Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το κρασί ως δώρο από τους θεούς. Αιώνες τώρα, η παραγωγή του στον τόπο μας συνεχίζεται ασταμάτητα, με τα ελληνικά κρασιά να κατέχουν σημαντική θέση και ξεχωριστό χαρακτήρα στην παγκόσμια οινοποιία.
Αυτή τη φορά, θα μεταφερθούμε στα αμπέλια που φυτρώνουν σε έναν τόπο άνυδρο, ξερό, του οποίου τα χώματα, έχουν σημαδευτεί από τα καμώματα της Μητέρας Γης. Σε ένα νησί, το οποίο έχει περάσει τόσα πολλά, αλλά συνεχίζει παρόλα αυτά να γεμίζει από τόσο κόσμο που κοντεύει να βυθιστεί. Ό,τι έχει μείνει από αυτό δηλαδή…
Στην βραχώδη Σαντορίνη, εδώ και 3.500 χρόνια, παράγονται ποικιλίες κρασιού, μερικές από τις οποίες διαγράφουν ακόμα την πορεία τους μέσα στον χρόνο. Θα πίστευε κανείς, ότι ένα μέρος που έχει χτυπηθεί από την οργή ενός ηφαιστείου, δεν θα μπορούσε να είναι το σπίτι ενός από τα γλυκύτερα και πιο αγαπητά κρασιά της Ελλάδας.
Πριν από τόσο καιρό, όμως, όταν ακόμα περπατούσαν στο μισογκρεμισμένο νησί, άνθρωποι ντυμένοι με χιτώνες και σανδάλια, παραγόταν ένα κρασί, το οποίο επιβιώνει μέχρι σήμερα. Ο λεγόμενος «πάσσος», ήταν μια ποικιλία η οποία φύτρωνε στα μαύρα χώματα του νησιού. Το ηφαιστειογενές έδαφος και το ιδιαίτερο κλίμα του, έδιναν την δυνατότητα δημιουργίας εξαιρετικών και μοναδικών οίνων, τους οποίους οι αρχαίοι τιμούσαν δεόντως.
Τα νησιά του Αιγαίου είχαν αποκτήσει φήμη από την παραγωγή αυτού του κρασιού, ήδη από την αρχαιότητα. Αυτός ο οίνος με την γλυκιά γεύση και το κεχριμπαρένιο χρώμα, βρισκόταν μέσα στους κρατήρες των αρχαίων ελληνικών συμποσίων και εμπορευόταν και έξω από την Σαντορίνη.
Ακόμα και ο Ησίοδος γράφει γι’ αυτόν και αναφέρει ότι τα σταφύλια που ευδοκιμούσαν στο ηφαιστειακό έδαφος του νησιού, έπρεπε να κάτσουν κάτω από τον καυτό ήλιο για δέκα μέρες και έπειτα στην σκιά για άλλες πέντε. Οι σύγχρονοι κάτοικοι του νησιού, μετά από περίπου 2.700 χρόνια, ακολουθούν πιστά την ίδια σχεδόν διαδικασία παραγωγής.
Από τα νησιώτικα συμπόσια και τις οικίες της Κλασικής αρχαίας Ελλάδας, το κρασί έφτασε μέχρι τις επαρχίες της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τους ανθρώπους της Ελληνιστικής και έπειτα της Ρωμαϊκής εποχής.
Από εκεί, επιβίωσε μέχρι τους καιρούς της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Συγκεκριμένα, γνωστό ήταν περισσότερο την εποχή βασιλείας της δυναστείας των Κομνηνών, τον 12ο αιώνα, γλυκίζοντας τα τραπέζια των υπηκόων τους.
Η Δ’ Σταυροφορία, το 1204, σημάδεψε τον ελλαδικό χώρο σε πολλούς τομείς και στοιχεία που το αποδεικνύουν τα βλέπουμε και τα ακούμε και τώρα. Από τον αρχαίο ελληνικό «πάσσο», προήλθε το ξακουστό «Vinsanto». Από την απίστευτη γεύση του και την ισορροπημένη του σύνθεση, κάποιοι λένε ότι το όνομά του προέρχεται από τον ιταλικό χαρακτηρισμό «vino santo», δηλαδή «άγιο κρασί», «θείο κρασί». Πιο πιθανό, όμως, είναι να δηλώνει την καταγωγή του.
Οι Βενετοί κύριοι των νησιών, πολλές φορές έβγαζαν δικά τους ονόματα για τους τόπους που κατέκτησαν εκείνη την εποχή. Στην περίπτωση του πληγωμένου απ’ το ηφαίστειο νησιού, το οποίο πριν λεγόταν «Θήρα», οι Σταυροφόροι έδωσαν το όνομα μιας εκκλησίας. Αυτό της Αγίας Ειρήνης. Στα ιταλικά, «Santa Irini» και τελικά στα ελληνικά «Σαντορίνη».
Το κρασί από την Σαντορίνη, λοιπόν, ήταν αυτό που μάγεψε και τους ιππότες της Δύσης. Το «vino di Santorini», δηλαδή το Vinsanto. Κάποιους αιώνες μετά, άγγιξε μέχρι και την Ρωσία, όταν από το 1783, μετά την λήξη της πολύ σύντομης κατοχής του νησιού από την βορειότερη χώρα της Ασίας, έγινε τόσο αγαπητό που γνώρισε μέσα από το εμπόριό του εκεί, μεγάλη άνθηση.
Από τους κρατήρες και τις κύλικες (αγγεία για την πόση κρασιού) των αρχαίων Ελλήνων, Ρωμαίων και υπηκόων της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στα ποτήρια των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, ευγενών και πολιτών, μέχρι τα πλούσια μεσαιωνικά τραπέζια της Δυτικής Ευρώπης και την κρύα και χιονισμένη Ρωσία, το Vinsanto συνεχίζει να ταξιδεύει και από το ηφαιστειογενές έδαφος της Σαντορίνης, τώρα φτάνει μέχρι τα πέρατα του κόσμου, περήφανο για την καταγωγή του, ως ΠΟΠ προϊόν του αρχαίου νησιού.
Βιβλιογραφία:
