Κατά την διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, σε ένα ελληνικό νησί, την Τήνο ή την Χίο, ζούσε ένα κορίτσι. Μια μικρή Ελληνίδα, η οποία έμελλε να φέρει τα πάνω κάτω στα μέχρι τότε δεδομένα της εξουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτή, ήταν η Αναστασία.
Το έτος 1603, στον οθωμανικό θρόνο ανέβηκε ο Άχμετ Α’, ο οποίος τότε ήταν 15 χρονών. Ο νεαρός σουλτάνος μιλούσε άπταιστα πολλές γλώσσες και ήταν λάτρης της ποίησης, όντας ποιητής και ο ίδιος. Παιδί ακόμα, τέθηκε να αναλάβει την αυτοκρατορία σε μια περίοδο αναταραχών. Το ανώτερο οθωμανικό στρατιωτικό σώμα, οι Γενίτσαροι, είχαν τον πρώτο λόγο στα θέματα της αυτοκρατορίας, τα εδάφη χάνονταν και οι προδοσίες ήταν καθημερινό φαινόμενο.
Την ίδια στιγμή, στρατηγοί και πειρατές στην υπηρεσία του σουλτάνου, συνέχιζαν τα ταξίδια στις διάφορες γωνιές της αυτοκρατορίας. Εκτός από τους φόρους και τα πολύτιμα αγαθά που προμηθεύονταν από κάθε περιοχή, έπαιρναν από τα σπίτια τους και κορίτσια, τα οποία πίστευαν ότι θα μπορούσαν να αποκτήσουν μια θέση στο χαρέμι του σουλτάνου.
Η Αναστασία, ήταν μάλλον η κόρη ενός παπά. Ζούσε την νησιώτικη ζωή της, χωρίς να ξέρει τι μέλλον την περίμενε. Μια μέρα, όταν Οθωμανοί έφτασαν στο νησί της και είδαν την ομορφιά της, την άρπαξαν, την έβαλαν σε ένα από τα πλοία τους και την μετέφεραν στο αυτοκρατορικό παλάτι, στην πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη. Από την στιγμή που εισήλθε τις πόρτες του παλατιού και εντάχθηκε στο χαρέμι, ξεκίνησε η πρωτοφανής ιστορία της ζωής της.
Λέγεται, ότι ο σουλτάνος γοητεύτηκε από την Αναστασία και την ερωτεύτηκε παράφορα από την πρώτη στιγμή. Την ξεχώρισε απ’ όλες τις άλλες κοπέλες στο χαρέμι και έγινε μία από τις λεγόμενες «Haseki», δηλαδή τις «αγαπημένες» του. Μάλιστα γνωρίζουμε, ότι την αποκαλούσε «Mahpeyker», που σημαίνει «φεγγαροπρόσωπη».
Έχουν ειπωθεί πολλά για την ζωή της μέσα στο αυτοκρατορικό παλάτι, το Τοπ Καπί. Η σχέση της με τον σουλτάνο και η αγάπη που της είχε, ήταν κομβική. Δεν στηρίχθηκε, όμως, μόνο σε αυτό. Ήταν έξυπνη, φιλόδοξη, δυναμική. Μέσα από το χαρέμι, αρχικά, κινούσε τα νήματα του παλατιού, επηρέαζε τον σουλτάνο και τελικά κατάφερε να αποκτά σιγά σιγά και πολιτική δύναμη.
Λόγω αυτών των χαρακτηριστικών μάλλον, όταν η Αναστασία εξισλαμίστηκε, της δόθηκε ένα άλλο, νέο όνομα. «Kosem» («Κιοσέμ»), δηλαδή «οδηγός», «αυτή που οδηγεί».
Όταν ανέβαινε ένας νέος σουλτάνος στον θρόνο, ήταν καθιερωμένο να βγάζει από τη μέση όποιον απειλούσε την εξουσία του. Έτσι, οι πρώτοι που σκοτώνονταν ήταν τα αδέλφια του. Με επέμβαση της Κιοσέμ, ο Άχμετ Α’, για πρώτη φορά, δεν διέπραξε αδελφοκτονία. Αυτό βόλευε, βέβαια, την σουλτάνα πια, καθώς έτσι δεν θα ανέβαινε στον θρόνο ο γιος μιας άλλης παλλακίδας.
Ο Άχμετ δεν ήταν εχθρικός ή φιλοπόλεμος. Είχε έφεση στις τέχνες και τον πολιτισμό. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του, μαζί με την στήριξη και την ενθάρρυνση της Κιοσέμ, ξεκίνησε ένα μεγαλεπήβολο αρχιτεκτονικό έργο. Έτσι, οικοδομήθηκε το Μπλε Τζαμί, ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της ισλαμικής τέχνης.
Όσο γίνονταν όλα αυτά, η ελληνικής καταγωγής σουλτάνα συγκέντρωνε όλο και περισσότερη δύναμη και χάριζε στον σουλτάνο, αλλά και στην ίδια, γιους και κόρες. Η χαρά τους αυτή, όμως, διακόπηκε απότομα. Το 1617, ο Άχμετ Α’ έφυγε από την ζωή, στην ηλικία των 29 ετών. Τύφος ή μήπως δηλητήριο; Δεν είναι σίγουρο…
Πάντως, παρά την απώλειά του, η Κιοσέμ συνέχισε πεισματικά να ελέγχει την κατάσταση. Στον θρόνο ανέβηκε ο αδελφός του Άχμετ, ο Μουσταφά Α’, ο οποίος όμως έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα. Η βασιλεία του άντεξε μέχρι την στιγμή που άρχισε να παίζει με τα γένια και τα καπέλα των βεζίρηδων και να ανοίγει συζητήσεις με πουλιά και ψάρια. Δηλαδή, όχι για πολύ.
Στην θέση του, έγινε σουλτάνος ο Οσμάν Β’, πρωτότοκος γιος του Άχμετ. Όχι, όμως, γιος της Κιοσέμ… Όπως και ο προκάτοχός του, ο Οσμάν δεν μπόρεσε να κρατήσει τον θρόνο για πολύ, για διαφορετικούς λόγους. Του έλειπε η πυγμή και η αποφασιστικότητα. Δεν κατάφερε να επιβληθεί στους Γενίτσαρους και μη μπορώντας να διαχειριστεί την έκρυθμη κατάσταση με την Πολωνία, υπέγραψε συνθήκη ειρήνης.
Ένα γεγονός, το οποίο θεωρήθηκε ταπεινωτικό τόσο για τον ίδιο όσο και για την αυτοκρατορία συνολικά και οδήγησε στο τέλος του. Η υπογραφή της συνθήκης αυτής, εξόργισε τους Γενίτσαρους, οι οποίοι έκριναν τον σουλτάνο ανάξιο και αδύναμο. Το 1622, εξεγέρθηκαν, έβγαλαν τον σουλτάνο έξω από το παλάτι με την βία και τον εκτέλεσαν.
Όσο συνέβαιναν όλα αυτά, η Κιοσέμ έπραττε σταθερά προς όφελός της. Δημιουργούσε και διατηρούσε συμμαχικές σχέσεις με υψηλούς αξιωματούχους και μιλούσε η ίδια στους υψηλόβαθμους Γενίτσαρους, με τους οποίους είχε καλύτερες σχέσεις απ’ ότι οι σουλτάνοι. Ταυτόχρονα, όμως, νοιαζόταν και για τον υπηκόους της αυτοκρατορίας. Βοηθούσε φτωχά και ορφανά κορίτσια με τις προίκες τους, ίδρυε τζαμιά, ορφανοτροφεία και νοσοκομεία, στα οποία λέγεται ότι επισκεπτόταν και μιλούσε στους ασθενείς.
Περίμενε υπομονετικά, μέχρι την στιγμή που ανέβηκε στον θρόνο ο γιος της, ο Μουράτ Δ’. Δεδομένου ότι ο Μουράτ τότε ήταν μόλις 11 χρονών, η Κιοσέμ ορίστηκε «Αντιβασιλέας». Από την ημέρα αυτή, η Κιοσέμ έγινε η πρώτη και μόνη γυναίκα, η οποία κατάφερε να φτάσει στο σημείο να διοικεί και να κυβερνά μόνη της άμεσα ολόκληρη την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Όταν ο Μουράτ ενηλικιώθηκε και ανέλαβε πλήρως τα αυτοκρατορικά του καθήκοντα, αποδείχθηκε πιο σκληρός και αυστηρός απ’ όλους τους προκατόχους του. Προχώρησε σε πολλαπλές εκτελέσεις για εξάλειψη της διαφθοράς και αποτέλεσε εξαιρετικός στρατηγός. Το 1638, εκστράτευσε στην Περσία. Μετά από δεκαετίες, διεύρυνε τα εδάφη της αυτοκρατορίας, πολιορκώντας και κατακτώντας τελικά την Βαγδάτη.
Ήταν, όμως, επιρρεπής στο ποτό. Ο θάνατός του δύο χρόνια μετά, ήταν αναπόφευκτος, τόσο από το ποτό όσο και από την ίδια του την μητέρα, η οποία όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να τον ελέγξει, συμφώνησε με υψηλούς αξιωματούχους την δολοφονία του. Όταν οι Γενίτσαροι εξεγέρθηκαν εναντίον του, η Κιοσέμ δεν στάθηκε εμπόδιο στην εκτέλεσή του.
Στον θρόνο, ανέβηκε ο δεύτερος γιος της Κιοσέμ, ο Ιμπραήμ, ο οποίος ήταν ψυχολογικά ασταθής σαν τον θείο του και επιπλέον σπάταλος. Η Κιοσέμ, είχε και πάλι την εξουσία στα χέρια της. Με δικαιολογία τις σπατάλες του γιου της, έφτασε να διαχειρίζεται η ίδια τα οικονομικά της αυτοκρατορίας, καθώς και το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο, πλουτίζοντας ταυτόχρονα και η ίδια.
Μέχρι τότε, η Κιοσέμ είχε την απόλυτη πολιτική και οικονομική δύναμη στο παλάτι. Όποιο εμπόδιο κι αν εμφανιζόταν στον δρόμο της, εκείνη είχε τον τρόπο να το εξαλείψει και να διατηρήσει την εξουσία της. Αυτό, μέχρι το 1648. Τότε, ανέβηκε στον θρόνο ο εγγονός της, Μεχμέτ Δ’, ο οποίος ήταν 7 χρονών. Η Κιοσέμ, είχε αποκτήσει πλέον έναν ισχυρό αντίπαλο, την μητέρα του Μεχμέτ, την Τουρχάν.
Όταν η Κιοσέμ κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να δρα μέσω του εγγονού της, ξεκίνησε τις μηχανορραφίες για να ανεβάσει έναν άλλο εγγονό της στον θρόνο. Η Τουρχάν το ανακάλυψε και τα έβγαλε όλα στη φόρα. Το τέλος της Κιοσέμ, είχε φτάσει. Η μητέρα του σουλτάνου, την κατηγόρησε για προδοσία και έβαλε τους δικούς της να την δολοφονήσουν. Η Κιοσέμ, στις 2 Σεπτεμβρίου 1651, στραγγαλίστηκε μέσα στο δωμάτιό της.
Ένα τέλος, που ίσως και η ίδια πίστευε ότι δεν θα ερχόταν ποτέ. Η φιλοδοξία και η δίψα για απόλυτη εξουσία, την πήγαν μακριά, αλλά ήταν και η αιτία να χάσει την ανθρωπιά και τελικά την ζωή της. Η ιστορία της, όμως, παραμένει. Μια Ελληνίδα νησιώτισσα, η οποία βρέθηκε μέσα στο παλάτι του σουλτάνου και κατάφερε να ανέλθει ακόμα και μετά τον θάνατο του συζύγου της και τις αλλαγές στον θρόνο. Η Αναστασία, έγινε η Κιοσέμ. Η ισχυρότερη γυναίκα στην ιστορία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Βιβλιογραφία:
