Στην Γόρτυνα της Κρήτης, κάποιος κάποτε κυνηγούσε μια νύμφη. Εκείνη, για να του ξεφύγει, έτρεχε μέσα στην βλάστηση. Κάποια στιγμή, βρέθηκε παγιδευμένη σε ένα ακρωτήρι, με τον διώκτη της να βρίσκεται κοντά. Πήδηξε από τον ψηλό βράχο στη θάλασσα, αλλά σώθηκε πέφτοντας στα δίχτυα ψαράδων, οι οποίοι γι’ αυτό τον λόγο, την ονόμασαν Δίκτυννα.
Ένας από τους ψαράδες, ο Ανδρομήδης, προσφέρθηκε να την μεταφέρει μακριά από το νησί. Έτσι, από την Κρήτη, η Δίκτυννα πήγε μαζί του στην Αίγινα. Όταν έφτασαν στο νησί και ο Ανδρομήδης θέλησε επίσης να την κάνει δική του, εκείνη άρχισε πάλι να τρέχει μέσα στα δάση.
Ο Ανδρομήδης την κυνήγησε, αλλά δεν την βρήκε πουθενά. Το μόνο που αντίκρισε αντί για την ίδια, ήταν το άγαλμά της. Η Δίκτυννα είχε γίνει άφαντη. Γι’ αυτό, της δόθηκε και πάλι ένα νέο όνομα: Αφαία.
Η μυθολογία, λοιπόν, λέει, ότι στο σημείο όπου ο Ανδρομήδης βρήκε το άγαλμά της, στην κορυφή ενός λόφου της Βορειοανατολικής Αίγινας, ξεκίνησε η λατρεία της ως θεά. Από την προϊστορική εποχή, άρχισε να χτίζεται εκεί ένα ιερό προς τιμήν της. Ένα ιερό, το οποίο μας χάρισε το 500-490 π.Χ., τον περίφημο ναό της Αφαίας.
Ακόμα και σήμερα, από τα ερείπιά του και μόνο μπορούμε να καταλάβουμε ότι όταν περπατούσαν οι αρχαίοι γύρω του θα ήταν σίγουρα επιβλητικός. Τότε, για να μπουν η πιστοί στο ιερό, εισέρχονταν μέσα στον λίθινο περίβολό του από ένα θαυμαστό πρόπυλο.
Ο ναός σίγουρα θα ξεχώριζε από τα υπόλοιπα κτίσματα. Από μακριά θα έβλεπε κανείς τους δωρικούς κίονες από τοπικό πωρόλιθο, οι οποίοι είχαν επίχρισμα από μαρμαροκονίαμα (ένα μείγμα από ασβέστη, μαρμαρόσκονη και νερό). Με αυτόν τον τρόπο, έδιναν την εντύπωση ότι ήταν μαρμάρινοι.
Ο ναός, δεν ήταν λευκός όπως σήμερα. Η ανωδομή του, ήταν πλούσια σε χρώματα, όπως σκούρο γαλάζιο και έντονο κόκκινο. Στο εσωτερικό των αετωμάτων, ανατολικά και δυτικά, είχαν τοποθετηθεί γλυπτά από παριανό μάρμαρο. Επίσης χρωματισμένα και περίτεχνα, τα σύνολά τους αναπαριστούσαν σκηνές από τις μυθικές εκστρατείες στην Τροία, όπου ξεχώρισαν και διέπρεψαν Αιγινήτες ήρωες. Στην στέγη του ναού, δέσποζαν μαρμάρινα ανθεμωτά ακρωτήρια. Στις τέσσερεις άκρες της, κάθονταν στητές τέσσερεις σφίγγες.
Η αίγλη του ναού, βέβαια, δεν διατηρήθηκε για πολύ. Όταν τον 5ο αιώνα π.Χ., η Αθήνα εδραίωσε την δύναμή της στο Αιγαίο, η Αίγινα όντας κοντά της επηρεάστηκε αρκετά. Το ιερό της Αφαίας άρχισε να χάνει την σημασία του. Τον 4ο αιώνα π.Χ., έγιναν κάποιες γενικές επισκευές, αλλά δεν ήταν ίσως αρκετές για να το «σώσουν». Μέχρι τον 2ο αιώνα π.Χ., το ιερό είχε εγκαταλειφθεί.
Παρόλα αυτά, τα μνημεία του έστεκαν στην κορυφή του λόφου. Ορατά από μακριά, εξέπνεαν για πολύ καιρό ακόμα την αρχαία τους μεγαλοπρέπεια, ακόμα και εγκαταλελειμμένα.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, άρχισαν πρώιμες έρευνες στο σημείο, κατά τις οποίες ανασύρθηκαν κάποια από τα γλυπτά των αετωμάτων του ναού. Τα γλυπτά αυτά, αποσπάστηκαν από την αρχική τους θέση και μεταφέρθηκαν αλλού. Αφού έκαναν ένα ταξίδι στην Μεσόγειο, περνώντας από την Ζάκυνθο, τη Μάλτα και την Ιταλία, κατέληξαν στην Γλυπτοθήκη του Μονάχου, όπου και βρίσκονται μέχρι σήμερα.
Μετά τις συστηματικές ανασκαφές τον 20ο αιώνα και μετά τις σύγχρονες έρευνες, ο ναός της Αφαίας έχει θεωρηθεί ως κορυφαίο παράδειγμα αρχαϊκής αρχιτεκτονικής. Μάλιστα, ίσως αποτέλεσε μέχρι και πρότυπο για άλλους σπουδαίους ναούς, με πρώτο και καλύτερο τον Παρθενώνα.
Βιβλιογραφία:
