Τους δείκτες που θα καθορίσουν την εξέλιξη της δεύτερης εβδομάδας του πολέμου στο Ιράν -η στάση των αραβικών μοναρχιών, σήματα Τραμπ περί ενδεχόμενης σταδιακής απεμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών και τα πρώτα δείγματα γραφής της νέας ηγεσίας- καταγράφει ο στρατηγικός αναλυτής Στάθης Κυριακίδης σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη. Τα ανοιχτά σενάρια, η «εξίσωση» των Στενών του Ορμούζ, η αμηχανία της Τουρκίας, και η παρούσα κρίση ως στρατηγική ευκαιρία για την Ελλάδα και την εδραίωση μόνιμης παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο Στάθης Κυριακίδης, υποναύαρχος ε.α., στρατηγικός αναλυτής και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International, διακρίνει ενδείξεις σταδιακής απεμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών από τις άμεσες προσβολές σε ιρανικό έδαφος -όχι αποχώρηση από την περιοχή- και συνέχιση της εκστρατείας από το Ισραήλ. Διαφαίνεται παράλληλα σοβαρή απομείωση του ιρανικού βληματικού δυναμικού, ενώ η αξιοσημείωτη αυτοσυγκράτηση εκ μέρους των μοναρχιών του Κόλπου ήταν και παραμένει καταλυτική.
Διατήρηση του καθεστώτος υπό την προϋπόθεση μεταρρυθμίσεων και απόλυτου ελέγχου του πυρηνικού προγράμματος θα μπορούσε να είναι μία μεταβατική κατάσταση με την οποία το Ισραήλ θα συμβιβαζόταν προσωρινά, κατά την εκτίμηση του κ. Κυριακίδη. Αυτό, ωστόσο, σαφώς δεν θα σήμαινε εγκατάλειψη του μακροχρόνιου στρατηγικού στόχου του Ισραήλ για οριστική αλλαγή του καθεστώτος, επισημαίνει ο ίδιος για να υπογραμμίσει ότι, σε αντίθεση με τη σαφή ισραηλινή στόχευση, δεν είναι ξεκάθαρος ούτε ο αντικειμενικός στόχος ούτε η στρατηγική εξόδου των Ηνωμένων Πολιτειών από τον πόλεμο.
Η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ παραμένει κρίσιμη μεταβλητή. Η Τουρκία τηρεί στάση αναμονής επιδιώκοντας αναβαθμισμένο ρόλο στην επόμενη ημέρα του Ιράν που δεν γνωρίζει και την φοβίζει, εξ ου και προσαρμόζει τη συμπεριφορά της αναλόγως, με φόντο και τις πρόσφατες αναχαιτίσεις πυραύλων από τις ΝΑΤΟϊκές δομές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει και σε αυτή την κρίση απούσα· μεμονωμένα κράτη-μέλη προσπαθούν να τοποθετηθούν στην επόμενη ημέρα στην Ανατολική Μεσόγειο, και για την Ελλάδα η κρίση αυτή έχει ανοίξει το δρόμο για να καταστεί μόνιμη η παρουσία της με αεροναυτικές μονάδες στην Κάρπαθο αλλά και την Κύπρο, σύμφωνα με τον κ. Κυριακίδη - αρκεί, όπως λέει, να μην υπάρξουν πιέσεις που θα οδηγήσουν σε υπαναχώρηση.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης:
Κύριε Κυριακίδη, τι διακρίνετε μέσα στην ομίχλη του πολέμου ως προς το πού οδεύουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν; Ποιοι είναι οι δείκτες που κρίνουν άμεσα τις εξελίξεις;
Πρωτίστως, να επισημάνουμε ότι ελλείψει αξιόπιστων πληροφοριών στο πεδίο περιοριζόμαστε αναγκαστικά σε εικασίες και διατύπωση σεναρίων.
