Η νησιώτισσα Αθηνά
Γέφυρες στο χρόνο

Η νησιώτισσα Αθηνά

Στο νοτιοανατολικό άκρο του Αιγαίου, βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα νησιά της Ελλάδας. Χιλιάδες χρόνια πριν, κατά την Νεολιθική Εποχή (7.000 - 3.000 π.Χ.), κατοικούσαν στο νησί προελληνικοί πληθυσμοί, οι οποίοι ξεκίνησαν μια λατρεία που διατηρήθηκε για αιώνες.

Στο νησί της Ρόδου, λέγεται ότι αυτοί οι προελληνικοί κάτοικοι λάτρευαν μια θεά. Την θεά της Φύσης και της γονιμότητας. Αυτή η θεά, ήταν η Λινδία. Τα νεολιθικά και μυκηναϊκά ευρήματα, δεν έχουν αποδείξει μέχρι στιγμής μεστά αυτήν την λατρεία. Η πόλη, όμως, που κατοικείται από εκείνη την εποχή, ονομάζεται μέχρι σήμερα «Λίνδος».

Σύμφωνα με τον μύθο, ένας ήρωας από το Άργος, ο Δαναός, έγινε ο βασιλιάς της Λιβύης ή της Αιγύπτου. Ο Δαναός, ακούραστος, απέκτησε 50 κόρες. Ούτε έναν γιο. Επειδή η εξουσία τότε περνούσε μόνο από πατέρα σε γιο και οι πριγκίπισσες, άρα οι επιλογές γάμων με άλλους άρχοντες, ήταν πολλές, ο Δαναός φοβόταν για την τύχη του βασιλείου του, του ίδιου, αλλά και των κορών του.

Έτσι, αποφάσισε να φύγει. Αυτός και οι 50 κόρες του, μπήκαν σε ένα μεγάλο καράβι και έπλευσαν στην Μεσόγειο. Κατέληξαν στην αρχαία πόλη στην νοτιοανατολική πλευρά της Ρόδου. Οι κόρες του Δαναού, ανέβηκαν τον ψηλό κεντρικό βράχο και λέγεται ότι αυτές ήταν που έχτισαν τον ναό προς τιμήν της θεάς Αθηνάς στην κορυφή του. 

Η λατρεία της θεάς της Σοφίας και των Τεχνών, μάλλον ξεκίνησε τον 9ο αιώνα π.Χ., την Γεωμετρική Εποχή. Τότε, ίσως, ταυτίστηκε η Αθηνά με την θεά των προηγούμενων κατοίκων, την Λινδία. Έτσι, ο ναός ήταν αφιερωμένος στην λατρεία της Αθηνάς Λινδίας. Με λίγα λόγια, δύο σε ένα.

Από την Νεολιθική Εποχή, ο βράχος της ακρόπολης ήταν πολυσύχναστος. Το κέντρο του αρχαίου οικισμού και της πόλης αργότερα. Κατά την αρχαϊκή περίοδο, τον 6ο αιώνα π.Χ., αφού η θεά λατρευόταν τόσο καιρό, χτίστηκε και ο ναός ως κέντρο της λατρείας της. Φαίνεται ότι στην αρχή, τον οικοδόμησαν χρησιμοποιώντας ξύλο. Ακόμα και η σκάλα που οδηγούσε σε αυτόν, ήταν από το ίδιο υλικό. Το ξύλο, όμως, κινδυνεύει από πολλά. Κυρίως, από την φωτιά.

Ο πρώτος ναός καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς από πυρκαγιά το 342 π.Χ. Μετά από αυτήν την καταστροφή, χτίστηκε νέος λίθινος ναός, ο οποίος άντεξε αυτή τη φορά, παραπάνω απ’ όσο θα περίμεναν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής. 

Το ιερό της Αθηνάς στην ακρόπολη της Λίνδου ήταν γνωστό και φημισμένο από την πρώτη κιόλας φάση του, όταν η πόλη άκμαζε. Ακόμα και μετά την εξάπλωση της Περσικής αυτοκρατορίας και δύναμης στην Ανατολή και την Μικρά Ασία, το ιερό δεν έχασε την αίγλη του.

Ήταν ένας αμφιπρόστυλος τετράστυλος ναός, δηλαδή με τέσσερεις κίονες και στις δύο πλευρές του (μπροστινή και πίσω πλευρά). Όταν κτίστηκε εκ νέου, η πρόχειρη ξύλινη σκάλα πρόσβασης, αντικαταστάθηκε από μία μνημειώδη λίθινη κλίμακα και εντυπωσιακά προπύλαια. Δηλαδή, μία αξιοπρεπή είσοδο πριν να φτάσουν οι πιστοί στον ναό.

Στο πρώτο δωμάτιο του ναού, τον λεγόμενο πρόναο, υπήρχε μία τράπεζα προσφορών. Ήταν ο χώρος, δηλαδή, που οι πιστοί αφιέρωναν διάφορα «δώρα» στην θεά Αθηνά, με στόχο την εύνοια ή την βοήθειά της στα προσωπικά τους θέματα. 

Στο επόμενο δωμάτιο, τον λεγόμενο σηκό, βρισκόταν το άγαλμα της θεάς Αθηνάς, όπως πάντα με περικεφαλαία και αιγίδα στο στήθος (η αιγίδα ήταν το δέρμα κατσίκας, συγκεκριμένα της Αμάλθειας η οποία έθρεψε τον Δία και συνήθως το φορούσε και απεικονιζόταν με αυτό η Αθηνά).  

Υπήρχε και ένα τρίτο δωμάτιο, στο πίσω μέρος του ναού, ο οπισθόδομος. Ο οπισθόδομος του ναού αυτού, δεν συνδεόταν με τον σηκό. Οι πιστοί δεν επιτρεπόταν να εισέρχονται σε αυτόν. Πρόσβαση είχαν, πιθανότατα, μόνο οι ιερείς και οι υπεύθυνοι του ναού, καθώς εκεί πίσω βρίσκονταν μαζεμένα και φυλάσσονταν τα χρήματα, τα ιερά σκεύη και οι προσφορές, τα αναθήματα των πιστών. 

Μέσα στους επόμενους αιώνες, το ιερό της Αθηνάς Λινδίας παρέμεινε ένα από τα σημαντικότερα του ελλαδικού χώρου, με πιστούς να το επισκέπτονται από κάθε γωνιά της χώρας. Κατά την Ελληνιστική περίοδο, αλλά και στα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έφταναν εκεί άνθρωποι απ’ όλο και πιο μακρινούς και διαφορετικούς τόπους, τιμώντας την γλαυκομάτα θεά του Ολύμπου. Τότε, μάλιστα, ένας ιερέας, ο Αγλώχαρτος, φύτεψε στον χώρο της ακρόπολης πολλές ελιές, το ιερό δέντρο και σύμβολο της θεάς. 

Τους επόμενους αιώνες, η ακρόπολη υπέστη πολλές αλλαγές. Επιθέσεις, μάχες, πειρατές, ιππότες, ήταν μερικοί από τους κύριους λόγους για τους οποίους μετατράπηκε σε καταφύγιο. Ένα καλά προστατευμένο οχηρό, το οποίο κατέληξε κάποια στιγμή να φρουρείται μονίμως. 

Τείχη και κτίρια χτίζονταν και καταστρέφονταν, με τον ναό να βρίσκεται, εγκαταλελειμμένος από πιστούς πλέον, ανάμεσα σε νέους ιδιοκτήτες, κατακτητές και τελικά ελεύθερο, αλλά ξεχασμένο. 

Οι πρώτες έρευνες και ανασκαφές στα ερείπια που φαίνονταν ψηλά στον βράχο της Λίνδου, έγιναν από Δανούς την περίοδο 1900-1914. Ολόκληρος ο φυσικός βράχος ελέγχθηκε δεόντως και ήρθαν στο φως όλα τα κάποτε λαμπρά μνημεία της ακρόπολης.

Σήμερα, τα ερείπια στέκουν αναστηλωμένα στην κορυφή του βράχου, ατενίζοντας ακόμα την θάλασσα, από την οποία έρχονται πλέον να το θαυμάσουν όχι πιστοί, αλλά φίλοι της ελληνικής ιστορίας και αρχαιολογίας απ’ όλο τον κόσμο…

 

Βιβλιογραφία:

Υπυργείο Πολιτισμού

Υπουργείο Πολιτισμού - Αναστήλωση

Εφορεία Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου

archaiologia.gr