Η πρόσφατη επίθεση που δέχθηκε ο Άδωνις Γεωργιάδης στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας δεν αποτελεί απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό επιθετικότητας. Εγγράφεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας: η πολιτική σύγκρουση τείνει να λαμβάνει τη μορφή ηθικής εχθρότητας, και μάλιστα με ένταση που δεν κατανέμεται συμμετρικά.
Η ηθική απαξίωση εκφράζεται συχνότερα από τα αριστερά προς τα δεξιά, λιγότερο όμως με την ίδια συλλογική ένταση προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Δεξιά δεν πολώνει ούτε ότι δεν υπάρχουν δεξιοί που μισούν. Σημαίνει ότι η Αριστερά φέρει μια ιστορική και πολιτισμική διαδρομή που καθιστά ευκολότερη τη μετατροπή της πολιτικής διαφωνίας σε ηθική καταγγελία.
Η κατανόηση αυτής της ασυμμετρίας προϋποθέτει την επιστροφή στο τραύμα του Εμφυλίου Πολέμου. Η ήττα του «Δημοκρατικού Στρατού» το 1949 δεν ήταν μόνο στρατιωτική και πολιτική, αλλά συμβολική και υπαρξιακή. Για την ελληνική Αριστερά, το Δεύτερο Αντάρτικο δεν αποτέλεσε απλώς μια αποτυχημένη ένοπλη αναμέτρηση, αλλά κορύφωση ενός ηθικού αφηγήματος που ξεκινούσε από την Αντίσταση και κατέληγε στο σήμερα. Η ήττα δεν ακύρωσε την αίσθηση δικαίου· αντίθετα, την ενίσχυσε μέσα από την εμπειρία της αδικίας.
Οι διώξεις, οι εξορίες, η απαγόρευση πολιτικής έκφρασης και ο μεταπολεμικός αποκλεισμός από τη δημόσια σφαίρα κατέστησαν την Αριστερά φορέα μιας ταυτότητας που μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: χάσαμε την εξουσία, αλλά όχι το δίκιο.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, το ζήτημα δεν ήταν μόνο η κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας. Ήταν η αποκατάσταση της ηθικής νομιμότητας στον δημόσιο χώρο. Το κράτος, οι θεσμοί, τα σχολικά εγχειρίδια, ο επίσημος πατριωτισμός, όλα είχαν περάσει υπό τον έλεγχο των νικητών. Η ήττα σήμαινε και απώλεια του ελέγχου του συλλογικού αφηγήματος. Το τραύμα του Δευτέρου Αντάρτικου, επομένως, δεν ήταν απλώς μνήμη. Ήταν εμπειρία αποκλεισμού από τον δημόσιο συμβολικό χώρο.
Η Μεταπολίτευση δεν σηματοδότησε μόνο τη θεσμική νομιμοποίηση της Αριστεράς, αλλά και κάτι βαθύτερο: σταδιακή ανακατάληψη του δημόσιου χώρου. Πανεπιστήμια, κουλτούρα, μέσα ενημέρωσης, κοινωνικά κινήματα και καλλιτεχνικές σκηνές αποτέλεσαν πεδία όπου το αριστερό αφήγημα μπόρεσε να ανασυγκροτήσει την ηθική του πρωτοκαθεδρία. Η πολιτική δεν αντιμετωπίστηκε μόνο ως διαχείριση εξουσίας, αλλά ως πεδίο όπου ορίζεται ποιος είναι φορέας δημοκρατικής αυθεντικότητας και ποιος όχι.
Ο έλεγχος του δημόσιου χώρου σε αυτό το πλαίσιο δεν σημαίνει απλώς πλειοψηφία ή θεσμική παρουσία. Σημαίνει καθορισμό των ορίων του ηθικά αποδεκτού. Σημαίνει ποιος μπορεί να μιλήσει ως εκπρόσωπος του «λαού», ποιος θεωρείται αυθεντικός εκφραστής της «ευαισθησίας», ποιος ενσαρκώνει τη «δικαιοσύνη». Όταν ένα πολιτικό ρεύμα κατορθώνει να ταυτίσει τη δική του ταυτότητα με το ηθικά προοδευτικό, τότε ο αντίπαλος δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως λανθασμένος, αλλά ως ελλειμματικός ως προς τη δημοκρατική και ηθική του νομιμοποίηση.
Σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να κατανοηθούν φαινόμενα όπως η διαχρονική χρήση του όρου «η επάρατος Δεξιά», η συστηματική σύνδεση σύγχρονων δεξιών πολιτικών με μετεμφυλιακές πρακτικές, η ηθική απαξίωση προσώπων λόγω της δεξιάς ιδεολογικής τους ταυτότητας, ή οι έντονες αποδοκιμασίες σε δημόσιες εμφανίσεις. Δεν πρόκειται απλώς για πολιτική αντιπαράθεση.
Πρόκειται για υπενθύμιση ότι ο δημόσιος χώρος θεωρείται ηθικά κεκτημένος – και ότι η παρουσία της δεξιάς βεβηλώνει τον χώρο. Κάθε δεξιά παρουσία, λοιπόν, εντός του μπορεί να βιώνεται ως διαρκής πρόκληση προς μια ιστορικά κατακτημένη νομιμοποίηση.
Η Δεξιά, αντιθέτως, δεν συγκροτήθηκε γύρω από ανάλογη ανάγκη ηθικής αποκατάστασης. Ως ιστορικός νικητής του Εμφυλίου, κατείχε για δεκαετίες τη θεσμική κανονικότητα. Η μεταπολιτευτική της εκδοχή υιοθέτησε περισσότερο διαχειριστικό λόγο: σταθερότητα, οικονομική ανάπτυξη, θεσμική συνέχεια. Μπορεί να κατηγορεί την Αριστερά ως λαϊκιστική ή αναποτελεσματική, αλλά σπανίως την κατηγορεί ως ηθικό μίασμα. Δεν υπάρχει αντίστοιχη ιστορική εμπειρία ήττας που να απαιτεί συμβολική ρεβάνς μέσω ελέγχου της ηθικής αφήγησης.
Έτσι, η ασυμμετρία δεν είναι απλώς ιδεολογική· είναι αποτέλεσμα διαφορετικής σχέσης με τον Εμφύλιο, το αφήγημα, και τον έλεγχο του δημόσιου χώρου. Για την Αριστερά, ο δημόσιος χώρος δεν είναι ουδέτερο πεδίο διαλόγου. Είναι τόπος όπου αποκαθίσταται ή απειλείται η ιστορική της δικαίωση. Για τη Δεξιά, ο δημόσιος χώρος είναι ουδέτερος - αντίθετα, ο χώρος διακυβέρνησης και πολιτικής αντιπαράθεσης είναι η Βουλή.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν έγκειται στο ότι ένας πολιτικός χώρος επιδιώκει να ορίσει το νόημα της πολιτικής. Αυτό είναι σύμφυτο με τη δημοκρατία. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν ο έλεγχος του δημόσιου χώρου μετατρέπεται σε αποκλεισμό της ηθικής νομιμότητας του αντιπάλου. Όταν η διαφωνία εκλαμβάνεται ως απειλή προς μια ιστορικά κατακτημένη ηθική υπεροχή, τότε η σύγκρουση παύει να είναι ανταγωνισμός προγραμμάτων και γίνεται αναμέτρηση περί δικαίων και αδίκων, πατριωτών και προδοτών.
Η δημοκρατική ωριμότητα δεν απαιτεί λήθη του Δευτέρου Αντάρτικου ούτε εξίσωση ιστορικών ευθυνών. Απαιτεί αποδραματοποίηση της σύγκρουσης και αναγνώριση ότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι ιδιοκτησία καμίας ιστορικής αφήγησης. Όσο η πολιτική λειτουργεί ως σκηνή συμβολικής αποκατάστασης ενός τραύματος, η ένταση θα αναπαράγεται. Μόνο όταν ο δημόσιος χώρος γίνει ξανά τόπος συνύπαρξης ανταγωνιστικών οραμάτων - και όχι τόπος ηθικής εκδίωξης - η σύγκρουση θα μπορέσει να παραμείνει σκληρή αλλά μη υπαρξιακή.
Και τότε η διαφωνία θα είναι αυτό που οφείλει να είναι σε μια δημοκρατία: σύγκρουση προτάσεων, όχι συνέχιση ενός εμφυλίου με άλλα μέσα.
*Ο Μανούσος Μαραγκουδάκης είναι Καθηγητής Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
