Μαχητικά αεροσκάφη στο κατάστρωμα πτήσεων του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln, 3 Μαρτίου 2026
Ρ. Μαϊνάρντους: Ο πύραυλος στην Τουρκία, ο νέος πραγματισμός Μερτς και το vertigo της Ευρώπης
U.S. Navy via AP
U.S. Navy via AP
Μαχητικά αεροσκάφη στο κατάστρωμα πτήσεων του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln, 3 Μαρτίου 2026

Ρ. Μαϊνάρντους: Ο πύραυλος στην Τουρκία, ο νέος πραγματισμός Μερτς και το vertigo της Ευρώπης

Εν μέσω ραγδαίας κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, και με φόντο την κατάρριψη πυραύλου με κατεύθυνση την Τουρκία από τις συμμαχικές δομές, ο Δρ Ρόναλντ Μαϊνάρντους, ανώτερος ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ, μιλά στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη για τη δυναμική που προσλαμβάνει ο πόλεμος, τον «νέο πραγματισμό» του Φρίντριχ Μερτς απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ και τον διχασμό της Ευρώπης σχεδόν ως κανονικότητα πλέον απέναντι σε κρίσιμα ζητήματα της παγκόσμιας πολιτικής.

Για ποιοτική κλιμάκωση της σύγκρουσης που φέρνει για πρώτη φορά κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ -και δη την Τουρκία, η οποία πέραν του ότι στηρίζει το ιρανικό καθεστώς, είναι μακράν στρατιωτικά ισχυρότερη των κρατών του Κόλπου- κάνει λόγο ο κ. Μαϊνάρντους. Όσον αφορά την Ευρώπη, επισημαίνει ότι θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι η απειλή περιορίζεται αποκλειστικά στην Κύπρο, μεταφέροντας τις ανησυχίες που επικρατούν στο Βερολίνο στη βάση των εκτιμήσεων ειδικών ότι όσο πιο απελπιστική γίνεται η στρατιωτική κατάσταση του καθεστώτος στα συμβατικά πεδία μάχης, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος υβριδικών και τρομοκρατικών επιθέσεων.

Δεν διακρίνει σαφή στρατηγική για την «επόμενη ημέρα» στο Ιράν ο Δρ Μαϊνάρντους. Ευνοϊκότερο σενάριο η πολιτική αλλαγή, όμως θεωρεί ως πιθανότερη έκβαση του πολέμου να εγκαθιδρύσουν οι εναπομείνασες ελίτ ένα νέο καθεστώς, διατηρώντας τις βασικές δομές εξουσίας. Στο δυσμενέστερο σενάριο προβάλλει η διολίσθηση σε έναν εμφύλιο πόλεμο, με σοβαρές επιπτώσεις για την Ευρώπη. Σοβαρότατες είναι την ίδια στιγμή και οι επιπτώσεις για την Ουκρανία κάθε μέρα που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή παρατείνεται.

Ο Ρόναλντ Μαϊνάρντους μιλά για την Ευρώπη ως θεατή των εξελίξεων, καθώς και για την απουσία ενιαίου ευρωπαϊκού μετώπου σε κρίσιμα στρατιωτικά ζητήματα με φόντο και το Σχήμα Ε3 (Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία), ενώ «αποκωδικοποιώντας» τη συνάντηση των Φρίντριχ Μερτς και Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, επισημαίνει πως κατέστη σαφές ότι η διατήρηση ανοιχτών διαύλων στη διατλαντική επικοινωνία -ακόμη και υπό εντελώς πρωτόγνωρες συνθήκες- αποτελεί βασική προτεραιότητα του καγκελαρίου – και εξηγεί ποιος είναι αυτός ο νέος πραγματισμός που ενσαρκώνει ο Μερτς στη γερμανική εξωτερική πολιτική.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Μαϊνάρντους, τι σηματοδοτεί η αναχαίτιση του ιρανικού βαλλιστικού πυραύλου με κατεύθυνση προς την Τουρκία για τη δυναμική της σύγκρουσης;

