S. Nellis (Citi): Γιατί οι επενδυτές ποντάρουν σε συγχώνευση συστημικών τραπεζών στην Ελλάδα

S. Nellis (Citi): Γιατί οι επενδυτές ποντάρουν σε συγχώνευση συστημικών τραπεζών στην Ελλάδα

Μια συγχώνευση μεταξύ  δύο συστημικών τραπεζών της Ελλάδας θα ήταν καλοδεχούμενη από τους επενδυτές και θα είχε επιχειρηματική λογική, σημειώνει ο Simon Nellis, Managing Director στο τμήμα Έρευνας Μετοχών της Citi σε συνέντευξη του στο Liberal, κάνοντας λόγο για τις θετικές προοπτικές που έχουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στη χώρα αλλά και για τις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν σε ένα αβέβαιο γεωπολιτικό σκηνικό.

Ο ίδιος σημειώνει πως οι τράπεζες θα συνεχίσουν να κινούνται προς την κατεύθυνση διαφοροποίησης των εσόδων τους και αναμένει πως οι αυτές οι κινήσεις μπορούν να επεκταθούν προς τους τομείς του leasing και του factoring, πέρα από τους τομείς των ασφαλίσεων, του wealth και του asset management.

Αναφορικά με το ενδεχόμενο νέων εξαγορών στον κλάδο, ο κ. Nellis σημειώνει πως «μια συγχώνευση μεταξύ δύο μεγάλων τραπεζών θα είχε επιχειρηματική λογική και πιθανότατα θα την αντιμετωπιζόταν θετικά από τους επενδυτές».

Σχετικά με την πορεία που έχουν καταγράψει οι ελληνικές τράπεζες στο πρώτο τρίμηνο του 2026 και εν μέσω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, το στέλεχος της Citi αναφέρει πως «συνεχίζουν να εμφανίζουν ισχυρή δυναμική πιστωτικής επέκτασης και καμία επίπτωση στην ποιότητα του δανειακού τους χαρτοφυλακίου. Ωστόσο, η κατάσταση παραμένει αβέβαιη και οι τράπεζες επισήμαναν ότι, εάν η αβεβαιότητα παραταθεί, θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη ζήτηση για νέα δάνεια».

Ακόμα, ο κ. Nellis υποστηρίζει οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με discount έναντι των ευρωπαϊκών ομολόγων τους.

Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Βέλμαχο

Με βάση τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τρίμηνου, πώς αξιολογείτε την απόδοση των ελληνικών τραπεζών εν μέσω της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας στη Μέση Ανατολή;

Τα οικονομικά αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών δεν φαίνεται να έχουν επηρεαστεί ουσιωδώς από την τρέχουσα ένταση στη Μέση Ανατολή, καθώς όλες οι τράπεζες που έχουν ανακοινώσει μέχρι στιγμής αποτελέσματα συνεχίζουν να εμφανίζουν ισχυρή δυναμική πιστωτικής επέκτασης και καμία επίπτωση στην ποιότητα του δανειακού τους χαρτοφυλακίου.

Ωστόσο, η κατάσταση παραμένει αβέβαιη και οι τράπεζες επισήμαναν ότι, εάν η αβεβαιότητα παραταθεί, θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη ζήτηση για νέα δάνεια.

Η Εθνική Τράπεζα ανέφερε συγκεκριμένα ότι αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε προσωρινή αναστολή μεγάλων επενδυτικών αποφάσεων.

Η Τράπεζα Πειραιώς, από την πλευρά της, σημείωσε ότι παρακολουθεί στενά τον αντίκτυπο στον τομέα της φιλοξενίας, αναφέροντας πως μέχρι στιγμής η αβεβαιότητα δεν έχει επηρεάσει ουσιαστικά τις κρατήσεις. Παράλληλα, επεσήμανε ότι, υπό ορισμένα σενάρια, η αβεβαιότητα θα μπορούσε ακόμη και να ευνοήσει τον ελληνικό τουρισμό. Η Πειραιώς τόνισε επίσης ότι μόνο 10 από τα 700 πλοία που χρηματοδοτεί στο ναυτιλιακό της χαρτοφυλάκιο είναι εγκλωβισμένα στα Στενά του Ορμούζ.

Σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα IFRS 9, οι τράπεζες πρέπει να ενσωματώνουν στις προβλέψεις τους μελλοντικές μακροοικονομικές εξελίξεις.

Η Εθνική Τράπεζα ανέφερε ότι έχει προχωρήσει σε ορισμένες προσαρμογές στις εκτιμήσεις της για τα μελλοντικά μακροοικονομικά σενάρια και στις σχετικές προβλέψεις, χωρίς ωστόσο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Από τα σχόλια της διοίκησης της Πειραιώς κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων α’ τριμήνου, προκύπτει ότι δεν έγιναν ουσιαστικές αλλαγές στις προβλέψεις.

Η διοίκηση της Eurobank ανέφερε ότι μείωσε την πιθανότητα του βασικού μακροοικονομικού σεναρίου στο 40% και αύξησε αντίστοιχα την πιθανότητα του δυσμενούς σεναρίου, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι αυτό δεν είχε ουσιαστικό αντίκτυπο στις προβλέψεις του α’ τριμήνου, καθώς καλυπτόταν από τα ήδη υφιστάμενα αποθέματα προβλέψεων.

Σε ό,τι αφορά τώρα το μέλλον, μία παρατεταμένη περίοδος αβεβαιότητας και υψηλότερων τιμών πετρελαίου θα επιβαρύνουν την οικονομική ανάπτυξη, ενώ είναι πιθανό να οδηγήσουν σε υψηλότερο πληθωρισμό και ενδεχομένως σε υψηλότερα επιτόκια. Αυτό με τη σειρά του θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην πιστωτική επέκταση και θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού.

Παράλληλα, μια παρατεταμένη περίοδος αβεβαιότητας πιθανότατα θα οδηγήσει τις τράπεζες σε πιο ουσιαστικές προσαρμογές των προβλέψεων που έχουν λάβει βάσει των μελλοντικών μακροοικονομικών τους σεναρίων. Από την άλλη πλευρά, τα περιθώρια κέρδους των ελληνικών τραπεζών ωφελούνται από τα υψηλότερα επιτόκια, γεγονός που θα μπορούσε να αντισταθμίσει μέρος των αρνητικών επιδράσεων.

Μετά την επέκταση των τραπεζών στον ασφαλιστικό τομέα, πιστεύετε ότι οι προσπάθειες διαφοροποίησης των πηγών εσόδων τους πέρα από την «παραδοσιακή» τραπεζική θα συνεχιστούν;

Ναι, θεωρώ ότι οι τράπεζες θα συνεχίσουν να επιδιώκουν τη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων τους. Ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές αναμένεται να παραμείνουν επικεντρωμένες στο asset management και wealth management και στον ασφαλιστικό τομέα, αλλά ενδεχομένως και σε δραστηριότητες όπως το leasing και το factoring.

Υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω εξαγορές ή συνεργασίες σε άλλες αγορές ή ο κλάδος είναι ήδη επαρκώς συγκεντρωμένος;

Πιστεύω ότι ο κλάδος είναι ήδη σε ικανοποιητικό βαθμό συγκεντρωμένος, με τέσσερις μεγάλες τράπεζες και λίγους μικρότερους ανταγωνιστές. Ωστόσο, οι μικρότερες αγορές τείνουν να εμφανίζουν υψηλότερο βαθμό συγκέντρωσης σε σχέση με τις μεγαλύτερες, δεδομένου ότι η κλίμακα είναι κρίσιμη στον τραπεζικό τομέα. Ως εκ τούτου, μια συγχώνευση μεταξύ δύο μεγάλων τραπεζών θα είχε επιχειρηματική λογική και πιθανότατα θα την αντιμετωπιζόταν θετικά από τους επενδυτές.

Πιστεύετε ότι οι αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών είναι σήμερα ελκυστικές για νέους επενδυτές, ειδικά αν συγκριθούν με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές τράπεζες;

Παρότι το discount στην αποτίμηση έχει περιοριστεί, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με discount έναντι των ευρωπαϊκών, σε όρους προβλεπόμενου δείκτη P/E, ενώ ταυτόχρονα είναι λιγότερο σύνθετες. Επιπλέον, η πορεία της κερδοφορίας τους παραμένει ισχυρή, με τις περισσότερες τράπεζες να στοχεύουν σε μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κερδών (CAGR) περίπου 10% μεσοπρόθεσμα.