Όταν τον περασμένο Δεκέμβριο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δημοσίευε τις νέες προβλέψεις για την οικονομία, οι αναλυτές της εκτιμούσαν ότι η Ευρωζώνη κινδύνευε με αναθέρμανση του πληθωρισμού μέσω της εκτίναξης των τιμών του πετρελαίου. Μία άνοδος του Brent κατά 14% θα έδινε ώθηση στον πληθωρισμό κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες και θα επέφερε πλήγμα στην ανάπτυξη της τάξης του 0,1% ετησίως. Και όλα αυτά χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επίδραση στην ισοτιμία ευρώ/δολαρίου, δεδομένης της μεγάλης εξάρτησης της Ευρώπης από την εισαγόμενη ενέργεια.
Τι έχει συμβεί από τότε; Η τιμή του Brent έχει ενισχυθεί κατά 14% από τις αρχές Δεκεμβρίου, όταν ανακοινώθηκαν οι προβλέψεις της ΕΚΤ, και κατά περίπου 20% από το χαμηλό των 58,92 δολαρίων που καταγράφηκε στα μέσα Δεκεμβρίου.
Την ώρα, λοιπόν, που η Κριστίν Λαγκάρντ τονίζει σε κάθε ευκαιρία ότι τα επιτόκια του ευρώ βρίσκονται στο κατάλληλο επίπεδο (στο 2% το βασικό επιτόκιο που είναι το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων), η ΕΚΤ πρέπει να συνεκτιμήσει τις πρόσφατες εξελίξεις και να αποφασίσει αναλόγως. Το δίλημμα είναι ξεκάθαρο: να αυξήσει τα επιτόκια για να προλάβει πιθανή αναθέρμανση του πληθωρισμού στο σενάριο περαιτέρω ανόδου των τιμών του πετρελαίου ή να τηρήσει στάση αναμονής μήπως χρειαστεί τελικά να τα μειώσει για να τονώσει την οικονομική δραστηριότητα;
Στο ίδιο δίλημμα καλούνται να βρουν απάντηση και οι κεντρικοί τραπεζίτες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ο Τζερόμ Πάουελ, μέσα σε όλη την αντιπαράθεσή του με τον Τραμπ, έχει εκφράσει επανειλημμένα την ανησυχία του για τον πληθωρισμό. Κάτι που αποδεικνύεται και από τα πρακτικά της συνεδρίασης του Ιανουαρίου, όπου καταγράφεται σημαντικός κίνδυνος να μην επιστρέψει ο πληθωρισμός στον στόχο του 2%. Ορισμένοι, μάλιστα, ερμηνεύουν τα πρακτικά της Fed ως προμήνυμα για αύξηση και όχι μείωση των επιτοκίων.
Μόνο που στις ΗΠΑ υπάρχει η δεδομένη επιθυμία του Αμερικανού προέδρου να μειωθούν δραστικά τα επιτόκια. Ο Πάουελ αποχωρεί τον Μάιο και οι αγορές προβληματίζονται για τη στρατηγική που θα υιοθετήσει ο Κέβιν Γουόρς, υπό την πίεση του Τραμπ. Τα πονταρίσματα των επενδυτών έχουν αντιστραφεί ξανά και εκεί που έδειχναν μέχρι και 5 μειώσεις επιτοκίων στο υπόλοιπο του έτους, τώρα προβλέπουν – σύμφωνα με το FedWatch Tool – δύο μειώσεις, παρά τις προεδρικές… σειρήνες.
Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ και κατ’ επέκταση τα επιτόκια, θα εξαρτηθούν και από άλλους παράγοντες, όπως τους δασμούς και τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Για παράδειγμα, θα καταφέρει ο Τραμπ να χτίσει ξανά το τείχος των δασμών που «ακύρωσε» το Ανώτατο Δικαστήριο και τι θα γίνει με τις επιστροφές χρημάτων;
Επιπλέον, η δημοσιονομική πολιτική των ΗΠΑ επηρεάζεται από την απόφαση του Δικαστηρίου καθώς πλήττονται τα έσοδα. Μένει να δούμε τον αντίκτυπο που θα έχουν τα μέτρα του φορολογικού νομοσχεδίου που πέρασε πέρσι και προβλέπει σημαντικές ελαφρύνσεις. Πολλά θα κριθούν και από την επενδυτική έκρηξη για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Όσο για το δολάριο, η κλιμάκωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ-Ιράν «απέκρουσε» τις όποιες πιέσεις κυριαρχούσαν και προσέφεραν στήριξη στο αμερικανικό νόμισμα μέσω της αύξησης των τιμών του πετρελαίου. Και μπορεί το δολάριο να μη λειτουργεί τον τελευταίο χρόνο ως ασφαλές καταφύγιο, ωστόσο οι επενδυτές το βλέπουν ως τέτοιο κατά τη διάρκεια γεωπολιτικών επεισοδίων που πυροδοτούν πετρελαϊκές – μικρές ή μεγάλες - κρίσεις.
Η ING προβλέπει άνοδο του Brent στα 76 δολάρια στην περίπτωση που «κλειδώσει» το αμερικανικό χτύπημα στο Ιράν, ωστόσο για να δούμε ένα μεγάλο και παρατεταμένο ράλλι που θα ανατρέψει γενικότερα τις ισορροπίες στις αγορές θα πρέπει να κλείσουν τα στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών Polymarket οι πιθανότητες μίας τέτοιας εξέλιξης διαμορφώνονται στο 18% έως το τέλος Μαρτίου και στο 35% έως το τέλος του 2026.
Επιστρέφοντας στην Ευρώπη, η Λαγκάρντ και οι κεντρικοί τραπεζίτες του ευρώ θα πρέπει να εξετάσουν και τις επιπτώσεις του πετρελαϊκού ράλι στο ευρώ. Σύμφωνα με την ING, δεν πρόκειται για μία εύκολη άσκηση γιατί το ζευγάρι ευρώ/δολάριο δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα από το πετρέλαιο τον τελευταίο χρόνο. Ο οίκος εκτιμά ότι η περαιτέρω άνοδος του Brent κατά 5 δολάρια (στα 75-76 δολάρια/βαρέλι), θα οδηγούσε σε πτώση της τάξης του 1% το ευρώ έναντι του δολαρίου.
Αυτά είναι καλά νέα για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές αλλά κακά νέα για τον εισαγόμενο πληθωρισμό. Υπάρχουν, μάλιστα, αναλύσεις που δείχνουν ότι το πλήγμα για την ανάπτυξη θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τον δυνητικό αντίκτυπο των αυξημένων δαπανών για άμυνα και έργα υποδομών. Πάντως, η ING τονίζει ότι περιόδους αναταράξεων στην αγορά πετρελαίου είναι πιθανό να δούμε μεγαλύτερο sell-off για το ευρώ στα 1,16 δολάρια.
Τι θα αποφασίσουν τελικά οι Πάουελ και Λαγκάρντ; Κατά τη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας το ίδιο δίλημμα είχε μόνο μία απάντηση. Τόσο η Fed όσο και η ΕΚΤ προχώρησαν σε μία ιστορικών διαστάσεων χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής με αποτέλεσμα να μηδενίσουν τα επιτόκια και να προκαλέσουν ένα τσουνάμι ρευστότητας που επηρεάζει μέχρι και σήμερα τις αγορές. Σήμερα, η απόφαση που θα λάβουν είναι πολύ πιο δύσκολη και δεν αποκλείεται να τις δούμε να επιλέγουν διαφορετική κατεύθυνση.
