Η εικόνα του πολιτικού σκηνικού, που φαίνεται να έχει εισέλθει σε μια οιωνεί προεκλογική περίοδο, πυροδοτεί την πολιτική αντιπαράθεση και ταυτόχρονα θέτει την κυβέρνηση σε εγρήγορση. Με δεδομένο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει διαμηνύσει ότι οι κάλπες θα στηθούν σε 15 μήνες, τοποθετώντας ουσιαστικά τον Απρίλιο ή Μάιο του 2027 την εθνική αναμέτρηση, η περίοδος που ξεκινά τώρα χαρακτηρίζεται ως κρίσιμη, τόσο για την ολοκλήρωση του κυβερνητικού έργου, όσο και για την αποφυγή οποιουδήποτε λάθους, ολιγωρίας ή αστοχίας, που θα ανέκοπτε την τάση, που οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν. Με αυτά τα δεδομένα, το σήμα επιτάχυνσης του κυβερνητικού έργου έχει ήδη δοθεί, με αιχμή όσα έχουν άμεσο αντίκτυπο στην οικονομία και την καθημερινότητα.
Σύγκλιση με την Ευρώπη, περεταίρω πτώση της ανεργίας, αντιμετώπιση της ακρίβειας, αύξηση του κατώτατου μισθού και μείωση φορολογίας, διατήρηση της θετικής δημοσιονομικής πορείας, είναι οι κεντρικοί άξονες για τα οικονομικά και παραγωγικά υπουργεία.
Στη συνεδρίασή του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε έμφαση στην ανάγκη να συνεχιστούν οι ρυθμοί ανάπτυξης, «οι οποίοι πρέπει να παραμένουν σταθερά πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έτσι ώστε να μπορούμε να πετύχουμε πραγματική σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη», όπως είπε, διατηρώντας ως επίδικο, ουσιαστικά, για την κυβερνητική πολιτική την προσέγγιση της χώρας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Στις κυβερνητικές πολιτικές προτάσσεται η κατάσταση στην αγορά εργασίας, με τον πρωθυπουργό να επισημαίνει τον στόχο να συνεχιστούν τα θετικά αποτελέσματα, ώστε η ανεργία να αποκλιμακωθεί περεταίρω και να φθάσει σε ιστορικά χαμηλά.
Η ακρίβεια, που εξακολουθεί να είναι το νούμερο ένα πρόβλημα για τους πολίτες, παραμένει ένας βασικός «πονοκέφαλος» για την κυβέρνηση, με τον κ. Μητσοτάκη να επισημαίνει ότι «κεντρικός σκοπός, προφανώς, παραμένει και η αντιμετώπιση του επίμονου προβλήματος» και να εκφράζει την πεποίθησή του ότι με τη δημιουργία της Ανεξάρτητης Αρχής για τον καταναλωτή γίνονται σημαντικά βήματα, που δίνουν τη δυνατότητα στοχευμένων παρεμβάσεων εκεί όπου η Αρχή θα κρίνει ότι είναι απαραίτητο.
«Η απαρέγκλιτη εκτέλεση του προϋπολογισμού, με την επίτευξη των στόχων σχετικά με τα πρωτογενή πλεονάσματα αλλά και τους στόχους της αποκλιμάκωσης του χρέους, είναι το πλαίσιο το οποίο δημιουργεί το θετικό μακροοικονομικό περιβάλλον προκειμένου να μπορέσουμε να εφαρμόσουμε τις υπόλοιπες πολιτικές μας» τόνισε ο πρωθυπουργός, αναφερόμενος στα αποτελέσματα της φορολογικής μεταρρύθμισης στο διαθέσιμο εισόδημα μισθωτών και συνταξιούχων και προαναγγέλλοντας τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, η οποία θα αποφασιστεί στο Υπουργικό Συμβούλιο στα τέλη του Μαρτίου και θα εφαρμοστεί από την 1η Απριλίου.
Την ίδια ώρα, τα ευρήματα των μετρήσεων μπαίνουν στο μικροσκόπιο του κυβερνητικού επιτελείου, όχι τόσο ως προς τα ποσοστά που αποδίδονται στη Νέα Δημοκρατία, όσο ως προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, που αποτελούν αυτή την ώρα την «αφετηρία» για την κυβερνητική εικόνα. Στα «συν» που το Μέγαρο Μαξίμου αποτιμά, η τάση ενίσχυσης των κυβερνητικών ποσοστών, η διείσδυση της Νέας Δημοκρατίας στον χώρο του κέντρου, τον πιο κρίσιμο ενδεχομένως για το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών. Στα σημεία, που προβληματίζουν, το γεγονός ότι τα δημοσκοπικά ποσοστά της υπολείπονται αρκετά από τον στόχο της αυτοδυναμίας, με το επιχείρημα των κυβερνητικών στελεχών να είναι, πάντως, ότι η εικόνα ήταν ανάλογη και στο αντίστοιχο χρονικό σημείο πριν από τις εκλογές του 2023.
Για το κυβερνητικό επιτελείο, το διακύβευμα της επερχόμενης κάλπης και το δίλημμα των εκλογών, υπό τις παρούσες συνθήκες -δηλαδή του κατακερματισμένου χώρου της αντιπολίτευσης, της ρευστότητας που προκαλεί η αναμονή των υπό ίδρυση κομμάτων και κυρίως, η «αδυναμία» της αντιπολίτευσης να προβάλει ένα πρόσωπο ως ηγετική φυσιογνωμία, που θα «αντιπαρατεθεί» με τον Κυριάκο Μητσοτάκη- ενισχύουν και το αφήγημα της αναγκαιότητας να υπάρξει μια αυτοδύναμη κυβέρνηση ώστε να διασφαλιστεί η πολιτική σταθερότητα.
Η τελευταία δημοσκόπηση της Marc για το Πρώτο Θέμα, αποτύπωσε την τάση ανάκαμψης για τη Νέα Δημοκρατία, η οποία διατηρεί την πρώτη θέση με ποσοστό στην εκτίμηση ψήφου που φτάνει το 31,4%. Παράλληλα, οι θετικές αξιολογήσεις της κυβέρνησης ανέβηκαν κατά 1,8 μονάδες σε σχέση με τον περασμένο Νοέμβριο, φτάνοντας το 36,8%, η αύξηση της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία του Κυριάκου Μητσοτάκη κατά 1,4 μονάδες, αγγίζοντας το 32,6%, τα ποσοστά της ΝΔ ανάμεσα στους δεξιούς ψηφοφόρους έφτασαν στην πρόθεση ψήφου το 47,1%, στους κεντροδεξιούς το 59,8%, ενώ στο χώρο του κέντρου η ΝΔ είναι η πρώτη πολιτική δύναμη με 22,6%.
Απέναντι στη ΝΔ, μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση, με τα στοιχεία «υποχώρησης» μάλλον να επιτείνονται παρά να βελτιώνονται και να αντικατοπτρίζονται στους διάφορους δείκτες. Είναι ενδεικτικό ότι το ΠΑΣΟΚ είναι στη δεύτερη θέση στην εκτίμηση ψήφου με 13% και με πτώση των ποσοστών του κατά μια μονάδα σε σχέση με τον Νοέμβριο στην πρόθεση ψήφου, στην καταλληλότητα για πρωθυπουργία, ωστόσο, δεύτερη είναι η Ζωή Κωνσταντοπούλου με 8,1%, με τον Νίκο Ανδρουλάκη να καταλαμβάνει μόλις την τέταρτη θέση με 5,8% χάνοντας δύο ποσοστιαίες μονάδες και να βρίσκεται πλέον πίσω και από τον Κυριάκο Βελόπουλο.
Τα υψηλότερα ποσοστά του το ΠΑΣΟΚ καταγράφει στον χώρο της κεντροαριστεράς, με 20,2% και ακολουθεί τη ΝΔ στους ψηφοφόρους του κέντρου, με 20%. Είναι χαρακτηριστικό, δε, ότι ένας στους 5 ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ το 2023 αξιολογεί θετικά ή μάλλον θετικά την κυβέρνηση και το 13,5% θεωρεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως τον καταλληλότερο για την πρωθυπουργία.
Στην κυβερνητική ατζέντα το επόμενο διάστημα θα βρεθούν δύο μείζονα θέματα. Πρώτον, η Συνταγματική Αναθεώρηση, καθώς τον Μάρτιο η ΝΔ θα παρουσιάσει αναλυτικά την πρότασή της, ώστε τον Απρίλιο να εκκινήσει η σχετική συζήτηση, με όλες τις μετρήσεις να καταδεικνύουν την αποδοχή από τη συντριπτική πλειοψηφία στην αναθεώρηση των άρθρων που προτείνει η κυβέρνηση. Ενδεικτικά, το 92,5% συμφωνεί με τις αλλαγές στο άρθρο για την ποινική ευθύνη υπουργών, το 82% με την κατάργηση της μονιμότητας στο δημόσιο, το 76,7% με τη συνταγματική πρόβλεψη του δημοσιονομικού κανόνα, το 48,8% με την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων.
Η άρνηση του ΠΑΣΟΚ, επομένως, να στηρίξει από αυτή τη Βουλή την αναθεώρηση των συγκεκριμένων άρθρων, αναμένεται να αποτελέσει μείζον πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Δεύτερο πεδίο, οι παρεμβάσεις με κοινωνικό πρόσημο, όπως η απαγόρευση πρόσβασης των ανηλίκων στα κοινωνικά δίκτυα, που επίσης τυγχάνει ευρείας αποδοχής. Στη δημοσκόπηση της Marc, υπέρ και μάλλον υπέρ δηλώνει το 81,8% των ερωτηθέντων και κατά ή μάλλον κατά το 16,6%.