Βρισκόμαστε πλέον στη δεύτερη εβδομάδα των επιχειρήσεων και μπορούμε να κάνουμε τις εξής παρατηρήσεις: Καταρχάς, ο ρυθμός των επιχειρήσεων, και από τους δύο αντιμαχόμενους, έχουν διαφοροποιηθεί και θα έλεγα ότι έχουν μειωθεί. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ συνεχίζουν να βάλλουν συγκεκριμένους στρατηγικούς στόχους: εγκαταστάσεις, υποδομές στήριξης του καθεστώτος, αλλά και στρατιωτικές υποδομές, όπως βάσεις εκτόξευσης βλημάτων. Εκ μέρους του Ιράν έχει περιοριστεί ο αριθμός των επιθέσεων - μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη διασπορά, αλλά δεν υπάρχει η ίδια ένταση.
Το γεγονός αυτό μπορεί να οφείλεται σε δύο παράγοντες. Ο πρώτος -και κατά την εκτίμησή μου ο πιο πιθανός, μολονότι θα επαναλάβω ότι δεν διαθέτουμε πληροφορίες επί του εδάφους και, συνεπώς, δεν μπορούμε να είμαστε ξεκάθαροι στο τι συμβαίνει- είναι ότι έχει απομειωθεί το πυραυλικό δυναμικό σε τέτοιο βαθμό ώστε η όποια αναπλήρωσή του να γίνεται με πολύ μικρούς ρυθμούς. Η αναπλήρωση μπορεί να προέρχεται είτε από εγχώρια παραγωγή είτε από μυστικές προμήθειες από τρίτες χώρες, όπως η Κίνα ή η Ρωσία. Δεν είναι αυτό κάτι που μπορούμε να γνωρίζουμε. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο ρυθμός αναπλήρωσης είναι πολύ μικρός και κατ’ επέκταση μειώνονται τα αποθέματα.
Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι να έχει επιλεγεί μια στρατηγική επιμήκυνσης των επιχειρήσεων, προκειμένου να δημιουργήσουν παγκόσμια αναστάτωση και να φθείρουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ σε βάθος χρόνου. Θεωρώ όμως ότι αυτό το σενάριο είναι λιγότερο πιθανό, συνεπώς εμμένω στην αρχική τοποθέτηση της απομείωσης του βληματικού δυναμικού.
Κρίσιμος παράγοντας για τη δεύτερη εβδομάδα των επιχειρήσεων είναι η αντίδραση -ή η μη αντίδραση- των αραβικών μοναρχιών. Μέχρι στιγμής βλέπουμε μια εντυπωσιακή αυτοσυγκράτηση, ιδίως από την πλευρά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, τα οποία έχουν δεχθεί πάνω από 1.500 επιθέσεις με drones. Αντίστοιχη στρατηγική ψυχραιμία παρατηρείται και από το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία και το Μπαχρέιν. Η μη απάντηση των αραβικών μοναρχιών στο Ιράν αποτελεί ένα πάρα πολύ θετικό δείγμα και αυτή η στάση θα μπορούσε να μεταβληθεί μόνο εάν υπάρξει κάποιο πολύ εντυπωσιακό πλήγμα σε εμβληματικό στόχο που θα άλλαζε και την ψυχολογία στο εσωτερικό αυτών των κρατών.
Άρα, στην παρούσα κατάσταση το πρώτο στοιχείο στο οποίο επικεντρωνόμαστε με αγωνία είναι η στάση των αραβικών μοναρχιών. Το δεύτερο στοιχείο αφορά τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Παρότι τις λαμβάνουμε υπόψη στο μέτρο μπορούν να λαμβάνονται πολιτικά υπόψη δηλώσεις Τραμπ δεδομένου ότι είναι απόλυτα προβλέψιμα απρόβλεπτος, εκτιμώ ότι θα πρέπει να περιμένουμε τη σταδιακή απεμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών. Όχι αποχώρηση από την περιοχή, αλλά απεμπλοκή από τις άμεσες προσβολές σε ιρανικό έδαφος. Σε αυτή την περίπτωση θα μείνει το Ισραήλ να συνεχίσει τις επιχειρήσεις.
Υπάρχει βέβαια και ο παράγοντας της νέας ηγεσίας στο Ιράν. Το τρίτο στοιχείο που πρέπει να δούμε είναι το «δείγμα γραφής» του Μοτζταμπά Χαμενεΐ, εφόσον εξακολουθήσει να παραμένει στην ηγεσία και εφόσον αποδειχθεί ότι όντως βρίσκεται στην ηγεσία. Διότι μέχρι στιγμής δεν έχει δοθεί κάποιο επίσημο διάγγελμα, ενώ υπάρχει μία ανακοίνωση από το ίδιο το Ιράν ότι ο ανώτατος ηγέτης είναι τραυματίας πολέμου. Άρα, δεν αποκλείω το ενδεχόμενο είτε να μην είναι σε θέση να διοικήσει, είτε να ετοιμάζεται ήδη η επόμενη διάδοχη κατάσταση, που κατά την εκτίμησή μου θα πρέπει να είναι ο Χασάν Χομεΐνί, εγγονός του ιδρυτή της Ισλαμικής Δημοκρατίας Ρουχολάχ Χομεϊνί, ο οποίος είναι ο πλέον μεταρρυθμιστής και «φίλα προσκείμενος» προς τη Δύση. Συνοψίζοντας, για τη δεύτερη αυτή εβδομάδα των επιχειρήσεων αναμένουμε την αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών, τη στάση των αραβικών μοναρχιών και το «δείγμα γραφής» του Μοτζταμπά Χαμενεΐ.
Μια ισορροπία τρόμου με τις αραβικές μοναρχίες συνεπώς και η στάση τους θα εξαρτηθεί από την κλίμακα στην οποία θα μπορούσαν να προκληθούν στο εξής - πλήγματα που θα ξεφεύγουν από «συμβολικό» χαρακτήρα και δεν θα μπορέσουν πλέον να «απορροφήσουν». Τι συμβαίνει όμως παράλληλα με το μείζον ζήτημα των Στενών του Ορμούζ και την παγκόσμια οικονομία;
Οι αραβικές μοναρχίες θα αντιδράσουν μόνο εάν προκληθούν σοβαρά περαιτέρω. Είναι σαφές ότι δεν επιθυμούν κλιμάκωση. Τώρα, ως προς το παγκόσμιο πλαίσιο και την οικονομία, ήδη παρατηρήθηκε χθες αποκλιμάκωση στις τιμές του πετρελαίου, ακριβώς λόγω των δηλώσεων του Ντόναλντ Τραμπ ότι θέλει να «τελειώνει» με τον πόλεμο στο Ιράν. Να υπενθυμίσω εδώ ότι έχει ήδη πει ότι η «η Κούβα είναι στη γωνία», αφήνοντας να εννοηθεί ότι το επόμενο κεφάλαιο θα ανοίξει εκεί.
Ως προς τα Στενά του Ορμούζ, δεν έχουν κλείσει επισήμως με διακήρυξη από το Ιράν, ούτε έχει υπάρξει, με τα έως τώρα δεδομένα τουλάχιστον, επιβεβαιωμένα κάποια ενέργεια που να συνιστά πραγματικό κλείσιμο, όπως για παράδειγμα ναρκοθέτηση. Έχουν γίνει δύο προσβολές και αυτό που παρατηρούμε κυρίως είναι ο φόβος της παγκόσμιας ναυτιλίας να εισέλθει ή να εξέλθει από τον Περσικό Κόλπο.
Η διέλευση έχει σχεδόν παραλύσει, ο φόβος δεν υποχωρεί και τι έπεται; Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μιλήσει για «έλεγχο» των Στενών και συνοδεία δεξαμενόπλοιων από αμερικανικές δυνάμεις. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Το καθεστώς, εν τω μεταξύ, στο πλαίσιο του παράλληλου επικοινωνιακού «πολέμου» απαντά... «σας περιμένουμε» απευθυνόμενο και στον Μακρόν που προανήγγειλε αμυντική αποστολή συνοδείας εμπορικών πλοίων στα Στενά.
Το ότι η διέλευση έχει παραλύσει λόγω του φόβου και δεν έχει γίνει κάποια επίσημη δήλωση κλεισίματος των Στενών εκ μέρους του Ιράν είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείοτη δεδομένη στιγμή. Για τις απειλές που αναφέρετε, μην περιμένετε φυσικά κάποια ρητορική από πλευράς Ιράν που να υποδεικνύει υποχώρηση ή αποκλιμάκωση. Κάνοντας ένα παραλληλισμό με τη Βενεζουέλα, θυμίζω τη φρασεολογία της Ντέλσι Ροντρίγκες μετά την επιχείρηση κατά του Νικολάς Μαδούρο. Δεν θα ακούσετε ποτέ ρητορική υποχωρήσεως του αμυνόμενου.
Από εκεί και πέρα, προφανώς ο Ντόναλντ Τραμπ έχει στο μυαλό του την επιχείρηση «Ασπίδες» για τη συνοδεία πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα. Δηλαδή δημιουργείται κονβόι, ο τακτικός διοικητής τοποθετεί σε σειρά δεξαμενόπλοια και τα συνοδεύουν πλευρικά από μία έως δύο μονάδες, τόσες διαθέτουμε άλλωστε, παρέχοντας αυτό που ονομάζουμε στη ναυτική ορολογία εγγύς προστασία από βληματική επίθεση. Ωστόσο, εδώ δεν μιλάμε για την Ερυθρά Θάλασσα. Στα Στενά του Ορμούζ πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι χρειάζονται πολλές μονάδες και υφίσταται μεγάλος βαθμός επικινδυνότητας, διότι βρίσκονται δίπλα στα παράλια του Ιράν και αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ εύκολο να γίνονται πολλαπλές εκτοξεύσεις.
Πόσο ρεαλιστικό είναι κατ’ επέκταση να υπάρξει μια επιχείρηση για να ελεγχθεί ένα τόσο στενό θαλάσσιο πέρασμα δίπλα στο Ιράν;
Θα εξαρτηθεί από τις προθέσεις του Ιράν. Θεωρώ ότι σταδιακά θα υπάρξουν μονάδες του ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά εξ όσων έχω διαβάσει θα πρέπει να υπάρξει ειδική έγκριση για τη διεξαγωγή αυτού του είδους της επιχείρησης συνοδείας δεξαμενόπλοιων. Δεν μπορεί, δηλαδή, να γίνει κατ’ αντιστοιχία με τις «Ασπίδες» στην Ερυθρά Θάλασσα και ο βαθμός επικινδυνότητας είναι σε κάθε περίπτωση πολύ μεγάλος. Είναι πραγματικά τα παράλια του Ιράν εκεί και άρα πολύ εύκολα προσβάλλονται.
Να περάσουμε κύριε Κυριακίδη και στη δική μας περιοχή, την Ανατολική Μεσόγειο
Βεβαίως. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά επί μέρους κράτη-μέλη μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο, να αρχίζουν να αναπτύσσονται στην Ανατολική Μεσόγειο παίρνοντας θέσεις για την επόμενη ημέρα κατά την κρίση μου. Όχι δηλαδή για να μετέχουν σε επιχειρήσεις αλλά για προετοιμασία ώστε, όταν τελειώσει όλη αυτή η κατάσταση, να εξασφαλίσουν το μέγιστο δυνατό οικονομικό και πολιτικό όφελος από την επόμενη ημέρα.
Το μεγάλο ερώτημα, θα μου πείτε, είναι ποια θα είναι η επόμενη ημέρα στο Ιράν. Και εδώ μπορούμε μόνο να κάνουμε εκτιμήσεις· κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς θα γίνει γιατί υπάρχουν πάρα πολλοί παράγοντες. Πρόκειται για μία πολυπαραγοντική εξίσωση με περισσότερους αγνώστους παρά σταθερές. Για παράδειγμα: Ποιος θα είναι ο ρόλος της νέας ηγεσίας του Χαμενεΐ; Ποια θα είναι η στάση του τακτικού στρατού; Διότι εδώ να σημειώσουμε ότι πρόκειται για δύο παράλληλες οντότητες ο τακτικός στρατός και οι Φρουροί της Επανάστασης του καθεστώτος και δεν είμαστε βέβαιοι ότι θα συμβαδίζουν μέχρι τέλους. Αλλά και τι μπορεί να συμβεί με τους Κούρδους στο Ιράκ και στο βορειοδυτικό Ιράν; Κατά πόσον θα μπορούσε να υπάρξει μία εισβολή ή μία προσπάθεια αυτονόμησης; Όλα αυτά είναι ανοιχτά ενδεχόμενα.
Αναγνωρίζοντας την έμφαση που δίνετε στο ότι η ανάλυση δυσχεραίνεται από την απουσία αξιόπιστων πληροφοριών στο πεδίο, παρ’ όλα αυτά ποια θα διακρίνατε, με τα διαθέσιμα δεδομένα, ως πιθανότερη έκβαση;
Η εσωτερική ανατροπή του καθεστώτος είναι κάτι που διαφαίνεται εξαιρετικά δύσκολο έως απίθανο. Μία «συριοποίηση» του Ιράν, δηλαδή ένας εμφύλιος πόλεμος, δεν είναι κάτι απίθανο και το απεύχονται όλοι, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ.
Επομένως, υπό αυτές τις συνθήκες, το μόνο που μένει είναι να συμβιβαστεί το Ισραήλ σε πρώτο χρόνο με μία αλλαγή ηγεσίας χωρίς άμεση ανατροπή του καθεστώτος. Να επαναλάβω εδώ ότι εάν όντως ισχύουν οι πληροφορίες ότι ο Μοτζταμπά Χαμενεΐ είναι τόσο σκληροπυρηνικός, τότε ίσως δεν θα μακροημερεύσει και σίγουρα πάντως δεν φέρνει «καλά νέα» για την εξέλιξη του πολέμου. Να συμβιβαστεί, λοιπόν, το Ισραήλ με μια μεταβατική κατάσταση, κατά την οποία διατηρείται το καθεστώς στην εξουσία, αλλά με σαφείς μεταρρυθμίσεις που να αφορούν την ιρανική κοινωνία, τον απόλυτο έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος και μια πιο φιλοδυτική εξωτερική πολιτική. Χωρίς όμως να απεμπολεί το Ισραήλ τον μακροχρόνιο στρατηγικό στόχο της οριστικής αλλαγής του καθεστώτος, με κάποιο τρόπο, συν τω χρόνω.
Εκεί έγκειται και η διάσταση των δύο πλευρών. Το Ισραήλ έχει αυτή την ξεκάθαρη στόχευση, ενώ από πλευράς Ηνωμένων Πολιτειών και Ντόναλντ Τραμπ πηγάζει αμφισημία
Η αμφισημία αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι δεν είναι ξεκάθαρος, τουλάχιστον σε εμάς τους αναλυτές, ούτε ο αντικειμενικός στόχος, ούτε η στρατηγική εξόδου. Σε κάθε πόλεμο πάντα ο πρώτος σχεδιασμός σου είναι ποια θα είναι η στρατηγική για να βγεις από αυτόν. Αυτή η στρατηγική εξόδου δεν είναι εμφανής σε εμάς. Ελπίζουμε να υπάρχει στον σχεδιασμό της ίδιας της αμερικανικής ηγεσίας.
Υποθέτουμε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη κάποιες παράλληλες διεργασίες και διαβουλεύσεις, αλλά πάνω σε αυτό επανέρχομαι στα όσα αναφέρετε περί καθόλου ενθαρρυντικής τροπής με την ανάδειξη του υιού Χεμενεΐ στην ηγεσία
Ασφαλώς υπάρχουν διαβουλεύσεις. Θα ήθελα όμως εδώ να θέσω και άλλο ένα πολύ σημαντικό ζήτημα για το σιιτικό Ιράν, στο οποίο εκτιμώ ότι δεν έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στις αναλύσεις.
Όταν έγινε το 1979 η Ισλαμική Επανάσταση, η λογική ήταν ότι είναι αδιανόητο να υπάρχει διαδοχή αίματος. Δηλαδή, δεν μπορεί ο γιος να διαδέχεται τον πατέρα. Αυτό θεωρείται ότι αντίκειται σε κάθε είδους παράδοση και πίστη. Αυτό λοιπόν που συμβαίνει τώρα -και γι’ αυτό σας το αναφέρω- σε συνδυασμό με την πραγματικά πολύ μεγάλη δυνατότητα διείσδυσης που φαίνεται να έχουν οι μυστικές υπηρεσίες, κυρίως του Ισραήλ, στο Ιράν, δεν μου δίνουν την αίσθηση ότι η επιλογή του υιού Χαμενεΐ είναι η καταλληλότερη λύση για το ίδιο το Ιράν. Υπάρχουν δύο βασικά ερωτήματα. Το πρώτο είναι αν είναι πράγματι αποδεκτός από όλους στο εσωτερικό. Και το δεύτερο είναι κατά πόσο θα μακροημερεύσει.
