F/A-18E Super Hornet ετοιμάζεται για απογείωση από το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln στο πλαίσιο της Επιχείρησης Epic Fury, 28 Φεβρουαρίου 2026
Σωτ. Σέρμπος: Το «endgame» ΗΠΑ-Ιράν και η στρατηγική ασπίδα στην Κύπρο
U.S. Navy via AP
U.S. Navy via AP
F/A-18E Super Hornet ετοιμάζεται για απογείωση από το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln στο πλαίσιο της Επιχείρησης Epic Fury, 28 Φεβρουαρίου 2026

Σωτ. Σέρμπος: Το «endgame» ΗΠΑ-Ιράν και η στρατηγική ασπίδα στην Κύπρο

Στρατηγική ωριμότητα απαιτεί η συγκυρία και η ελληνική αμυντική συνδρομή προς την Κύπρο, πέραν της αυτονόητης αλληλεγγύης, υποδεικνύει ενεργή παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και διεκδίκηση ρόλου στην υπό διαμόρφωση αρχιτεκτονική ασφαλείας και την περιφερειακή ισορροπία ισχύος, επισημαίνει ο Σωτήριος Σέρμπος, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και σύμβουλος του πρωθυπουργού για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη. Ως προς την έκβαση του πολέμου, εκτιμά ότι θα καταλήξει σε επώδυνο συμβιβασμό-συνθηκολόγηση μίας πλήρως αποδυναμωμένης Τεχεράνης αλλά όχι σε αλλαγή καθεστώτος.

Η στρατηγική επιδίωξη της Ουάσινγκτον είναι να εξαλείψει την απειλή του πυρηνικού και βαλλιστικού οπλοστασίου και τα δίκτυα τρομοκρατίας των πληρεξουσίων του καθεστώς, επιβάλλοντας τους όρους μίας νέας συμφωνίας και κατ’ επέκταση τους νέους όρους ισορροπίας στη Μέση Ανατολή. Δεδομένου ότι περίοδοι κρίσης ή αποσταθεροποίησης λειτουργούν ως ενδιάμεσα στάδια πριν από τη διαμόρφωση του νέου περιβάλλοντος, η Ελλάδα καλείται να κινηθεί ενεργητικά, επισημαίνει ο Σωτήριος Σέρμπος. Οι ρόλοι δεν εκχωρούνται· διεκδικούνται, υπογραμμίζει ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, και σημειώνοντας πως η Κύπρος αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος και κρίσιμο κόμβο στην Ανατολική Μεσόγειο, αναφέρει πως η ελληνική παρουσία εκπέμπει μηνύματα τόσο προς την Άγκυρα, όσο και προς την προεδρία Τραμπ ότι είναι «εδώ» για τη διαμόρφωση της επόμενης ημέρας.

Το ισλαμικό καθεστώς του Ιράν «έχει χάσει το παιχνίδι» ήδη από την επομένη της 7ης Οκτωβρίου και ας επιχειρεί τώρα να προκαλέσει φόβο και αβεβαιότητα με στρατηγικά λανθασμένες κινήσεις κλιμάκωσης κατά των κρατών του Κόλπου, και πέραν αυτών, ως μέσο για να επιφέρει κόστος στις ΗΠΑ, και με παράλληλες απειλές για τα Στενά του Ορμούζ, αλλά δεν μπορεί να το πράττει επ’ αόριστον, δηλώνει ο κ. Σέρμπος. 

Δεν διακρίνει ωστόσο προοπτική κατάρρευσης του καθεστώς - είναι βαθιά εδραιωμένο και παραμένει εσωτερικά συμπαγές, χωρίς οργανωμένη εναλλακτική εξουσία, αναφέρει και εκτιμά ότι, κάποια στιγμή, πιο πραγματιστικά στοιχεία θα επιλέξουν τη διατήρηση της εξουσίας αντί της ιδεολογικής ακαμψίας. Τα αεροπορικά πλήγματα δεν αρκούν για την πτώση του, αναφέρει επίσης, ενώ για τις ΗΠΑ τα μαθήματα που αντλήθηκαν από το Ιράκ είναι ακόμα νωπά και ο Ντόναλντ Τραμπ έχει να συνυπολογίσει και την οικονομία και τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης...