Το περιστατικό καταδεικνύει πόσο εκρηκτική είναι η κατάσταση, καθώς για πρώτη φορά ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ πλήττεται άμεσα από τις εχθροπραξίες. Η κατάρριψη του βαλλιστικού πυραύλου από το σύστημα αεράμυνας της Συμμαχίας δείχνει ότι η δυτική συμμαχία φαίνεται να είναι προετοιμασμένη για τέτοιου είδους επιθέσεις. Αυτή είναι η καλή είδηση.

Η κακή είδηση είναι ότι η Τεχεράνη προφανώς δεν έχει κανέναν δισταγμό να κλιμακώσει περαιτέρω τη σύγκρουση, με στόχο να πυροδοτήσει μια γενικευμένη περιφερειακή ανάφλεξη. Μέχρι σήμερα, οι ιρανικοί πύραυλοι και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη στρέφονταν κυρίως κατά των στρατιωτικά συγκριτικά πιο αδύναμων και λιγότερο έμπειρων αραβικών γειτόνων στον Κόλπο - και πιο πρόσφατα κατά της Κύπρου. Το να ανοίξει πυρ εναντίον της Τουρκίας έχει εντελώς διαφορετική βαρύτητα.

Και όχι μόνο λόγω της ιδιότητας της Άγκυρας ως μέλους του ΝΑΤΟ και της δυνατότητας ενεργοποίησης του μηχανισμού συλλογικής άμυνας του Άρθρου 5. Η Τουρκία αποτελεί στρατιωτικό γίγαντα και έχει αποδείξει διαχρονικά ότι δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τις ένοπλες δυνάμεις της πέραν των συνόρων της, όταν θεωρεί ότι απειλούνται τα συμφέροντά της. Σε αυτή την περίπτωση, η Άγκυρα έχει ήδη απειλήσει με αντίποινα.

Για τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πρόκειται για μια μαύρη ημέρα. Μέχρι και την τελευταία στιγμή είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διαμεσολαβητής. Η Τεχεράνη έδειξε με δραματικό τρόπο ότι δεν ενδιαφέρεται για τη διαμεσολάβηση της Τουρκίας - τουλάχιστον όχι σε αυτή τη φάση του πολέμου. Και αυτό επίσης αποτελεί κακό οιωνό - για όλους μας.

Τι ήλθε να καταδείξει η συνάντηση των Φρίντριχ Μερτς και Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο σε σχέση με τον προσανατολισμό της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής με φόντο τον πόλεμο στο Ιράν;

Η επίσκεψη του Γερμανού καγκελαρίου στον Λευκό Οίκο είχε συμφωνηθεί γύρω στα Χριστούγεννα. Έκτοτε, όμως, στην διεθνή πολιτική έχουν συμβεί δραματικές εξελίξεις. Ο Μερτς σκόπευε αρχικά να συζητήσει με τον Τραμπ για την Ουκρανία και για τους νέους αμερικανικούς δασμούς - δύο ζητήματα που κυριαρχούν στην εξωτερική πολιτική ατζέντα του Βερολίνου. Ωστόσο, με τον πόλεμο στο Ιράν όλα έχουν αλλάξει ριζικά - συμπεριλαμβανομένης της ημερήσιας διάταξης στο Οβάλ Γραφείο.

Μπορεί ήδη να θεωρηθεί επιτυχία το γεγονός ότι ο Μερτς κατάφερε να θέσει στη συζήτηση τα ζητήματα των δασμών και της Ουκρανίας. Και αυτό σε μια ιδιαίτερα άνιση συνάντηση, κατά την οποία -όπως παρατήρησε Γερμανός δημοσιογράφος- ο Αμερικανός πρόεδρος κάλυψε το 90% του χρόνου ομιλίας. Από τις τηλεοπτικές εικόνες μπορούσε κανείς να δει πώς ο Φρίντριχ Μερτς υπέμεινε όλη αυτή τη διαδικασία με στωικότητα.

Κατέβαλε προσπάθεια να μην προκαλέσει τον απρόβλεπτο οικοδεσπότη του - στάση για την οποία ο Τραμπ τον επαίνεσε με ιδιαίτερη θέρμη. Για τον Γερμανό καγκελάριο αυτό συνιστά μια επιτυχία, μικρή μεν, αλλά πάντως υπαρκτή. Η διατήρηση ανοικτών διαύλων στη διατλαντική επικοινωνία, ακόμη και υπό εντελώς πρωτόγνωρες συνθήκες, αποτελεί βασική προτεραιότητα για τον καγκελάριο. Σε ό,τι αφορά το Ιράν, ο Μερτς προχώρησε σε σημαντικές παραχωρήσεις προς την αμερικανική πλευρά.

Τις αμφιβολίες για τη νομιμότητα των επιθέσεων -οι οποίες διατυπώνονται ευρέως και στη Γερμανία- δεν τις ανέφερε ούτε μία φορά. Το ίδιο ισχύει και για τις διάχυτες ανησυχίες σχετικά με τη διάβρωση του Διεθνούς Δικαίου και της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες, την οποία, σύμφωνα με πολλούς επικριτές, προωθεί ο Τραμπ. «Δεν είναι η στιγμή να εμφανιστεί κανείς ως σχολαστικός δάσκαλος», δήλωσε ο καγκελάριος.

Εξάλλου, ούτε η Γερμανία ούτε η Ευρώπη διαθέτουν τα στρατιωτικά μέσα για να επιβάλουν στην πράξη τις δικές τους αντιλήψεις. Η παραδοχή αυτή συνιστά ταυτόχρονα και αναγνώριση των πραγματικοτήτων. Ο Φρίντριχ Μερτς ενσαρκώνει έναν νέο πραγματισμό - και μια θεμελιώδη απομάκρυνση από μια γερμανική εξωτερική πολιτική στην οποία, μέχρι πρόσφατα, σαφώς προσδιορισμένες αξίες κατείχαν κεντρική θέση.

Ποια εικόνα εκπέμπει η Ευρώπη και πώς αξιολογείτε τη στάση του Σχήματος E3 (Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία); Όταν κάνει λόγο για «αμυντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις», πώς ορίζεται αυτό στην πράξη; 

Πλέον θεωρείται σχεδόν δεδομένο ότι οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται διχασμένοι σε κρίσιμα ζητήματα της παγκόσμιας πολιτικής. Την κατάσταση δεν βοηθά το γεγονός ότι, στην τρέχουσα φάση, διαδραματίζουν ελάχιστο ρόλο. Οι Ισραηλινοί και οι Αμερικανοί έχουν ωθήσει τους Ευρωπαίους στο περιθώριο, υποβαθμίζοντάς τους σε ρόλο θεατή. Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Στους πολέμους της Ουάσινγκτον στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, Ευρωπαίοι στρατιώτες πολέμησαν στην πρώτη γραμμή. Όλα αυτά, όμως, ανήκουν πλέον στο παρελθόν.

Στην κοινή δήλωση της Γαλλίας, της Βρετανίας και της Γερμανίας το περασμένο Σαββατοκύριακο αποτυπώνεται η εσωτερική διχόνοια -και κατ’ επέκταση η αδυναμία- της Ευρώπης. Αξίζει να διαβαστεί προσεκτικά το κείμενο των Ε3. Ενώ αρχικά μπορεί να δημιουργείται η εντύπωση ότι το Βερολίνο, το Λονδίνο και το Παρίσι προτίθενται να προσφέρουν άμεση στρατιωτική υποστήριξη, η γερμανική πλευρά αναδίπλωσε λίγο αργότερα.

«Δεν πρόκειται να συμμετάσχουμε στον πόλεμο με κανέναν τρόπο» ούτε να διαθέσουμε «οποιεσδήποτε στρατιωτικές διευκολύνσεις», δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών. Προς το παρόν, σε κρίσιμα στρατιωτικά ζητήματα δεν υπάρχει ενιαίο ευρωπαϊκό μέτωπο.

Πού βρίσκονται οι κοινοτικοί θεσμοί σε αυτή τη μείζονα κρίση - και όταν η Κύπρος, κράτος-μέλος της ΕΕ και μάλιστα προεδρεύουσα του Συμβουλίου τελεί σε κατάσταση συναγερμού; Η Γερμανία προτίθεται να στείλει πολεμικό πλοίο στις ακτές της Κύπρου μετά την Ελλάδα και τη Γαλλία;

Δεν διακρίνω μια συντονισμένη, κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση, κάτι που οφείλεται πρωτίστως στο γεγονός ότι δεν υπάρχει ένας εδραιωμένος ευρωπαϊκός μηχανισμός για την αντιμετώπιση επιθέσεων αυτού του είδους. Οι δυναμικές αντιδράσεις της Ελλάδας και της Γαλλίας, με τους ιδιαίτερους -και εν μέρει στρατηγικούς- δεσμούς που διατηρούν με την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, αποτελούν μάλλον μια ειδική περίπτωση. Σε δημοσιογραφικές αναφορές γίνεται λόγος για επαφές μεταξύ Λευκωσίας και Βερολίνου, σε διαφορετικά επίπεδα, σχετικά με ενδεχόμενη γερμανική στρατιωτική συνδρομή.

Επισήμως, μέχρι στιγμής, δεν έχω δει κάτι τέτοιο - ενδεχομένως να μου έχει διαφύγει κάποια πληροφορία. Από καλά ενημερωμένη πηγή πληροφορούμαι ότι η γερμανική φρεγάτα που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην περιοχή στο πλαίσιο της αποστολής UNIFIL θα μπορούσε να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο. Ωστόσο, η αποστολή πρόσθετων μονάδων ή στρατιωτικού υλικού από τη Γερμανία προς την Κύπρο θεωρείται -όπως ακούω- απίθανη. Ο λόγος, σύμφωνα με την ίδια πηγή, είναι ότι οτιδήποτε μπορεί να διαθέσει η Bundeswehr έχει ήδη δεσμευθεί για την Ουκρανία.

Πώς αξιολογείτε τον κίνδυνο για τα ευρωπαϊκά κράτη στο βαθμό που η ιρανική πλευρά απειλεί ότι θα στοχεύσει χώρες που θεωρεί εμπλεκόμενες;

Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι η απειλή περιορίζεται αποκλειστικά στην Κύπρο. Η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι κάθε υποστήριξη προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ θα θεωρηθεί επίθεση. Τις πιθανές συνέπειες τις βλέπουμε αυτές τις ημέρες στα κράτη του Κόλπου.

Οι γερμανικές αρχές ανησυχούν λιγότερο για ενδεχόμενες πυραυλικές επιθέσεις· στο Βερολίνο ο φόβος επικεντρώνεται περισσότερο στο ενδεχόμενο να καταστεί η χώρα στόχος τρομοκρατικών ενεργειών, παρόμοιων με εκείνες που έχουν σημειωθεί στο παρελθόν. Όπως προειδοποιούν ειδικοί, όσο πιο απελπιστική γίνεται η στρατιωτική κατάσταση του καθεστώτος στα συμβατικά πεδία μάχης, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος υβριδικών και τρομοκρατικών επιθέσεων.

Ποια είναι η εκτίμησή σας για τη χρονική διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων και ποιες οι εκδοχές της «επόμενης ημέρας» του Ιράν;

Τα ερωτήματα αυτά τίθενται σήμερα από πολλούς. Και ο Φρίντριχ Μερτς θέλησε να μάθει από τον Ντόναλντ Τραμπ ποια είναι η στρατηγική για την «επόμενη ημέρα». Όπως δήλωσε αργότερα, στο καίριο αυτό ζήτημα διέκρινε στον Τραμπ «μια κάποια αβεβαιότητα». Φαίνεται ότι οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί δεν διαθέτουν συγκεκριμένο σχέδιο - και, εάν πράγματι έχουν, το κρατούν για τον εαυτό τους.

Σε μια τέτοια κατάσταση είμαστε αναγκασμένοι να στηριζόμαστε στις εκτιμήσεις των ειδικών, αν και, κατά την εντύπωσή μου, ούτε αυτοί διαθέτουν σαφείς απαντήσεις. Στο ευνοϊκότερο σενάριο, όπως ερμηνεύω τις διαθέσιμες πληροφορίες, οι αεροπορικές επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια λαϊκή εξέγερση που θα οδηγούσε σε πολιτική αλλαγή. Πιθανότερο, ωστόσο, φαίνεται το ενδεχόμενο οι εναπομείνασες ελίτ να εγκαθιδρύσουν ένα νέο καθεστώς, διατηρώντας τις βασικές δομές εξουσίας.

Στο δυσμενέστερο σενάριο, η χώρα κινδυνεύει να βυθιστεί σε κενό εξουσίας, παρόμοιο με εκείνο που ακολούθησε την ανατροπή του Καντάφι στη Λιβύη. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε συγκρούσεις μεταξύ αντίπαλων ομάδων και φατριών, με τη χώρα να διολισθαίνει σε εμφύλιο πόλεμο - εξέλιξη που, με τη σειρά της, θα προκαλούσε ένα μαζικό προσφυγικό κύμα το οποίο, αργά ή γρήγορα, θα έφθανε και στις ακτές της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, οποιαδήποτε αναφορά σε χρονοδιαγράμματα θα αποτελούσε καθαρή εικασία.

Κινδυνεύει η στήριξη προς την Ουκρανία αν στρατιωτικοί και οικονομικοί πόροι διοχετεύονται όλο και περισσότερο σε ένα νέο θέατρο συγκρούσεων; Βλέπει «ευκαιρίες» ο Βλαντιμίρ Πούτιν;

Φυσικά, ο νέος πόλεμος έχει επιπτώσεις και στον πόλεμο στην Ουκρανία. Αυτό το διαπίστωσε και ο Φρίντριχ Μερτς, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έδειξε καμία ιδιαίτερη διάθεση να ανταποκριθεί στις πιέσεις του σχετικά με το Ουκρανικό ζήτημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη έχουν διαφορετικές προτεραιότητες: ενώ ο Τραμπ, μαζί με τον Νετανιάχου, διεξάγει πόλεμο εναντίον του ιρανικού καθεστώτος, για τους Ευρωπαίους η στήριξη της Ουκρανίας απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα παραμένει πρώτη προτεραιότητα.

Αυτό εξυπηρετεί τον Ρώσο πρόεδρο. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν αποκομίζει πολιτικά οφέλη από την ενασχόληση των Αμερικανών με το Ιράν, καθώς δεν χρειάζεται να φοβάται ότι θα πιεστεί από την Ουάσινγκτον να προχωρήσει σε παραχωρήσεις. Οι Ρώσοι επωφελούνται και οικονομικά: εάν οι παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου παραμείνουν για μεγαλύτερο διάστημα σε υψηλά επίπεδα εξαιτίας της κρίσης στη Μέση Ανατολή, τα έσοδα της Ρωσίας από το πετρέλαιο θα μπορούσαν να αυξηθούν σημαντικά, ενισχύοντας το πολεμικό ταμείο του Πούτιν. Κάθε ημέρα που παρατείνεται ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι μια κακή ημέρα για την Ουκρανία.


Ο Δρ Ρόναλντ Μαϊνάρντους είναι Κύριος Ερευνητής στο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)