Διότι, αν από τη μία πλευρά δεν είσαι απολύτως αποδεκτός και από την άλλη είσαι σκληροπυρηνικός, ενώ ταυτόχρονα βρίσκεσαι σε μια κατάσταση όπου πρέπει να κινείσαι κρυμμένος λόγω της δράσης των μυστικών υπηρεσιών μέσα στο ίδιο σου το έδαφος, τότε αργά ή γρήγορα...
Θα ήθελα ένα σχόλιό σας για την στάση και την εικόνα της Ευρώπης σε αυτή την κρίση πριν περάσουμε στα καθ’ ημάς
Η Ευρώπη στον πόλεμο αυτό είναι ουσιαστικά μη παίκτης. Δεν ρωτήθηκε, δεν συμμετέχει και παρακολουθεί από μακριά, όπως έχει συμβεί σε όλες τις τελευταίες μεγάλες κρίσεις. Δυστυχώς, η Ευρώπη -μη έχοντας κοινή εξωτερική πολιτική και κοινή πολιτική άμυνας, παρά τις διακηρύξεις- συνεχίζει να βρίσκεται στο περιθώριο.
Η προσπάθεια που γίνεται από ευρωπαϊκά κράτη, ακόμη και με την έννοια της Ευρώπης ως Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι υπαρκτή. H παρουσία του Εμανουέλ Μακρόν στην Κύπρο ήθελε ακριβώς να τονίσει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι παρούσα στην περιοχή, πέραν της ίδιας της Γαλλίας. Αυτά είναι κάποια δείγματα, όμως καταλαβαίνετε ότι βρισκόμαστε πολύ μακριά από το προσδοκώμενο - από την προοπτική που είχε δοθεί προ δεκαετιών, όταν μιλούσαμε για ευρωπαϊκή αμυντική ολοκλήρωση και για ολοκλήρωση της κοινής εξωτερικής πολιτικής.
Δυστυχώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα παραμείνει ένας παίκτης, ο οποίος θα συγκρατείται από την απόλυτη γραφειοκρατία αλλά και από τις εθνικές ατζέντες των κρατών-μελών. Τα εθνικά συμφέροντα υπερισχύουν και θα υπερισχύουν πάντοτε του κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος. Βλέπουμε, για παράδειγμα, τη στάση της Ισπανίας, η οποία ως ευρωπαϊκή χώρα στέλνει μονάδα στην περιοχή, αλλά ταυτόχρονα δεν επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιούν τις βάσεις της. Πρόκειται δηλαδή για μια στάση που απάδει για παράδειγμα από εκείνη της Γαλλίας.
Άρα, όταν έχουμε τόσο διαφορετικές προσεγγίσεις σε τόσο σοβαρά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής από τα ίδια τα κράτη-μέλη -και μάλιστα από τα μεγάλα κράτη-μέλη, τους βασικούς παίκτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης- είναι απολύτως κατανοητό ότι δεν θα υπάρξει η σύγκλιση που θα θέλαμε ούτε η ολοκλήρωση μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας.
Παρενθετικά, και επειδή αναφερθήκατε σε εθνικές ατζέντες, η Άκρα Δεξιά καλπάζει σε Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία και στον ορίζοντα βρίσκονται και εκλογές - κρατιδιακές φέτος στη Γερμανία, κάλπες ίσως και ταχύτερα απ’ ότι αναμένεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και προεδρικές το 2027 στη Γαλλία. Πόσο επιδρά ο παράγοντας της ακροδεξιάς στα όσα συζητάμε σήμερα;
Περισσότερο εστιάζω στη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία. Διότι βλέπουμε, για παράδειγμα, τη διστακτικότητα του Κιρ Στάρμερ, η οποία εν πολλοίς οφείλεται στο πολύ μεγάλο εκλογικό σώμα που αποτελείται από μουσουλμάνους. Είναι δηλαδή ξεκάθαρο ότι η πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας επηρεάζεται -δεν θα πω εξαρτάται απολύτως- αλλά επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από τον μουσουλμανικό πληθυσμό που ζει εκεί. Όπως αντίστοιχα συμβαίνει και στη Γερμανία. Συνεπώς, η άνοδος ακραίων ευρωσκεπτικιστών στη Βρετανία και ακροδεξιών δυνάμεων στη Γερμανία θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη στις επόμενες εκλογές, και πρέπει να ληφθεί υπόψη.
Ως προς την ευρύτερη ελληνική στρατηγική που χαράσσεται στην Ανατολική Μεσόγειο με φόντο τον πόλεμο, ποια η «ανάγνωσή» σας;
Η κρίση αυτή αποτελεί μία πολύ μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα όσον αφορά τη μεταπολεμική κατάσταση. Γιατί; Διότι η ελληνική κυβέρνηση πραγματικά ενήργησε πολύ γρήγορα και σωστά, αναπτύσσοντας δυνάμεις στην περιοχή και την συστοιχία Patriot στην Κάρπαθο. Και ο σκοπός, μιλώντας για την εθνική ατζέντα, είναι όταν τελειώσει η όποια κατάσταση στο Ιράν, να μην υπάρξει υπαναχώρηση από αυτή τη θέση. Δηλαδή, με την αφορμή ενδεχόμενης επόμενης ανάφλεξης στην περιοχή, η Ελλάδα να παραμείνει μόνιμα παρούσα και στην Κάρπαθο, κυρίως εκεί, αλλά και στην Κύπρο - και με αεροπορικές και με ναυτικές μονάδες.
Αυτό θα αποτελέσει στρατηγική επιτυχία για την Ελλάδα. Και, κατά την άποψή μου, έχει ήδη ανοίξει ο δρόμος για να γίνει - αρκεί να μην υπάρξουν πιέσεις που θα οδηγήσουν σε υπαναχώρηση.
Όσον αφορά την Τουρκία πώς ερμηνεύετε τα διαδοχικά περιστατικά με τους πυραύλους που αναχαιτίστηκαν από τα συμμαχικά αντιαεροπορικά συστήματα; Βλέπουμε το ΝΑΤΟ να αναπτύσσει και συστοιχία Patriot στη βάση ραντάρ του Κιουρέτζικ. Γιατί το Ιράν να θέλει να πλήξει ΝΑΤΟϊκό έδαφος και την Τουρκία συγκεκριμένα; Και πώς θέλει να δει η ίδια η Τουρκία να εξελίσσεται η κρίση στο Ιράν· τι την φοβίζει και πού προσβλέπει;
Όσον αφορά τους πυραύλους, τα σενάρια είναι δύο. Θεωρώ ότι είτε το Ιράν δεν είχε καμία πρόθεση -δηλαδή πρόκειται περί λάθους- είτε υπάρχει πρόβλημα στη διοίκηση και τον έλεγχο εντός του Ιράν. Δηλαδή μπορεί άλλα να λέει ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν, άλλα μπορεί να κάνει ο διοικητής μιας τοπικής μονάδας, και άλλα να κάνει η κεντρική διοίκηση των Φρουρών της Επανάστασης. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν είναι απόλυτα βέβαιο ότι το σύστημα διοίκησης και ελέγχου του Ιράν είναι ενιαίο και σταθερό. Άρα, λοιπόν, είτε συμβαίνει το ένα είτε το άλλο.
Σίγουρα η Τουρκία δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση στόχο του Ιράν. Προφανώς ούτε το Αζερμπαϊτζάν αποτελεί στόχο. Γι’ αυτό άλλωστε είδαμε και την άμεση αντίδραση του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί.
Ο δεύτερος πύραυλος, βέβαια θα πρέπει να σας πω ότι διευκολύνει την αντίδραση της Τουρκίας, η οποία αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε αμηχανία. Δεδομένου ότι διεκδικεί έναν πολύ σοβαρό ρόλο στη μεταπολεμική κατάσταση στο Ιράν, βρίσκεται τώρα σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Δεν μπορεί να είναι ούτε απόλυτα φιλική προς το Ιράν ούτε απόλυτα εχθρική. Γιατί ακριβώς δεν γνωρίζει ποια θα είναι η επόμενη ημέρα στο Ιράν.
Θα διεκδικήσει ρόλο -και θα είναι αναβαθμισμένος ο ρόλος της- αλλά δεν ξέρουμε τι είδους ρόλο. Έτσι, η Τουρκία έχει τώρα την ευκαιρία, μέσα από την πυραυλική επίθεση που δέχθηκε, να σκληρύνει λίγο τη στάση της, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής, και να πει προς το Ιράν «προσέξτε να μην επαναληφθεί». Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να ευχαριστήσει τη Συμμαχία ως ΝΑΤΟϊκό μέλος για τη συνδρομή που της παρέχει διότι η αναχαίτιση έγινε από συστοιχίες του ΝΑΤΟ, όχι από τουρκικές δυνάμεις.
Οπότε, από μια άποψη, αυτή είναι μια κατάσταση win-win για την Τουρκία. Μπορεί και να εμφανιστεί πιο αυστηρή απέναντι στο Ιράν -ώστε να έχει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ την επόμενη ημέρα σε κάθε περίπτωση- και ταυτόχρονα να παρουσιαστεί ως ένας πιστός σύμμαχος του ΝΑΤΟ, το οποίο και ευχαριστεί για τη συνδρομή που της παρέχει.
Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ποιος είναι ο ρόλος που έχει σχεδιάσει ο Ερντογάν και η ίδια η Τουρκία για τον εαυτό της. Δεν θα εξυπηρετούσε την Τουρκία μια πλήρης κατάρρευση του καθεστώτος στο Ιράν, μια εσωτερική εξέγερση και κατάληψη της εξουσίας από κάποιον στρατιωτικό και δυτικοποίηση της χώρας. Αυτό που η Τουρκία θέλει είναι να παραμείνει η «γέφυρα» Δύσης-Ιράν και να έχει έναν αναβαθμισμένο ρόλο την επόμενη ημέρα. Άρα, αυτό που την εξυπηρετεί περισσότερο είναι η παραμονή του υφιστάμενου καθεστώτος, αλλά με κάποιες φιλοδυτικές μεταρρυθμίσεις, κάτι που είναι και το πιο πιθανό.
Βεβαίως και η Τουρκία ανησυχεί για πιθανές προσφυγικές ροές και ο τρόμος της είναι το Κουρδικό. Ωστόσο, στην υπόθεση που σας περιέγραψα δεν επιτείνεται το Κουρδικό πρόβλημα για εκείνη.
Κλείνοντας κ. Κυριακίδη, μπορούμε να αναφερθούμε στην ανοιχτή πληγή της Ουκρανίας και πώς επηρεάζεται από τον πόλεμο;
Ο μεγάλος χαμένος στον πόλεμο αυτόν είναι η Ουκρανία. Εάν συγκρίνουμε τις δύο μεγάλες κρίσεις, δηλαδή Ιράν εναντίον Ισραήλ-ΗΠΑ και Ρωσία εναντίον Δύσης, η δεύτερη ήταν και παραμένει πολύ πιο κοντά σε μια πραγματικά παγκόσμια κρίση καθώς στην περίπτωση της Ουκρανίας έχουμε ουσιαστικά έναν πόλεμο της Ρωσίας με τη Δύση. Αντίθετα, στη Μέση Ανατολή έχουμε έναν πόλεμο του Ισραήλ και των ΗΠΑ με ένα τελείως απομονωμένο Ιράν - χωρίς τη Ρωσία ή την Κίνα να το στηρίζουν στρατιωτικά.
Άρα, αν κάποιος θέλει να αξιολογήσει πού βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την παγκόσμια ασφάλεια, θα πρέπει να ανησυχεί περισσότερο για το τι έγινε, τι γίνεται και τι θα γίνει στην Ουκρανία. Σε σύγκριση με όσα συμβαίνουν σήμερα στη Μέση Ανατολή - τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών. Δεν γνωρίζουμε τι θα μπορούσε να συμβεί αύριο· εάν η Κίνα ή η Ρωσία θα μπορούσαν εμπλακούν με κάποιον τρόπο στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, αλλά ως έχει σήμερα η κατάσταση, το μέτωπο Ουκρανίας-Ρωσίας είναι πολύ πιο σημαντικό όσον αφορά την παγκόσμια σταθερότητα. Αυτό που πραγματικά έφερε την παγκόσμια ειρήνη στα όριά της είναι το γεγονός ότι τα αντίπαλα στρατόπεδα εκεί είναι η Ρωσία με τη Δύση και όχι την Ουκρανία.
* Ο Στάθης Κυριακίδης είναι Υποναύαρχος (εα), στρατηγικός αναλυτής και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International
