Όλοι γνωρίζουμε ένα από τα διασημότερα αξιοθέατα της Ιταλίας, τον Πύργο της Πίζας. Μάλλον, ακριβέστερα, τον Κεκλιμένο Πύργο της Πίζας. Γνωρίζουμε, όμως, τι έχει περάσει όλους αυτούς τους αιώνες; Από αρχιτεκτονικής άποψης, έχει την ομορφιά της ρομανικών κτισμάτων της εποχής του. Έχει, όμως, και κλίση… Τι πήγε λάθος;
Πριν από αιώνες, αποφασίστηκε ότι και η πόλη της Πίζας θα έπρεπε να έχει έναν αξιοπρεπή Καθεδρικό Ναό. Μετά την κατασκευή του, αποφασίστηκε επίσης να προστεθεί σε αυτόν και ένα καμπαναριό. Οι υπεύθυνοι του έργου, ξεκίνησαν να δουλεύουν το 1173.
Το ισόγειο ήταν μαρμάρινο. Εξωτερικά περιτρεχόταν από τυφλά αψιδώματα (κλειστή αψίδα ενσωματωμένη στον τοίχο) και κίονες κορινθιακού ρυθμού. Το κτίσμα αναμενόταν να ταιριάζει με την ομορφιά και την χάρη του ναού του. Στη συνέχεια, ξεκίνησε το χτίσιμο των επόμενων ορόφων.
Έγινε ο πρώτος όροφος. Κανένα πρόβλημα. Έγινε ο δεύτερος όροφος. Όλα καλά. Μάλλον μετά, κατά τη διάρκεια οικοδόμησης του τρίτου ορόφου, άρχισε να συμβαίνει κάτι παράξενο. Το 1178, οι εργάτες πρέπει να παρατήρησαν κάτι ανησυχητικό. Το κτίσμα, στα μισά σχεδόν της οικοδόμησής του, άρχισε να…γέρνει προς την μία πλευρά.
Μάλλον οι υπεύθυνοι βιάστηκαν λίγο. Οι θεμελιώσεις του κτιρίου εκτείνονταν μόνο 3 μέτρα και το έδαφος στο οποίο άρχισε να κτίζεται το καμπαναριό, ήταν μαλακό και ασταθές. Οι τότε αρχιτέκτονές του βρέθηκαν σε προσωρινό αδιέξοδο.
Εκείνη την εποχή, η Πίζα βρισκόταν σε συνεχή σύγκρουση με άλλες δυνάμεις της Βόρειας Ιταλίας. Την Φλωρεντία και την Γένοβα. Με αφορμή τις πολεμικές αναταραχές στην πόλη, λοιπόν, οι εργασίες για το άτυχο καμπαναριό σταμάτησαν.
Φαίνεται ότι το πρόβλημα που προκλήθηκε στην αρχή ακόμα της οικοδόμησής του, δεν μπορούσε να λυθεί εύκολα, αφού κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί του για τα επόμενα 100 χρόνια. Αυτός που ανέλαβε το εγχείρημα της συνέχισης των εργασιών, ήταν ο Giovanni di Simone (Τζοβάνι ντι Σιμόνε). Ο Τζοβάνι, αποφάσισε να συνεχίσει να προσθέτει ορόφους. Αυτή τη φορά, όμως, ορόφους που η μία πλευρά τους ήταν πιο κοντή από την άλλη.
Το σκεπτικό του ήταν να ισορροπήσει το κτίριο και να διορθωθεί η κλίση του. Το κακό είναι, ότι η κατάσταση έγινε χειρότερη. Το κτίριο, ψηλότερο μεν από πριν, συνέχισε μετά από αυτές τις προσθήκες να γέρνει όλο και περισσότερο. Η ιδέα του Τζοβάνι δεν είχε επιτυχία. Για να μην γίνει περαιτέρω ζημιά, σταμάτησαν και πάλι οι εργασίες.
Το μισό καμπαναριό, παρόλο που δεν το πείραζε κανείς, χρόνο με τον χρόνο συνέχιζε να λοξοδρομεί. Με αργούς ρυθμούς, αλλά σταθερά. Ακόμα 100 χρόνια αργότερα, όταν το καμπαναριό δεν «απειλούσε» να καταρρεύσει, κατασκευάστηκε η κορυφή του. Το 1372, το καμπαναριό του Καθεδρικού Ναού της Πίζας είχε επιτέλους ολοκληρωθεί. Πήρε απλά τον χρόνο του. Ή μάλλον, 200.
Παρέμενε, όμως, πάντα το πρόβλημα της κλίσης του. Το 1838, ο αρχιτέκτονας Alessandro della Gherardesca (Αλεσάντρο ντελα Γκεραρντέσκα) επιχείρησε την διόρθωση του σφάλματος των τεχνιτών του Μεσαίωνα. Σε διάφορα σημεία του κτιρίου, τα οποία είχαν υποχωρήσει στο έδαφος, αντικατέστησε το χώμα με μια μαρμάρινη βάση.
Ούτε αυτό, όμως, δεν λειτούργησε υπέρ του. Το καμπαναριό συνέχισε να στραβώνει τον κάθετο άξονά του, ο οποίος σε λίγο θα γινόταν διαγώνιος. Όλοι φοβήθηκαν ότι θα κατέρρεε. Έτσι, το άφησαν και πάλι στην ησυχία του. Κάποια στιγμή, λόγω του μεγάλου βάρους του, τελικά σταθεροποιήθηκε. Παρέμενε, όμως, γερτός.
Χαρακτηριστικό που φαίνεται ότι συνέχισε να ενοχλεί και τους ανθρώπους του 20ου, αλλά και του δικού μας αιώνα. Το 1990, μετά από επιπλέον προσπάθειες για την ευθυγράμμισή του, αποφασίστηκε να κλείσει και να περάσει σε διαδικασίες πρώτα συντήρησης και έπειτα προσεκτικής επιδιόρθωσης. Όταν άνοιξε το 2001, είχε επιτευχθεί για πρώτη φορά στην ιστορία του, η μείωση της κλίσης του.
Το καμπαναριό λειτούργησε κανονικά όλους αυτούς τους αιώνες, σηματοδοτώντας τον χρόνο με τις επτά καμπάνες του. Έχει ύψος 60 μέτρα και ζυγίζει 14.500 τόνους. Έχει επιβιώσει από τις καιρικές συνθήκες, αλλά και από σεισμούς. Ίσως η πεισματική αυτή απομάκρυνσή του από τον Καθεδρικό Ναό, να είναι ο λόγος που πλέον έχει διαχωρισθεί από αυτόν στον νου όλων και κατέληξε να χαρακτηρίζεται «Πύργος», ξεχωριστός και μόνος.
Έχει καταλήξει να είναι το σύμβολο της πόλης, αλλά και ένα από τα σύμβολα της Ιταλίας και η κλίση του δεν απωθεί, αλλά είναι αυτό που έλκει τους αμέτρητους τουρίστες που το επισκέπτονται κάθε χρόνο. Δικαίως, λοιπόν, έχει τοποθετηθεί στην Piazza dei Miracoli, δηλαδή την Πλατεία των Θαυμάτων, αφού αποτελεί θαύμα το πώς στέκεται ακόμα. Έστω και λίγο στραβά…
Βιβλιογραφία:
