«Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον Κόσμο, μπορούμε όμως να τον αγκαλιάσουμε, αγκαλιάζοντας ένα από τα πλάσματά του» είχε σημειώσει ο Αυστροεβραίος φιλόσοφος Μάρτιν Μπούμπερ (1878-1965). Καθένας αποτελεί εντός του έναν ολάκερο κόσμο που ζητά να εξερευνηθεί και στην αγκαλιά οι κόσμοι αυτοί ενώνονται. Τονίζεται το μαζί, ενώ η κίνηση που έχει προηγηθεί – της ανύψωσης των χεριών και του νεύματος για «καταφύγιο» – υποδηλώνει την έκφραση της ψυχής που είναι αυθόρμητη και συνάμα αληθινή.
Το ίδιο αληθινή και η πορεία προς αυτή την αγκαλιά, από όπου και εάν προέρχεται. Και εάν η γλώσσα που αρθρώνεται ενίοτε δημιουργεί τείχη ή προκαλεί σύγχυση, η αγκαλιά «μιλά» την ίδια γλώσσα σε κάθε εποχή, κάθε τόπο και πολιτισμό, καθώς αποτελεί μία τρυφερή στιγμή καθολικά οικεία.
Η αγαπημένη αγκαλιά – η αγκαλιά αγαπημένων προσώπων – τείνει να μεταφράζεται ως το πιο γνώριμο μέρος στον κόσμο. Το μέρος όπου «εισπνέοντας του άλλου/ το μοναδικό του είναι/ το άρωμα του το καθοριστικό/ με όλα του τα κύτταρα τα αιθερικά» όπως σημειώνει η Αθηνά Μελή στο ποίημά της «Μια αγκαλιά».
Ένα μέρος που παρομοιάζεται με το πιο ασφαλές στον κόσμο, όπως είναι για τα παιδιά η αγκαλιά μελών της οικογένειάς τους. Το αποτυπώνει (και) η ελληνική ζωγραφική, όπως ο Γεώργιος Ιακωβίδης (1853 - 1932) στην γνωστή στους περισσότερούς μας σύνθεση, «Τα πρώτα βήματα» (1892), την οποία ανακαλώ με αφορμή τη χθεσινή 21η Ιανουαρίου που έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Αγκαλιάς.
Το βλέμμα είναι καθοριστικό έως ότου ολοκληρωθεί η αγκαλιά, κάτι που αποτυπώνεται και στην παρακάτω ζωγραφική σύνθεση του Ιακωβίδη, όπου οι μεγαλύτερες – από το μωρό – σε ηλικία ζωγραφικές φιγούρες έχουν το βλέμμα τους προσηλωμένο στην μικρή ανθρώπινη ύπαρξη που κάνει τα πρώτα της βήματα στον κόσμο.
Μία άλλη μητρική φιγούρα, η γιαγιά, κρατά και συνάμα παρατηρεί το ξανθόμαλλο μωρό που διασχίζει τη μικρή απόσταση επάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι. Μια αγκαλιά θα το υποδεχτεί, εκείνη της μεγαλύτερης αδερφής του. Εν προκειμένω, ο Ιακωβίδης υπενθυμίζει ότι η φροντίδα και η αγάπη είναι διάχυτη σε κάθε βήμα του μωρού, και όταν αυτό μεγαλώνει με την πάροδο του χρόνου, με μία σημείωση για την προσοχή που επίκειται: το προσηλωμένο βλέμμα στη νέα ύπαρξη.
Ιακωβίδης Γεώργιος (1853 - 1932), «Τα πρώτα βήματα» (1892), Λάδι σε μουσαμά, 140 x 110 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη. Πηγή φωτ.: Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου
«Η σχέση της μητέρας και του παιδιού είναι από την ίδια της τη φύση σχέση ανισότητας. Ο ένας έχει ανάγκη απ’ όλη τη βοήθεια και ο άλλος την προσφέρει. Γι’ αυτόν τον αλτρουιστικό και ανιδιοτελή χαρακτήρα της, η μητρική αγάπη έχει θεωρηθεί σαν το ανώτερο είδος της αγάπης και ο πιο ιερός συναισθηματικός δεσμός. Φαίνεται, ωστόσο, πως το πραγματικό κατόρθωμα της μητρικής αγάπης βρίσκεται όχι στην αγάπη της μητέρας για το νήπιο αλλά στην αγάπη της για το παιδί που μεγαλώνει», παραθέτω για τη μητρική αγάπη από το βιβλίο «Η τέχνη της αγάπης» (εκδ. «Μπουκουμάνης») του Έριχ Φρομ.
Παρά την αυστηρότητα και την ψυχρότητα του ακαδημαϊκού ρεαλισμού, η ζωγραφική σύνθεση του Ιακωβίδη υπογραμμίζει την ανιδιοτέλεια που αποτελεί επίσης συστατικό της αγκαλιάς. Σκοπός της η φροντίδα ώστε κάθε ύπαρξη να μην απωλέσει την ανθρωπιά της, υπενθυμίζοντάς μας πως η τρυφερότητα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για καθετί που αφορά στον άνθρωπο. Πολλώ δε μάλλον να αποτελέσει – η αγκαλιά – μία τρόπον τινά ίαση στην περιρρέουσα στυγνή πραγματικότητα.
Κεντρική φωτ.: Τμήμα του έργου «Τα πρώτα βήματα» (1892) του Γεώργιου Ιακωβίδη
