Το μνημείο της αυτοκράτειρας
Γέφυρες στο χρόνο

Το μνημείο της αυτοκράτειρας

Στις αρχές του 17ου αιώνα, στα βάθη της Ασίας, ξεκινούσε η βασιλεία ενός νέου αυτοκράτορα. Αυτός, ήταν ο Shah Jahan (Σαχ Τζαχάν), τότε διάδοχος της αυτοκρατορικής δυναστείας των Μουγκάλ. Οι Μουγκάλ, μια δυναστεία με μογγολικές και περσικές ρίζες, έδρευε τότε στην Ινδία.

Μέσα στο παλάτι, στην περιοχή Άγκρα, ο νέος αυτοκράτορας μάθαινε στην πράξη πώς να διαχειρίζεται τις αχανείς εκτάσεις και τους υπηκόους του, αρκετά πριν την στέψη του. Μαζί με αυτά, είχαν αρχίσει και τα σχέδια εύρεσης συζύγων. 

Όταν ήταν μικρός, παιδί ακόμα, γνώρισε ένα κοριτσάκι από μια αριστοκρατική περσική οικογένεια. Αυτό το κοριτσάκι, θα γινόταν αργότερα η αγαπημένη του σύζυγος. Αρραβωνιάστηκαν όταν ήταν 14-15 χρονών, αλλά οι αστρολόγοι του Σαχ Τζαχάν, όρισαν να γίνει ο γάμος πέντε χρόνια αργότερα, επιλέγοντας μια ευνοϊκή ημερομηνία, για να είναι σίγουροι ότι θα ήταν ευτυχισμένος.

Πράγματι, στα 20 τους χρόνια παντρεύτηκαν και ο Σαχ Τζαχάν έδωσε στην σύζυγό του ένα νέο όνομα. Την ονόμασε Mumtaj Mahal (Μουμτάζ Μαχάλ), που στα περσικά σημαίνει «η εκλεκτή του Παλατιού».

Παρά τους υπόλοιπους γάμους του, ο Σαχ Τζαχάν δεν ασχολούνταν με τις υπόλοιπες συζύγους του. Στο πλευρό του είχε πάντα και μόνο την Μουμτάζ, η οποία όντας επίσης μορφωμένη και έξυπνη, τον συνόδευε στα ταξίδια του και αποτελούσε έμπιστη σύμβουλό του.

Μετά από χρόνια, η Μουμτάζ έφερε στον κόσμο το 14ο παιδί τους, αλλά εκείνη έχασε την ζωή της. Λέγεται, ότι τόσο ο αυτοκράτορας όσο και η 17χρονη κόρη τους πριγκίπισσα Τζαχανάρα, βούλιαξαν στην απελπισία και γέμισαν θλίψη. Ο θάνατος της αυτοκράτειρας, όμως, θα σημαδευόταν λίγο αργότερα από ένα θαυμαστό δημιούργημα.

Ένα χρόνο μετά, ο Σαχ Τζαχάν ξεκίνησε την κατασκευή ενός κτηρίου. Ενός τεράστιου μαυσωλείου, αφιερωμένου στην πολυαγαπημένη σύζυγό του, το οποίο προς τιμήν της ονόμασε «Taj Mahal» (Ταζ Μαχάλ).

Σε μία από τις όχθες του ποταμού Γιαμούνα, δούλεψαν από το 1632 έως το 1648, κάθε είδους τεχνίτες. Χτίστες, λιθοξόοι, διακοσμητές, γλύπτες, ζωγράφοι, καλλιγράφοι και κατασκευαστές τρούλων συγκεντρώθηκαν από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας και κυρίως από την Κεντρική Ασία και την Περσία. Κύριος συντονιστής αυτού του μεγάλου έργου, είχε οριστεί ο αρχιτέκτονας Ustad-Ahmad Lahori (Ουστάντ-Αχμάντ Λαχόρι).

Τώρα, πώς αναπτύσσεται αυτό το κτήριο; Κοιτάζοντας την κάτοψή του, ο οκταγωνικός κεντρικός ταφικός θάλαμος, εκτείνεται σε άλλα παρεμφερή οκτάγωνα που σχηματίζουν το υπόλοιπο κτήριο. Ένα μαρμάρινο πλέγμα από τρούλους, θόλους και αψίδες, καλύπτει τα δύο αυτοκρατορικά κενοτάφια εντός του. 

Κοιτάζοντας κανείς αυτό το πλέγμα, βλέπει να το πλαισιώνουν και να το διακοσμούν ένθετοι πολύτιμοι λίθοι. Όλοι τους χρωματιστοί και απαστράπτοντες, τοποθετήθηκαν έτσι, ώστε να σχηματίζουν μοτίβα φυτών και ανθισμένων λουλουδιών.

Το κεντρικό κενοτάφιο, χτίστηκε για την αυτοκράτειρα, ενώ το μεγαλύτερο κενοτάφιο δυτικά του για τον αυτοκράτορα. Οι πραγματικοί τάφοι, όπως συνηθιζόταν στην αρχιτεκτονική των αυτοκρατορικών τάφων των Μουγκάλ, βρίσκονται σε μια υπόγεια κρύπτη, κάτω από το κτήριο.

Ως βάση, χτίστηκε πρώτα μια μεγάλη ορθογώνια πλατφόρμα, με αποτέλεσμα το μαυσωλείο να είναι υπερυψωμένο. Τις τέσσερεις γωνίες της πλατφόρμας, στολίζουν λευκοί μιναρέδες, μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική προσθήκη που προσέδωσε προοπτική στο σύνολο του οικοδομήματος.

Ένα τζαμί, η αυλή με τα περιστύλια και τα τείχη με την κεντρική πύλη το περικλείουν και θέτουν τα όριά του. Η δομή του κήπου είναι βασισμένη στους κλασικούς περσικούς κήπους και χωρίζεται σε τέσσερα μέρη από δύο κεντρικά δρομάκια που οδηγούν στο μαυσωλείο. Κοσμεί μέχρι σήμερα την αυλή και παραμένει καταπράσινος και ολάνθιστος.

Μετά την περάτωση του έργου, το αποτέλεσμα ήταν οι πλίνθοι από ασβεστοκονίαμα (μείγμα ασβέστη, άμμου και νερού) επενδυμένοι με κόκκινο ψαμμίτη και μάρμαρο, να δημιουργήσουν ένα λαμπερό κτήριο, που αλλάζει χρώματα ανάλογα με την θέση του ήλιου στον ουρανό.

Το Ταζ Μαχάλ, έγινε ένα από τα κοσμήματα της Ινδίας. Είναι ένα πρότυπο συμμετρίας και αρχιτεκτονικής αρμονίας, που συνδυάζει την περσική, την ισλαμική και την ινδική τέχνη. Ένας τραγικός θρήνος, ο οποίος εκφράστηκε με ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα αιώνιας ομορφιάς. 

 

 

 

Βιβλιογραφία:

UNESCO