Κύριε Σέρμπο, ποια είναι η εκτίμησή σας για τη στρατηγική των ΗΠΑ και την πορεία του πολέμου κατά του καθεστώτος του Ιράν; Βλέπουμε μία σύγκρουση που διαχέεται - μαζί της και οι φόβοι για την ασφάλεια και την οικονομία. Πόσο εκτιμάτε ότι θα διαρκέσει ο πόλεμος και τι θα σημάνει τη λήξη του;

Ξεκινώντας, θα ήθελα να επαναλάβω κάτι που τονίζω πάντοτε ειδικά όσον αφορά τη Μέση Ανατολή: αν δεν βρίσκεσαι επιτόπου («on the ground»), ώστε να έχεις πραγματική επαφή με τις καταστάσεις, σου λείπει ένα κρίσιμο στοιχείο πληροφόρησης, και συνεπώς κατανόησης των εξελίξεων. Ιδίως σε ό,τι αφορά το τι συμβαίνει στο εσωτερικό του Ιράν και του καθεστώτος, μόνο υπηρεσίες όπως η CIA και η Μοσάντ διαθέτουν τις αντίστοιχες δυνατότητες πληροφόρησης και καλύτερη εικόνα. Γι’ αυτό και συχνά αιφνιδιαζόμαστε από εξελίξεις· μας λείπει κρίσιμη πληροφόρηση.

Αυτό αναδεικνύει και τη σημασία του πληροφοριακού πολέμου - κάτι που πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη και η Ελλάδα. Είναι ένα κρίσιμο πεδίο όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ διαθέτουν σαφές πλεονέκτημα, μαζί με το τεχνολογικό τους προβάδισμα. Και ασφαλώς αυτό, και το πόσο εύκολα καταστράφηκαν συστήματα, υποδομές και δομές, δεν αφήνει καθόλου «αδιάφορες» την Κίνα και την Ρωσία.

Παρά την κατανοητή ανησυχία, δεν θεωρώ -με τα έως τώρα δεδομένα- ότι οδηγούμαστε σε ανεξέλεγκτη αποσταθεροποίηση για την περιοχή και την παγκόσμια οικονομία. Εκτιμώ πως υπάρχουν στοιχεία υπερβολής σε ορισμένες αναλύσεις όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στη Δύση.

Το Ιράν βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε θέση αδυναμίας, δίχως ουσιαστικές επιλογές. Έχει δεχθεί τεράστιο πλήγμα η περιφερειακή επιρροή του από την 7η Οκτωβρίου και έπειτα, με την επίθεση της Χαμάς και τον πόλεμο του Ισραήλ που ακολούθησε. Τότε είχα επισημάνει ότι επρόκειτο για στρατηγικό σφάλμα της Τεχεράνης με μεγάλο κόστος. Ποιος θα φανταζόταν ότι θα φτάναμε ακόμη και στην πτώση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία, το οποίο στηριζόταν πρωτίστως στη Χεζμπολάχ, στους Φρουρούς της Επανάστασης και δευτερευόντως στη Ρωσία;

Από το 2023 και μετά βλέπουμε μια συνολική απομείωση του λεγόμενου «άξονα της αντίστασης»: αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ, απώλειες σε επίπεδο ηγεσίας, πλήγματα κύρους εντός ιρανικού εδάφους. Όλα αυτά δημιουργούν συνθήκη διαπραγμάτευσης από θέση ήττας. Θυμηθείτε την εξόντωση Χανίγια σε μία από τις καλύτερα φυλασσόμενες περιοχές της Τεχεράνης· ένα ακόμη πλήγμα στο κύρος του καθεστώτος, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα αντίδρασης.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Διότι, ανεξαρτήτως αν στον Λευκό Οίκο βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ ή άλλη ηγεσία, η ευκαιρία θα αξιοποιούνταν. Ο στόχος είναι σαφής: Ποια είναι αυτή η ευκαιρία; Να οδηγηθεί το καθεστώς σε διαπραγμάτευση για μία συμφωνία με όρους νικητή και ηττημένου. Κάθε πολέμου έπεται συνήθως το «τραπέζι της διπλωματίας», όπου ο νικητής υπαγορεύει σε μεγάλο βαθμό τους όρους.

