αφήγηση αποκαλύπτει τη σταδιακή διάβρωση της αυτοεκτίμησης, την αποσύνδεση από το παρελθόν, την απώλεια της αίσθησης του εαυτού.
Η γλώσσα του σώματος κατέχει κεντρική θέση. Η πείνα, η αρρώστια, η κόπωση, η έλλειψη ύπνου, όλα περιγράφονται με λεπτομέρεια. Το σώμα γίνεται πεδίο μάχης. Η σιωπή επιβάλλεται όχι μόνο ως πνευματική άσκηση αλλά και ως φυσική καταστολή. Η συγγραφέας υπογραμμίζει ότι κάθε ιδεολογία που επιδιώκει ολοκληρωτικό έλεγχο ξεκινά από τη ρύθμιση του σώματος.
Η αφηγήτρια διατηρεί μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην υπακοή και στην εσωτερική αμφισβήτηση. Οι σκέψεις της κινούνται υπόγεια, σαν ρεύμα που αναζητεί διέξοδο. Η μνήμη λειτουργεί ως πηγή αντίστασης. Οι αναμνήσεις από τον παλιό κόσμο, από οικογένεια, από ελευθερία, διατηρούν ζωντανή τη δυνατότητα άλλης ζωής. Η Μπαστερρίκα αναδεικνύει τη σημασία της μνήμης ως τελευταίου καταφυγίου αξιοπρέπειας.
Το τέλος του μυθιστορήματος κινείται σε περιοχή αμφίσημη. Η πιθανότητα απόδρασης ή εξέγερσης παραμένει ανοιχτή, μα το κόστος φαντάζει τεράστιο. Η συγγραφέας αποφεύγει εύκολες λύσεις. Η λύτρωση εμφανίζεται ως διαδικασία οδυνηρή, γεμάτη απώλειες. Αυτή η επιλογή προσδίδει στο έργο βάθος και σοβαρότητα. Η συγγραφέας αναδεικνύει τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πίστη και στη χειραγώγηση, ανάμεσα στην κοινότητα και στην καταπίεση.
Η δυστοπία που περιγράφει το βιβλίο φέρει στοιχεία αναγνωρίσιμα από σύγχρονες κοινωνίες: φανατισμός, έλεγχος της πληροφορίας, πειθαρχία μέσω φόβου καταγράφοντας την ευκολία με την οποία η ελπίδα μετατρέπεται σε όπλο εξουσίας. Παρά τη ζοφερή ατμόσφαιρα, το μυθιστόρημα εμπεριέχει σπέρμα ελπίδας. Η ίδια η πράξη της αφήγησης συνιστά αντίσταση. Η φωνή της αφηγήτριας διασχίζει τα τείχη της κοινότητας. Το μυθιστόρημα αφήνει αίσθηση ασφυκτική αλλά και διαυγή. Η ανάγνωση μετατρέπεται σε εμπειρία ενδοσκόπησης και εγρήγορσης.
*Ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας
