Το 2019 περνούσαμε καλύτερα…

Είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρουσα η απάντηση στο ερώτημα «πότε είχατε μεγαλύτερη οικονομική άνεση, το 2019 ή σήμερα;». Καθότι στην δημοσκόπηση της METRON το 52% λέει «ζούσα καλύτερα το 2019», το 19% λέει «το ίδιο» και μόνο το 27% λέει «περνάω καλύτερα σήμερα». Έχει δίκιο η αντιπολίτευση να κραδαίνει αυτό το αθροιστικό 71% ως τρανταχτή απόδειξη  αντικυβερνητικής διάθεσης του λαού, πλην καλά θα κάνουν εκεί στα στρατηγεία του αριστεροδεξιού αντιμητσοτακικού μετώπου να μην μπερδεύουν τα πολιτικά διλήμματα, διότι θα παγιδευτούν σε λάθος προβλέψεις για το μέλλον.

Στις επερχόμενες εκλογές, οι πολίτες δεν θα ψηφίσουν με βάση το δίλημμα «περνούσατε καλύτερα πριν οκτώ χρόνια ή σήμερα», αλλά με βάση το ερώτημα «με ποιον τρόπο το 2028 και το 2029 θα αποδειχθούν καλύτερες χρονιές από 2026 και το 2027». Απλό είναι το πράγμα. Προσωπικά δεν πιστεύω με τίποτα ότι το 2019 περνούσαμε καλύτερα από τώρα, αλλά ακόμα κι έτσι να είναι, η νοσταλγία δεν αποτελεί στρατηγική. Όταν ρίχνουμε την ψήφο μας, δεν κοιτάμε προς τα πίσω αλλά προς τα εμπρός.

Αυτά τα «κάθε πέρυσι και καλύτερα» είναι ωραία όταν πίνουμε τσίπουρα στο καφενείο και αναπολούμε τα «παλιά καλά χρόνια». Όταν όμως πρέπει να λάβουμε ρεαλιστικές αποφάσεις για το αύριο της οικογένειάς μας, στέλνουμε την αναπόληση περίπατο και υπολογίζουμε ψυχρά τι μας βολεύει να κάνουμε (ή τι μας συμφέρει), ώστε να πρώτα να μην καταλήξουμε σε καμιά μετωπική σύγκρουση που θα στραπατσάρει την φάτσα μας και δεύτερο (αφού εξασφαλίσουμε αυτό) να βελτιώσουμε κατά το δυνατόν την σημερινή μας κατάσταση.

Όταν λοιπόν το σκορποχώρι των δημοσκοπικών δεκαριών της αντιπολίτευσης, το μόνο που προαναγγέλλει για το μέλλον είναι μια ωραία παρατεταμένη ακυβερνησία, καμιά νοσταλγία για το «όμορφο 2019» δεν μπορεί να αντισταθμίσει τις ζοφερές προβλέψεις μιας δικής τους επικράτησης. Μόλις στηθούν οι κάλπες, τα πραγματικά διλήμματα που αφορούν το μέλλον θα κυριαρχήσουν στην σκέψη των πολιτών.

Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι το 73% που νοσταλγεί την «καλοπέραση» του 2019, δίνει (στην ίδια δημοσκόπηση) μόλις 5% στην πρωθυπουργική καταλληλότητα του Τσίπρα, που κυβερνούσε τότε και μας είχε φέρει αυτές τις «ομορφιές». Στο 5% επίσης βρίσκεται και ο Ανδρουλάκης, που έχει κάνει σημαία του το «οι πολίτες καταδικάζουν μαζικά την κυβέρνηση». Πώς διάολο εξηγείται αυτή η αντίφαση; Μα μόνο με την παραδοχή ότι άλλο η αναπόληση κι άλλο η πραγματική προοπτική.

Ο γέρο Καραμανλής, σε μια συνέντευξη που είχε δώσει στον Σεραφείμ Φυντανίδη της «Ελευθεροτυπίας» στα τέλη του ’80, είχε πει την ακόλουθη φοβερή φράση. «Για ποιον λαό μου μιλάς; Γι' αυτόν που το Σάββατο με βρίζει, την Κυριακή με ψηφίζει και την Δευτέρα κόβει το χέρι του;». Όχι, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν θεωρούσε τρελό τον ελληνικό λαό, απλώς είχε αντιληφθεί την συμπεριφορά του.

Ήξερε ότι το Σάββατο και την Δευτέρα η λεκτική οργή ήταν εύκολη και άνευ συνεπειών, αλλά στο ενδιάμεσο, ο πολίτης μόνος του μέσα στο παραβάν της Κυριακής, ψήφιζε με βάση το «basta μην πάθουμε καμιά ζημιά που δεν θα διορθώνεται».