Ο διπλασιασμός του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά από το 2008 έως σήμερα αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες μείωσης της αγοραστικής τους δύναμης. Τα ενοίκια έχουν επίσης αυξηθεί σημαντικά, αλλά, με το 70% των κατοικιών να είναι ιδιοκατοικούμενες, οι επιπτώσεις αφορούν μικρότερο μέρος του πληθυσμού.
Πολλοί αποδίδουν την αύξηση της τιμής του ρεύματος στην κερδοσκοπία των επιχειρήσεων. Το θέμα, όμως, είναι πιο περίπλοκο.
Η αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά σε έναν συνδυασμό εξελίξεων.
Αύξηση του κόστους παραγωγής
Το φυσικό αέριο, που αποτελεί βασικό καύσιμο ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα, είναι πολύ ακριβότερο απ’ ό,τι ήταν πριν από 15-20 χρόνια. Επιπλέον, πέρα από το σημαντικό μερίδιό του στην ηλεκτροπαραγωγή, αποτελεί και το καύσιμο των μονάδων βάσης που διατηρούν το σύστημα σε λειτουργία όταν οι ΑΠΕ βρίσκονται εκτός παραγωγής.
Το φυσικό αέριο, λοιπόν, διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τις τιμές ολόκληρου του συστήματος.
Η ενεργειακή κρίση της περιόδου 2021-2023, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, εκτόξευσε τις τιμές χονδρικής σε πρωτοφανή επίπεδα.

Κόστος δικαιωμάτων CO₂
Το 2008 τα δικαιώματα εκπομπών άνθρακα είχαν πολύ χαμηλότερο κόστος. Σήμερα οι ηλεκτροπαραγωγοί πληρώνουν σημαντικά ποσά για κάθε τόνο CO₂ που εκπέμπουν. Αυτό αύξησε ιδιαίτερα το κόστος λειτουργίας των λιγνιτικών και των μονάδων φυσικού αερίου.

Επενδύσεις σε δίκτυα και ΑΠΕ
Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί μεγάλες επενδύσεις σε δίκτυα μεταφοράς, διανομής, διασυνδέσεις νησιών και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Μέρος αυτών των επενδύσεων μεταφέρεται στους λογαριασμούς μέσω των ρυθμιζόμενων χρεώσεων.
Αυτές είναι μερικές από τις αιτίες για τις οποίες πληρώνουμε ακριβότερο ρεύμα.
Το 2008 η Ελλάδα είχε τιμή ηλεκτρικής ενέργειας περίπου 0,10 €/kWh, σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ (0,16 €/kWh). Σήμερα η τιμή βρίσκεται περίπου στα 0,24 €/kWh, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ διαμορφώνεται στα 0,29 €/kWh.

📊 Τι δείχνει το γράφημα;
Παρά τον σχεδόν διπλασιασμό της τιμής στην Ελλάδα, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μεγάλη άνοδος προήλθε κυρίως από την περίοδο 2021-2023, όταν η ενεργειακή κρίση, οι τιμές του φυσικού αερίου και το κόστος των δικαιωμάτων CO₂ εκτόξευσαν το κόστος ηλεκτροπαραγωγής.
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα δεν είναι ότι η τιμή σχεδόν διπλασιάστηκε, αλλά ότι η Ελλάδα συγκλίνει σταδιακά προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς το παλιό πλεονέκτημα του φθηνού λιγνίτη έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί.
Ήταν λύση η συνέχιση της καύσης λιγνίτη;
Η απάντηση εξαρτάται από το τι εννοούμε ως «λύση».
Βραχυπρόθεσμα, ίσως ναι
Αν η Ελλάδα είχε διατηρήσει περισσότερες λιγνιτικές μονάδες σε λειτουργία την περίοδο 2021-2023, πιθανότατα θα είχε:
-μικρότερη εξάρτηση από το πανάκριβο εισαγόμενο φυσικό αέριο,
-μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια,
-λιγότερη έκθεση στις γεωπολιτικές κρίσεις (Ρωσία, Ουκρανία),
-χαμηλότερες εισαγωγές καυσίμων.
Γι’ αυτό, άλλωστε, πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και η Γερμανία, επανέφεραν προσωρινά μονάδες άνθρακα μετά το 2022.
Μακροπρόθεσμα, όχι
Το πρόβλημα είναι ότι ο λιγνίτης δεν είναι πλέον ο φθηνός λιγνίτης της δεκαετίας του 2000.
Το κόστος παραγωγής επιβαρύνεται από τα δικαιώματα CO₂, την παλαιότητα των μονάδων, το αυξανόμενο κόστος εξόρυξης και τις απαιτήσεις περιβαλλοντικής συμμόρφωσης.
Σε πολλές περιπτώσεις, το κόστος παραγωγής από λιγνίτη σήμερα πλησιάζει ή και ξεπερνά το κόστος παραγωγής από μονάδες φυσικού αερίου, όταν οι τιμές του αερίου βρίσκονται σε φυσιολογικά επίπεδα.
Αν η Ελλάδα είχε διατηρήσει περισσότερες λιγνιτικές μονάδες ως εφεδρεία μέχρι το 2025-2030, πιθανότατα θα είχε μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια κατά τη διάρκεια της κρίσης και ίσως χαμηλότερες τιμές σε ορισμένες περιόδους. Ωστόσο, η συνέχιση της λιγνιτικής παραγωγής δύσκολα θα αποτελούσε βιώσιμη λύση, καθώς το κόστος των εκπομπών CO₂ και η οικονομική επιβάρυνση του ίδιου του καυσίμου αυξάνονταν συνεχώς.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η μετάβαση έπρεπε να γίνει, αλλά αν έπρεπε να γίνει πιο σταδιακά.
Μια άλλη αστοχία για την οποία γίνεται συχνά λόγος είναι η τεράστια αύξηση των επενδύσεων σε μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ χωρίς αντίστοιχες επενδύσεις σε υποδομές αποθήκευσης.
Το αποτέλεσμα αυτής της υστέρησης είναι ότι τις μεσημβρινές ώρες η προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας υπερβαίνει τη ζήτηση και το πλεονάζον ρεύμα είτε «πετάγεται» είτε εξάγεται σε χαμηλές τιμές.
Η έλλειψη κατάλληλου ρυθμιστικού πλαισίου και η γραφειοκρατία αποτελούν τις βασικές αιτίες αυτής της καθυστέρησης. Από την άλλη πλευρά, αν οι επενδύσεις σε μεγάλες μπαταρίες αποθήκευσης που σχεδιάζονται σήμερα είχαν υλοποιηθεί πριν από πέντε χρόνια, θα είχαν χαμηλότερες αποδόσεις και σημαντικά υψηλότερο κόστος.
Το 2020-2021 οι μπαταρίες μεγάλης κλίμακας κόστιζαν περίπου δύο έως τρεις φορές περισσότερο από σήμερα, ενώ η τεχνολογία αποθήκευσης δεν είχε ακόμη ωριμάσει.
Η απουσία μονάδων αποθήκευσης σήμερα απειλεί με χρεοκοπία εκατοντάδες μικρές μονάδες ΑΠΕ που έχουν τραπεζικές υποχρεώσεις. Λόγω των αρνητικών τιμών που επικρατούν τις μεσημβρινές ώρες εξαιτίας της υπερπροσφοράς, πολλές μονάδες τίθενται εκτός λειτουργίας και αδυνατούν να παράγουν με κέρδος. Οι δανειακές υποχρεώσεις, όμως, συνεχίζουν να «τρέχουν», με αποτέλεσμα αρκετές από αυτές να κινδυνεύουν να βγουν στο σφυρί.
Οι επιχειρήσεις αυτές ζητούν από το κράτος να παρέμβει και να τις διασώσει. Αυτό, όμως, ακυρώνει την έννοια του επιχειρηματικού ρίσκου και δημιουργεί ηθικό κίνδυνο.
Αν οι επιχειρηματίες θεωρούν δεδομένο ότι, όταν κάνουν λάθη ή αποτυγχάνουν, το κράτος θα παρεμβαίνει πάντα και θα τους διασώζει με τα χρήματα των φορολογουμένων, τότε θα αναλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερα ρίσκα χωρίς τις αντίστοιχες συνέπειες.
Τις καλές εποχές, όταν οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου καθόριζαν τις τιμές της αγοράς, τα περιθώρια κέρδους αυτών των επιχειρήσεων ήταν ιδιαίτερα υψηλά και οι καταναλωτές κατέβαλαν το κόστος. Τώρα, στις δύσκολες περιόδους, ζητούν και πάλι από τους ίδιους τους καταναλωτές - ως φορολογούμενους αυτή τη φορά - να χρηματοδοτήσουν την επιβίωσή τους.
Η αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος αποτελεί, λοιπόν, ένα πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο φαινόμενο. Η ολοένα μεγαλύτερη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης αναμένεται να αυξήσει περαιτέρω τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και να διατηρήσει τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Καλό είναι, σε κάθε επιχειρηματικό ή προσωπικό σχεδιασμό, να υπολογίζουμε αυξημένο ενεργειακό κόστος. Αν κάποιοι —εταιρείες ή πολιτικοί— προσπαθήσουν να σας πουλήσουν το αφήγημα του φθηνότερου ρεύματος, καλό είναι να υποθέσετε πως κάποιο «λάκκο έχει η φάβα».
📬🖊️ Επιστολές αναγνωστών
Γιατί οι άνθρωποι είμαστε παράλογοι
Καλησπέρα Κώστα,
Με αφορμή το άρθρο σου «Από τον Βαρουφάκη στη Νεγρεπόντη» μια μεγάλη αλήθεια που έχω συνειδητοποιήσει τα τελευταία χρόνια και ήθελα να μοιραστώ είναι κάτι που έχουμε ακούσει πολλές φορές, το έχουμε διδαχθεί ακόμα και στο σχολείο, αλλά το έχουμε καταλάβει λίγο διαφορετικά. Η αλήθεια αυτή είναι πώς ο άνθρωπος είναι ένα ζώο. Όχι απλώς όμως ότι είναι ένα ακόμα θηλαστικό, όπως το έχουμε αντιληφθεί, αλλά ότι ΕΙΝΑΙ ένα ζώο. Ένα απλό ζώο όπως όλα τα άλλα, απλώς λίγο πιο έξυπνο. Εάν κάποιος θεωρεί ότι η διαφορά μας με τα ζώα είναι μεγάλη κάνει λάθος, διότι σε έρευνα διαπίστωσαν ότι τα μεγαλύτερα-δυνατότερα ποντίκια αφήνουν επίτηδες μερικές φορές τα μικρότερα-αδύναμα να κερδίζουν στο παιχνίδι, διότι εάν εκείνα δεν κέρδιζαν ποτέ δεν θα ήθελαν να παίξουν. Προσωπικά μου φαίνεται ότι τα ποντίκια συμπεριφέρονται εξυπνότερα ακόμα και από κάποιους ανθρώπους.
Αυτό εξηγεί πολλά πράγματα που μπορεί να φαίνονται ακατανόητα. Όπως το γιατί ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργεί ενάντια στο συμφέρον του εμφανίζοντας ακόμα και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Διότι μέσα του επικρατεί το συναίσθημα αντί της λογικής. Όπως και το ζώο μπορεί, ανάλογα την συναισθηματική του κατάσταση να είναι φιλικό ή επιθετικό, έτσι και ο άνθρωπος είναι πώς θα τον πετύχεις. Για αυτό και η επίκληση στο συναίσθημα είναι πολύ πιο αποτελεσματική από την επίκληση στην λογική. Και για αυτό ο λαός προτιμά έναν γλυκομίλητο ψεύτης από κάποιον που λέει ωμές αλήθειες. Αρκετοί από εμάς, όντας ορθολογιστές, αγνοούμε συνήθως αυτόν τον παράγοντα όταν προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε με ανθρώπους. Οι πολιτικοί, αντιθέτως, δεν τον αγνοούν καθόλου.
Η αλήθεια είναι ότι το συναίσθημα μας κάνει ανθρώπους, ειδάλλως δεν θα είχαμε διαφορά από ένα ρομπότ. Απλώς πρέπει να ισορροπεί με την λογική, να υπάρχει δηλαδή με μέτρο. Να μην έχουν τα συναισθήματα τον έλεγχο του ανθρώπου. Διότι εάν τον έχουν, τότε πας στο άλλο άκρο και αντί για ρομπότ γίνεσαι ένα σκέτο ζώο. Ο άνθρωπος είναι, με αυτήν την έννοια, μία ενδιάμεση κατάσταση, η χρυσή τομή. Εκείνος ο άνθρωπος όμως που έχει εκπαιδεύσει το μυαλό του, όχι οποιοσδήποτε έχει γεννηθεί άνθρωπος. Τα γονίδια μόνο δεν αρκούν.
Το «μέτρον άριστον» είναι τελικά ίσως η μοναδική αλήθεια που ισχύει πάντα. Αφού ακόμα και αρετές όπως η αγάπη και η φιλοπατρία μπορούν να αποβούν καταστροφικές όταν είναι χωρίς μέτρο. Είναι πολύ σπάνιο να ανακαλύψεις μία "συμπαντική" αλήθεια που ισχύει πάντοτε χωρίς εξαιρέσεις.
Φιλικά,
Αλέξανδρος Αγγελής