Εκτιμώ ότι εκεί θα καταλήξουμε. Το Ιράν δεν έχει περιθώριο να εμπλακεί σε μια παρατεταμένη περιπέτεια· είναι χαμένο παιχνίδι. Οι πρόσφατες κινήσεις του, ακόμη και επιθέσεις σε χώρες του Κόλπου, ήταν κατά τη γνώμη μου λανθασμένες, διότι συσπειρώνουν περισσότερους δρώντες εναντίον του. Μπορεί να επιδιώκει πίεση προς τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ για παύση επιχειρήσεων, αλλά στην ουσία προσπαθεί να συγκεντρώσει «χαρτιά», για να χρησιμοποιήσει το λεξιλόγιο του Τραμπ, ώστε να καθίσει στο «τραπέζι» με τους καλύτερους δυνατούς όρους.

Το βασικό του μέλημα δεν είναι να βλάψει τους άλλους, αλλά να διασώσει τον εαυτό του. Υπάρχουν πολλοί εντός του καθεστώτος που είναι ωφελημένοι από τη λειτουργία του συστήματος και, όταν έρθει η ώρα, θα κληθούν να επιλέξουν αν θα σώσουν τη ζωή τους ή θα επιμείνουν σε μια αδιέξοδη σύγκρουση.

Στο «τραπέζι» θα τεθούν όλα: το πυρηνικό πρόγραμμα, οι βαλλιστικοί πύραυλοι, τα όρια επιρροής μέσω πληρεξουσίων, οι γεωπολιτικές «κόκκινες γραμμές». Δεν βλέπω άλλη κατάληξη.

Ως προς το ενδεχόμενο κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ: ναι, είναι ένα από τα λίγα «χαρτιά» που διαθέτει το Ιράν. Όμως για πόσο μπορεί να το διατηρήσει; Αν μιλούσαμε για μήνες, θα υπήρχε σοβαρό ζήτημα για την παγκόσμια οικονομία και για τις ΗΠΑ, ιδίως σε μια περίοδο εσωτερικών οικονομικών πιέσεων. Αν όμως μιλάμε για εβδομάδες, δεν θεωρώ ότι θα προκληθεί ο βαθμός αποσταθεροποίησης που ακούγεται.

Παράλληλα, το καθεστώς επιδιώκει να προκαλέσει φόβο και αβεβαιότητα - κάτι που πράττει συστηματικά και στο εσωτερικό του. Μιλάμε για μια κοινωνία με σημαντικές προοπτικές και με έντονο φιλελεύθερο πρόσημο στο παρελθόν, η οποία έχει πληρώσει βαρύ τίμημα.

Θα πρέπει, επομένως, να διαβάζουμε τις εξελίξεις με μεγαλύτερη ψυχραιμία. Δεν έχουν «ανοίξει οι πύλες της κολάσεως». Αντιθέτως, θεωρώ ότι αποφεύχθηκαν οι ακρότητες που ακούστηκαν στο παρελθόν περί «Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου». Το βασικό ερώτημα είναι: ποιος θα πολεμήσει με ποιον;

Η Κίνα, για παράδειγμα, ήταν εξαιρετικά φειδωλή στις δημόσιες τοποθετήσεις της. Και η στάση της δεν είναι τυχαία. Η Κίνα επιδιώκει κυρίως σταθερότητα και πρόσβαση -σε αγορές, σε ενεργειακές ροές, σε γεωοικονομικά δίκτυα. Δεν έχει συμφέρον από μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση. Υπάρχουν ευρύτερες παράμετροι που τη συνδέουν με την περιοχή, από το Αφγανιστάν έως το Πακιστάν, όμως το βασικό της μέλημα είναι η σταθερότητα. Από τη Ρωσία σαφώς ουδεμία διάθεση εμπλοκής. 

Συνεπώς, το Ιράν είναι διπλωματικά αρκετά απομονωμένο. Όταν εξαντληθούν τα μέσα πίεσης που διαθέτει, θα πρέπει να επανεξετάσει τη στάση του. Στο μεταξύ, είναι λογικό να επιδιώκει να δημιουργήσει κάποια διαπραγματευτικά «χαρτιά» - ακόμη και με κινήσεις που μοιάζουν παράλογες, όπως επιθέσεις σε χώρες του Κόλπου. Η διαπραγμάτευση είναι το βασικό ζητούμενο.

Θυμίζω ότι όταν ο Μπαράκ Ομπάμα προχώρησε στη συμφωνία του 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ αντιτάχθηκαν έντονα. Η επιλογή του Ομπάμα ήταν η διπλωματική οδός αντί της στρατιωτικής σύγκρουσης, ιδίως μετά το στρατηγικό κόστος του πολέμου στο Ιράκ. Στην πορεία, όμως, η Τεχεράνη παραβίασε κρίσιμες παραμέτρους της συμφωνίας. Σήμερα, όλα αυτά επανέρχονται στο τραπέζι με όρους νικητή και ηττημένου, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συνθηκολόγησης εκ μέρους του καθεστώτος. Εκτιμώ ότι αυτός είναι ο βασικός στόχος των Αμερικανών.

Σε μεγάλο βαθμό, η εξέλιξη αυτή ήταν προδιαγεγραμμένη από τη δυναμική που δημιουργήθηκε μετά την 7η Οκτωβρίου και το «παράθυρο» που άνοιξε για διαπραγμάτευση με μία Ισλαμική Δημοκρατία αποδυναμωμένη. Σε ό,τι αφορά τον Ντόναλντ Τραμπ, πιστεύει στη λεγόμενη «Madman Theory» και έχει άλλωστε περιγράψει τη διαπραγματευτική του φιλοσοφία στο βιβλίο του The Art of the Deal. Μεταβάλλει συχνά τη ρητορική και τις θέσεις του, εντάσσοντάς τες σε μια στρατηγική πίεσης. 

Ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της Τεχεράνης. Η ασυμμετρία ισχύος είναι δεδομένη. Το Ιράν μπορεί να δημιουργεί τακτικές αναταράξεις -για παράδειγμα στα Στενά του Ορμούζ- αλλά δεν μπορεί να το κάνει επ’ αόριστον. Όσο παρατείνεται η κρίση, τόσο αυξάνεται η πίεση εσωτερικά.
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, δεν μπορεί να ρισκάρει την αμερικανική οικονομία εν όψει ενδιάμεσων εκλογών. Ο μέσος Αμερικανός ψηφοφόρος ενδιαφέρεται για τον πληθωρισμό, τα επιτόκια, το κόστος ζωής -όχι για ατέρμονες περιφερειακούς πολέμους. Επομένως, θα επιδιώξει μια συμφωνία που να μπορεί να παρουσιαστεί ως επιτυχία.

Συνεπώς αποκλείετε, σε αυτή τη συγκυρία, το ενδεχόμενο αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη; 

Ναι, σε αυτή τη φάση δεν βλέπω σενάριο αλλαγής καθεστώτος. Πρόκειται για ένα βαθιά εδραιωμένο καθεστώς, με ισχυρές δομές εξουσίας και πολλαπλές θεσμικές δικλείδες ασφαλείας. Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή μια οργανωμένη, συνεκτική και ισχυρή αντιπολίτευση που να μπορεί να το αμφισβητήσει αποτελεσματικά.

Οι Φρουροί της Επανάστασης αποτελούν τον πυλώνα διατήρησης της εξουσίας. Αυτοί είναι διαχρονικά οι «προστάτες» του καθεστώς, αυτοί κατέστειλαν βάναυσα τις διαδηλώσεις, και έχουν αποδείξει ότι λειτουργούν με αδιαλλαξία. Ωστόσο, εκτιμώ ότι και εντός των δικών τους τάξεων -ή και μεταξύ πολιτικών που στο παρελθόν, με όρους Ισλαμικής Δημοκρατίας, θεωρούνταν πιο μεταρρυθμιστές- ενδέχεται να διαμορφωθεί μια πιο πραγματιστική προσέγγιση: ότι πρέπει να καθίσουν στο «τραπέζι» των διαπραγματεύσεων. Κάποια στιγμή δηλαδή, πιο πραγματιστικά στοιχεία εντός του καθεστώτος θα επιλέξουν τη διατήρηση της εξουσίας αντί της ιδεολογικής ακαμψίας.

Το «τραπέζι» μπορεί να περιλαμβάνει ακόμη και επιμέρους μεταρρυθμίσεις - αλλαγές προσώπων, όχι όμως αλλαγή καθεστώτος. Δηλαδή να φύγει ο «Α» και να έρθει ο «Β», χωρίς να ανατραπεί η δομή της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Σε ένα τέτοιο σενάριο, θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε συμβιβασμούς, ακόμη και σε μια μορφή συνθηκολόγησης, με αντάλλαγμα την επιβίωσή τους, την άρση ή χαλάρωση των οικονομικών κυρώσεων και μια ανάσα για την οικονομία, που θα ενίσχυε εκ νέου τη νομιμοποίησή τους. Δεν λέω ότι αυτό θα συμβεί με βεβαιότητα. Όμως, κατά την εκτίμησή μου, αυτό είναι το κυρίαρχο σενάριο.

Με τα σημερινά δεδομένα, δηλαδή, το παιχνίδι είναι χαμένο υπό την έννοια της στρατηγικής πρωτοβουλίας. Όχι όμως κατ’ ανάγκη μέχρι το σημείο πλήρους καθεστωτικής κατάρρευσης.

Το Ιράν δεν είναι ούτε Ιράκ ούτε Αφγανιστάν. Διαθέτει διαφορετική ιστορική ταυτότητα, κοινωνική συνοχή και πολιτισμική αντίληψη. Μια εξωτερικά επιβαλλόμενη αλλαγή καθεστώτος, χωρίς νομιμοποίηση και χωρίς χερσαίες δυνάμεις, δεν θα ήταν βιώσιμη. Και αν επιχειρούνταν οι ΗΠΑ στρατιωτική εισβολή, θα προκαλούσε σφοδρή αντίσταση. Τα «lessons learned» από το Ιράκ είναι ακόμα νωπά.

Ποια είναι η διάσταση του κινδύνου ασφαλείας για την Ελλάδα;

Το Ιράν συνιστά κίνδυνο ασφαλείας για την Ελλάδα, όχι μόνο υπό την έννοια μιας άμεσης στρατιωτικής απειλής, αλλά και σε πολλαπλά επίπεδα: γεωπολιτικό, οικονομικό, ασύμμετρο.

Η βαλλιστική του δυνατότητα, λόγω εμβέλειας, αποτελεί αντικειμενικά παράγοντα κινδύνου. Ακόμη κι αν η πιθανότητα πλήγματος σε ελληνικούς στόχους -όπως η Σούδα ή το FSRU στην Αλεξανδρούπολη- είναι πάρα πολύ μικρή, εμείς οφείλουμε -δεδομένης της σοβαρότητας των συνεπειών- να ελαχιστοποιήσουμε, να εκμηδενίσουμε αυτόν τον κίνδυνο.

Πέραν αυτού, υπάρχει φυσικά η διάσταση της ναυτιλιακής ασφάλειας και του εμπορίου. Έχουμε δει στο παρελθόν κατασχέσεις ή επιθέσεις σε πλοία ελληνικών συμφερόντων. Τα νευραλγικά θαλάσσια περάσματα, όπως η Ερυθρά Θάλασσα και τα Στενά του Ορμούζ, επηρεάζουν άμεσα τα ελληνικά συμφέροντα. Η συμμετοχή της Ελλάδας στην επιχείρηση «Ασπίδες» είχε σαφή στόχο: την προστασία της ελληνικής ναυτιλίας και της θαλάσσιας ασφάλειας.

Η ελληνική ασπίδα στην Κύπρο, πέραν της αλληλεγγύης και της συνδρομής στην απόκρουση πιθανών απειλών από τη Χεζμπολάχ και το Ιράν, έχει και δεύτερα επίπεδα «ανάγνωσης»;

Επρόκειτο για ορθή και επιβεβλημένη κίνηση. Εκτός της αυτονόητης ένδειξης αλληλεγγύης, η Κύπρος αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος για τον Ελληνισμό και εντάσσεται στον ενιαίο ελληνικό αμυντικό χώρο. Η ενίσχυση της παρουσίας στην Κύπρο είναι στρατηγική επιλογή. 

Η συμμετοχή σε αποστολές όπως η επιχείρηση «Ασπίδες» και η αμυντική στήριξη της Κύπρου δεν είναι συμβολικές κινήσεις. Διαμορφώνουν αποτύπωμα ισχύος και δημιουργούν προϋποθέσεις συμμετοχής στη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Περίοδοι κρίσης ή αποσταθεροποίησης λειτουργούν ως ενδιάμεσα στάδια πριν από τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος της επόμενης ημέρας. Η γεωπολιτική ρευστότητα, δηλαδή, δημιουργεί και παράθυρα ευκαιρίας. Η ενεργητική συμμετοχή, ακόμη και σε περιορισμένες αλλά ρεαλιστικές πρωτοβουλίες, αποτελεί επένδυση για την επόμενη ημέρα. 

Η Κύπρος είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ασκεί την προεδρία του Συμβουλίου αυτό το εξάμηνο. Έχει, επομένως, και θεσμικό συμβολισμό. Η ελληνική παρουσία στέλνει πολλαπλά μηνύματα: ότι διεκδικούμε ρόλο στην περιφερειακή ισορροπία ισχύος, ότι βλέπουμε τον εαυτό μας ως χώρα της Ανατολικής Μεσογείου και ότι δεν μένουμε θεατές. Οι ρόλοι στη διεθνή πολιτική δεν εκχωρούνται - διεκδικούνται. Η αλληλεγγύη είναι και νόμισμα εξαργύρωσης. Δεν μπορείς να ζητάς στήριξη, αν δεν έχεις συμβάλει ενεργά όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν.

Παράλληλα, η παρουσία αυτή λειτουργεί και ως ανάχωμα απέναντι σε σχεδιασμούς άλλων δρώντων, είτε πρόκειται για την Τουρκία είτε για άλλες περιφερειακές στρατηγικές. Ειδικά σε μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ κινούνται από «burden sharing» σε «burden transferring» - δηλαδή μεταφορά βαρών στους συμμάχους — η Ελλάδα οφείλει να επιδεικνύει πρωτοβουλία. Δεν μπορεί να ζητά αλληλεγγύη αν δεν έχει δείξει έμπρακτα παρουσία. Η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει «κουλτούρα παίκτη». Να συμμετέχει στον σχεδιασμό, όχι απλώς να ακολουθεί. Να δηλώνει παρουσία - ιδίως σε μεταβατικές φάσεις όπου «σβήνονται και ξαναγράφονται» ισορροπίες. Στο παρελθόν, συχνά λειτουργήσαμε κάτω από το ειδικό μας βάρος. Αντίθετα, η Τουρκία διεκδικεί ρόλο μεγαλύτερο από το σχετικό της μέγεθος. 

Πώς βλέπετε τη στάση της Τουρκίας; Τι φοβάται περισσότερο;

Η Τουρκία έχει δικούς της λόγους ανησυχίας. Αυτό που φοβάται περισσότερο είναι ένα σενάριο συνολικής αποσταθεροποίησης και κατακερματισμού του Ιράν δεδομένης της παρουσίας των μειονοτήτων (Αζέροι, Κούρδοι, Βαλούχοι) - να μην «εκραγεί», δηλαδή, εσωτερικά το Ιράν. Ένα τέτοιο σενάριο θα δημιουργούσε αλυσιδωτές επιπτώσεις.

Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι αυτό είναι κάτι που θα ήθελαν να δουν και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Αμερικανοί εκτιμούν ότι έχουν ήδη επιτύχει σημαντική απομείωση της ιρανικής επιρροής και προωθούν στρατηγικούς στόχους με γεωπολιτικό και γεωοικονομικό πρόσημο. Η διάλυση του Ιράν δεν είναι «σχέδιο». Εκτιμώ ότι κινούμαστε προς το πρώτο σενάριο που περιέγραψα: διαπραγμάτευση από θέση αδυναμίας του Ιράν, με στόχο μια νέα συμφωνία που θα περιλαμβάνει όλα τα κρίσιμα ζητήματα.

Πάντοτε, βεβαίως, με την επιφύλαξη ότι χωρίς πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες και χωρίς άμεση εικόνα «on the ground», οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί στις απόλυτες διατυπώσεις.

Οι κόκκινες γραμμές, πάντως, είναι σαφείς: Περιορισμός του πυρηνικού προγράμματος. Έλεγχος και διαφάνεια στις βαλλιστικές δυνατότητες. Τερματισμός της στρατηγικής προβολής ισχύος μέσω πληρεξουσίων στην περιοχή. Μη διατάραξη κρίσιμων ενεργειακών και ναυτιλιακών αρτηριών.

Οι Αμερικανοί θεωρούν ότι μπορούν να επιβάλουν αυτό το πλαίσιο. Και εδώ θέλω να επισημάνω κάτι: δεν πρόκειται για μια συγκυριακή πολιτική ενός προσώπου. Θα μπορούσε να είναι ο Μπαράκ Ομπάμα, θα μπορούσε να είναι ο Ντόναλντ Τραμπ - προσαρμοσμένοι βεβαίως στα δεδομένα του 2026. Η ευκαιρία για επαναδιαπραγμάτευση με το Ιράν είναι δικομματική στρατηγική επιλογή των Ηνωμένες Πολιτείες.

Υπάρχει απόκλιση ΗΠΑ-Ισραήλ ως προς την τελική στόχευση των επιχειρήσεων;

Εκεί εντοπίζεται ίσως μια διαφορά προσέγγισης. Το Ισραήλ ενδεχομένως να μην απέκλειε ένα σενάριο συνολικής αποσταθεροποίησης ή και κατακερματισμού του Ιράν. Όμως για την Ουάσνιγκτον κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε αλυσιδωτά προβλήματα - ιδίως σε σχέση με την Τουρκία, τις ενεργειακές ροές και την ευρύτερη περιφερειακή ασφάλεια. Η πλήρης διάλυση του Ιράν θα μπορούσε να ανοίξει μέτωπα (Κούρδοι, Αζέροι, Βαλούχοι) με απρόβλεπτες συνέπειες. Δεν θεωρώ ότι αυτό είναι το «Σχέδιο Α» των Αμερικανών.

Δεν συμμερίζομαι επίσης την άποψη ότι «ο Τραμπ σύρθηκε πίσω από τον Νετανιάχου». Υπάρχουν κοινά στρατηγικά συμφέροντα ΗΠΑ-Ισραήλ, αλλά η συνολική επαναχάραξη της Μέσης Ανατολής υπερβαίνει πρόσωπα. Ο χάρτης έχει αλλάξει ριζικά μετά την 7η Οκτωβρίου. Και ας μην ξεχνάμε και πάλι: πολλές φορές η αποσταθεροποίηση και η αταξία είναι ενδιάμεσο στάδιο πριν από μια νέα ισορροπία ισχύος.


* Ο Σωτήριος Σέρμπος είναι Σύμβουλος του Πρωθυπουργού σε θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης