Υπήρχε κάποτε μια γυναίκα, η οποία είχε κερδίσει τον σεβασμό μιας ολόκληρης πολυσχιδούς κοινότητας. Τον θαυμασμό ενός από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα πολιτιστικά κέντρα του αρχαίου κόσμου. Επηρέασε γενιές φιλοσόφων τους επόμενους αιώνες, καθώς και την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα.
Πριν από πολλούς αιώνες, πιθανότατα το έτος 355 μ.Χ., γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ένα κοριτσάκι. Η οικογένειά της μικρής ήταν γνωστή στην πόλη και ανήκε στα ανώτερα κοινωνικά στρώματά της. Ο πατέρας της, μάλιστα, ήταν διάσημος. Ήταν ο Θέωνας, μαθηματικός, αστρονόμος, φιλόσοφος και ο τελευταίος διευθυντής της ξακουστής και λαμπρής Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.
Το 391 μ.Χ., η Βιβλιοθήκη, όπως και άλλα παρεμφερή ιδρύματα, έπαψε να λειτουργεί με αυτοκρατορικό διάταγμα. Ο Θέωνας, όμως, είχε φροντίσει για σχέδιο Β. Παράλληλα με την δουλειά του στην Βιβλιοθήκη, είχε αναπτύξει και μια δική του Σχολή φιλοσοφίας, όπου είχε συγκεντρώσει αρκετούς μαθητές και είχε φτάσει σε ένα πολύ υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο.
Ταυτόχρονα, ασχολούνταν πολύ και με την μοναχοκόρη του, την Υπατία. Όταν γύριζε στο σπίτι, περνούσαν πολύ χρόνο μαζί, αναλύοντας μαθηματικές σχέσεις, παρατηρώντας τα αστέρια, τον ήλιο και την σελήνη και μελετώντας τις φιλοσοφικές ιδέες των μεγάλων Διδασκάλων και «επιστημόνων», όπως ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης και ο Πυθαγόρας.
Η Υπατία, έμαθε τα πάντα από τον πατέρα της. Όσο μεγάλωνε, οι γνώσεις της εμπλουτίζονταν όλο και περισσότερο, χάρη στον ζήλο, την δίψα και την αγάπη της για μάθηση. Έγινε μια γυναίκα πολύ διαφορετική από αυτές της τάξης της. Οι γνώσεις της ξεπερνούσαν και τους διανοούμενους ανθρώπους της πόλης. Δεν σταμάτησε, όμως, εκεί.
Αυτή της η δίψα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ακόρεστη. Τα ενδιαφέροντά της όλο και πλήθαιναν και αναμειγνύονταν με τις ήδη υπάρχουσες γνώσεις της. Έφτασε σε τέτοιο επίπεδο αυτομόρφωσης στη συνέχεια, που ξεπέρασε και τον πατέρα της. Ο τελευταίος, αναγνώρισε από νωρίς την ευφυΐα και τις ικανότητες της κόρης του. Έτσι, από μαθήτρια έγινε η επιστημονική του συνεργάτιδα και επιπλέον, η αξιότιμη διάδοχός του.
Είχε γίνει πλέον και η ίδια γνωστή. Ήδη στην ηλικία των 30 ετών, η Υπατία είχε μεγάλη δύναμη στην πνευματική κοινότητα της πόλης. Ο Θέωνας της παρέδωσε τα κλειδιά της φιλοσοφικής σχολής του και την άφησε να αναλάβει τα πάντα. Από την διοίκησή της και το πρόγραμμα σπουδών, μέχρι την διδασκαλία των μαθημάτων. Από τότε, το πολύπλευρο έργο της απογειώθηκε.
Η Αλεξάνδρεια, αποτελούσε τότε το σημαντικότερο κέντρο διανόησης του ελληνικού πολιτισμού. Σε αυτήν συνέρρεαν διανοούμενοι και πρώιμοι επιστήμονες από όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Εκεί γεννιούνταν νέες ιδέες, γίνονταν ανακαλύψεις κάθε είδους και συσσωρεύονταν όλες οι διδασκαλίες των τότε διάσημων σοφών.
Στη σχολή της Υπατίας, τα μαθήματά της παρακολουθούσε πλήθος νέων, όχι μόνο από την Αλεξάνδρεια, αλλά και από την υπόλοιπη Αίγυπτο, από την Συρία, την Κυρήνη και την Κωνσταντινούπολη. Όλοι τους παγανιστές, Χριστιανοί και Εβραίοι, οι οποίοι σπούδαζαν μαζί.
Η διδασκαλία της Υπατίας, ήταν η πιο ευέλικτη της εποχής. Στα μαθήματά της, εκπαίδευε τους μαθητές της να σκέφτονται σφαιρικά και ολικά. Συνδύαζε τις επιστήμες των μαθηματικών και της αστρονομίας με την φιλοσοφία. Επιδιδόταν στην δημιουργία διαφόρων οργάνων, με στόχο την πρακτική προσέγγιση από τους μαθητές, τα οποία κατασκεύαζε μόνη της.
Οι περισσότεροι γόνοι επιφανών οικογενειών, προτιμούσαν την δική της έναντι άλλων επίσης γνωστών σχολών, καθώς ήταν η μόνη που το πρόγραμμα σπουδών της ήταν τόσο ευρύ και συμπεριληπτικό. Οι μαθητές της την σέβονταν και την θαύμαζαν απεριόριστα. Μαγεύονταν τόσο από τις γνώσεις της, τον λόγο της και την διορατικότητά της, που δεν ήταν λίγες οι φορές που την ερωτεύονταν. Εκείνη, όμως, είχε δηλώσει ότι απείχε ολοκληρωτικά από οποιαδήποτε σχέση τέτοιου περιεχομένου.
Αν σε κάτι συμφωνούν όλες οι αρχαίες πηγές, είναι οι πολλαπλές πνευματικές αρετές της. Όλοι όσοι την γνώριζαν, αλλά και μεταγενέστεροι, μιλούν για το ηθικό θάρρος της, για το ότι ήταν δίκαια, ειλικρινής, αφοσιωμένη στο καλό της πολιτείας και αξιοπρεπής. Ήταν τολμηρή και γεμάτη αυτοπεποίθηση, πάντα όμως την χαρακτήριζε η σωφροσύνη. Η συμπεριφορά της ήταν πάντα κόσμια, ανάλογη των ανθρώπων που ερχόταν κάθε φορά σε επαφή.
Λόγω των γνωριμιών της και του σεβασμού που είχε κερδίσει, συμμετείχε και στην πολιτική. Ήταν η μόνη γυναίκα που παρίστατο στις συνελεύσεις της πόλης. Έλεγε θαρρετά την γνώμη της και είχε αντίκτυπο και επιρροή στους ισχυρούς άνδρες και άρχοντές της. Αυτό, όμως, στάθηκε ως μία από τις αφορμές για το άδοξο τέλος της.
Το 414-415 μ.Χ., ξέσπασαν διαμάχες ανάμεσα στον Πατριάρχη της πόλης Κύριλλο και τον Ρωμαίο έπαρχο Ορέστη. Πολιτικές και θρησκευτικές συγκρούσεις μαίνονταν στην Αλεξάνδρεια και είχαν πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Φανατικοί υποστηρικτές του Κύριλλου επιτέθηκαν στον Ορέστη.
Μέσα σε όλα αυτά, υπήρχαν πολλοί που από πριν διαφωνούσαν και επίκριναν τις διδασκαλίες και την ελευθερία της Υπατίας. Η στενή (φιλική πάντα) σχέση που είχε με τον Ορέστη, στάθηκε αιτία και πάτημα για αρκετούς να δημιουργήσουν φήμες ότι εκείνη τον καθοδηγούσε και υποδαύλιζε τις αποφάσεις του. Επειδή, όμως, δεν έφταναν αυτά, έπρεπε να καταφύγουν σε μια πιο μεστή κατηγορία.
Τι πιο κλασικό, από την κατηγορία άσκησης μαγείας; Την συκοφάντησαν και διέσπειραν κι άλλες φήμες, λέγοντας ότι έκανε μάγια στον Ορέστη και σατανικές επικλήσεις εις βάρος ολόκληρης της πόλης. Σε μια από αυτές τις συγκεντρώσεις κατά του Ορέστη, επιτέθηκαν στην Υπατία. Χωρίς να μπούμε στις αιματηρές και τραγικές λεπτομέρειες, δολοφονήθηκε και έχασε τη ζωή της άδοξα.
Η Υπατία, τους επόμενους αιώνες εκτιμήθηκε, θαυμάστηκε και πολλές φορές αποθεώθηκε από πολλούς. Ήταν μαθηματικός και αστρονόμος, πολιτικός, η σπουδαιότερη φιλόσοφος της εποχής της και μία από τις σοφότερες γυναίκες της αρχαιότητας.
Η μορφή της δεν ξεχνιέται εύκολα. Τη θυμόμαστε, όπως ένας από τους πιο πιστούς μαθητές της, ο Συνέσιος, ο οποίος σε μία από τις επιστολές που αντάλλασσαν, της έγραψε: «Ακόμα και αν υπάρχει απόλυτη λήθη στον Άδη, ακόμα και εκεί θα σε θυμάμαι αγαπητή Υπατία…»
Βιβλιογραφία:
