Με τη συμπλήρωση δεκαπενθημέρου από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, δύο απτές εξελίξεις οριοθετούν τα προσεχή σενάρια. Η πρώτη είναι η δήλωση Τραμπ ότι οι ΗΠΑ δεν είναι ακόμη έτοιμες για συμφωνία με το Ιράν, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη πραγματοποίηση μεγάλων πληγμάτων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ χωρίς ουσιαστική αντίσταση. Η δεύτερη είναι η προειδοποίηση της Τεχεράνης που ζητά να υπάρξουν εκκενώσεις αμάχων από λιμάνια των Εμιράτων.
Όλα δείχνουν ότι ο πόλεμος θα ενταθεί, με τις ΗΠΑ να εξακολουθούν, ακόμη, να συγκλίνουν με το Ισραήλ ως προς την ανάγκη πλήρους εξουθένωσης του καθεστώτος της Τεχεράνης. Το δε καθεστώς, εξακολουθεί να εμμένει στην προσπάθεια να πετύχει μέγιστη πίεση στους Άραβες ώστε εκείνοι να πιέσουν την Ουάσιγκτον. Στα στενά του Ορμούζ, εάν υπάρξει εκτεταμένη ναρκοθέτηση, τότε η διάρκεια της σύγκρουσης θα παραταθεί ούτως ή άλλως.
Εν μέσω συγκεχυμένων στοχεύσεων και θολών αναλύσεων, εξελίσσεται η μεγαλύτερη κρίση στη Μέση Ανατολή από το 2003. Είναι προφανές ότι η κλιμάκωση από πλευράς Ιράν με τα συνεχή πλήγματα σε αμερικανικές, βρετανικές και γαλλικές βάσεις σε αραβικές χώρες δεν εξηγείται μόνο μέσω της πολύ δύσκολης θέσης στην οποία έχει περιέλθει το ολοκληρωτικό καθεστώς της Τεχεράνης. Πρόκειται επίσης για συστηματική προσπάθεια δημιουργίας συνθηκών γενικότερης ανάφλεξης με διάρκεια, ώστε να πιεστούν οι Άραβες να πιέσουν την Ουάσιγκτον για την αναζήτηση διεξόδων και να αναδειχθεί σταδιακά η λανθάνουσα διάσταση στόχων μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ.
Ο Τραμπ θέλει μια κατά το δυνατό γρήγορη και εντυπωσιακή νίκη, ο Νετανιάχου επιμένει στην ανάγκη πλήρους κατάρρευσης και αλλαγής του καθεστώτος του Ιράν και μεταβολής του ρόλου του στην ευρύτερη περιοχή, ενδεχομένως και των συνόρων του. Κατάρρευση της θεοκρατίας και των παράλληλων δομών των Φρουρών της Επανάστασης με αλλαγή καθεστώτος ή αλλαγή μέσα στο καθεστώς, με την επικράτηση κάποιων περισσότερο πραγματιστικών στοιχείων; Αυτό το δίλημμα θα κριθεί την επόμενη περίοδο.
Όπως υπενθύμισε πρόσφατα η Κοντολίζα Ράϊς σε παρέμβασή της υπέρ της απόφασης Τραμπ για το Ιράν, το καθεστώς της Τεχεράνης ήταν και παραμένει ανοικτά εχθρικό προς τις ΗΠΑ, από το 1979 μέχρι σήμερα. Το ερώτημα είναι, ποια η στόχευση και ποια τα όρια της επέμβασης. Προς το παρόν, ο στρατηγικός βομβαρδισμός των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του καθεστώτος του Ιράν συνεχίζεται. Ο στρατηγικός βομβαρδισμός, δηλαδή η συστηματική, εκτενής και σε βάθος καταστροφή εχθρικών στρατιωτικών στόχων και στόχων υποδομής με παράλληλη προσπάθεια διάλυσης του ηθικού του αντιπάλου, υπήρξε κρίσιμο στοιχείο της πολεμικής στρατηγικής των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Σήμερα, για τις ΗΠΑ, οι δυνατότητες είναι τεράστιες, καθώς τα στρατηγικά βομβαρδιστικά αποτελούν ένα από τα τρία συστατικά του τριαδικού συστήματος στρατηγικών πληγμάτων (συμβατικών ή πυρηνικών), με τα άλλα δύο να είναι οι διηπειρωτικοί βαλλιστικοί πύραυλοι ξηράς και οι βαλλιστικοί πύραυλοι που εκτοξεύονται από τα υποβρύχια. Τα επόμενα πλήγματα που θα ακολουθήσουν, στα οποία πιθανότατα θα περιλαμβάνονται και νέοι στόχοι στη νήσο Χάργκ στον Περσικό Κόλπο, θα φέρουν εγγύτερα τη στιγμή της υπαρξιακής κρίσης στην Τεχεράνη.
Από το 2006, με τις στρατιωτικές νίκες της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, μέχρι το 2012, όταν επήλθε η νέα ρήξη με τον σουνιτικό ισλαμισμό λόγω των εξελίξεων στη Συρία, το καθεστώς στο Ιράν απήλαυσε μια περίοδο ευρύτερης μουσουλμανικής αίγλης και επιρροής. Σήμερα, σε πλήρη αντίθεση, το καθεστώς της Τεχεράνης βρίσκεται στο πιο δύσκολο και ευάλωτο σημείο της διαδρομής του.
Με δυο λόγια, το γεγονός ότι η συνεχιζόμενη καταστροφή του Ιράν δεν συνεπάγεται απαραίτητα αύξηση των πιθανοτήτων για διπλωματική λύση οφείλεται στη φύση του αυταρχικού και θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης. Υπάρχει ακραία ασυμμετρία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης αναφορικά με τα κριτήρια αλλά και τη σημασία της εσωτερικής πίεσης ως προς τον τερματισμό του πολέμου. Θα μπορέσουν οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις να διαδραματίσουν έναν περισσότερο ορθολογικό ρόλο, απεγκλωβιζόμενες από την θανατηφόρα αγκαλιά των Φρουρών της Επανάστασης; Θα μπορέσουν στοιχεία της ιρανικής κοινωνίας να οργανώσουν, εκμεταλλευόμενα τον πόλεμο, μια εναλλακτική κυβερνητική πλατφόρμα; Η συνεχής εμπλοκή Ιρανών της διασποράς δεν αρκεί από μόνη της.
Τα δίκτυα των Φρουρών της Επανάστασης και του ανώτερου σιϊτικού κλήρου είναι πολλαπλά και παραμένουν ισχυρά. Η αλλαγή καθεστώτος μέσω στρατιωτικής εμπλοκής είναι δύσκολο να νοηθεί χωρίς παρουσία στρατευμάτων. Όταν ο Τραμπ δηλώνει, μόλις προχθές, ότι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν «θα συμβεί αλλά όχι άμεσα», ενώ παράλληλα μετακινεί περισσότερα πολεμικά πλοία αλλά και πεζοναύτες προς την περιοχή, τα σενάρια αρχίζουν να διευκρινίζονται.
Προφανώς μια μεγάλη στρατιωτική χερσαία εισβολή θα ήταν αδιανόητα επικίνδυνη και παραμένει απίθανη, αλλά υπάρχει η δυνατότητα για επικεντρωμένες επεμβάσεις με ειδικούς στόχους, όπως είναι οι πυρηνικές εγκαταστάσεις, με δυνάμεις ταχείας ανάπτυξης. Πράγματι, σύμφωνα με το CBS News, οι νέες δυνάμεις θα προέλθουν από μονάδες αμφίβιας ετοιμότητας πεζοναυτών που έχουν έδρα την Ιαπωνία.
Ακόμη και αν το ίδιο το καθεστώς της Τεχεράνης δεν αλλάξει ριζικά, η Μέση Ανατολή δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια. Η πίεση που προσπαθεί να ασκήσει το Ιράν μέσω πληγμάτων στη γειτονιά του το απομονώνει περαιτέρω, οι ρωγμές πολλαπλασιάζονται, η ανασφάλεια προσβάλει και τα εκσυγχρονισμένα αυταρχικά πριγκιπάτα του Κόλπου, η Σαουδική Αραβία προσβλέπει στο Πακιστάν αλλά και στη Δύση, ο Λίβανος διέρχεται μια νέα περίοδο συγκρούσεων με ενδεχόμενη – αλλά κατά κανένα τρόπο εγγυημένη – την μεγαλύτερη υποχώρηση του ρόλου της Χεζμπολάχ, ενώ η Τουρκία παρακολουθεί με έντονο προβληματισμό την περιπέτεια της Τεχεράνης.
Για το καθεστώς της Άγκυρας το δίλημμα αρχίζει να πλησιάζει: η φιλόδοξη προσπάθεια να καταλάβει το κενό που ίσως αφήσει το Ιράν δεν θα μπορέσει εύκολα να συνδυαστεί με επαναπροσέγγιση της Δύσης, εκτός αν βρεθούν τρόποι να διαμορφωθεί ένας νέος ρόλος για την Άγκυρα, στην κόψη του ξυραφιού, με τη βοήθεια χρήσιμων ηλίθιων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
*Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής και Πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στη London School of Economics και κάτοχος της Έδρας Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στη Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts στις ΗΠΑ. Βιβλία, άρθρα και παρεμβάσεις του έχουν δημοσιευτεί στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα γερμανικά.
