Κατοικώντας στα στενά της Πόλης
Γέφυρες στο χρόνο

Κατοικώντας στα στενά της Πόλης

Οι κάτοικοι της βυζαντινής Κωνσταντινούπολης, προστατεύονταν από τα περίφημα τείχη της, χερσαία και θαλάσσια. Εντός τους, κυκλοφορούσαν όλοι οι κάτοικοι της Βασιλεύουσας, καθώς και οι έμποροι, οι επισκέπτες, βασιλείς και ευγενείς από Ανατολή και Δύση και οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες. 

Οι μόνιμοι κάτοικοι, ήταν κατά πλειοψηφία οι Ελληνορωμαίοι της πάλαι ποτέ Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οι οποίοι συζούσαν τότε με αλλοεθνείς πολίτες, που επίσης έμεναν στην Βασιλεύουσα. Πάντα, όμως, εντός των τειχών. Αυτό, μέχρι την στιγμή της Άλωσης.

Ο Μωάμεθ ο Πορθητής, μπήκε στην Πόλη το 1453. Έτσι, έγινε η πρωτεύουσα της επόμενης στην σειρά αυτοκρατορίας, της Οθωμανικής. Μετά την Άλωση, όμως, προέκυψε ένα πρόβλημα. Η έλλειψη πληθυσμού. Δεν μπορούσε η πρωτεύουσα μιας μεγάλης αυτοκρατορίας, να έχει ελλείψεις σε κατοίκους.

Έτσι, η πόλη γέμισε από ανθρώπους κάθε εθνότητας. Η αύξηση του πληθυσμού, μετά την επέμβαση του νέου άρχοντα, ήταν ραγδαία. Στην ουσία, κάποια στιγμή ξέφυγε από τον αρχικό στόχο και τελικά οι νέοι κάτοικοι «έσπρωχναν» τους παλιούς, προκειμένου να «χωρέσουν» όλοι.

Αυτό το γεγονός, οδήγησε τελικά στην δημιουργία των συνοικιών της πόλης. Οι παλιοί, μάλιστα, πήραν τα υπάρχοντά τους και μετακινήθηκαν βορειότερα στα παράλια του Κερατίου κόλπου. Εκεί, δημιούργησαν κάποιες από τις ομορφότερες και πιο γνωστές συνοικίες της Πόλης.

Εδώ, ας ακολουθήσουμε τις κινήσεις των εναπομεινάντων Ελλήνων της κατακτημένης Κωνσταντινούπολης. Όλος ο κόσμος ξεχύθηκε έξω από τα βυζαντινά τείχη. Οι Έλληνες, έχτισαν τα νέα τους σπίτια κατά μήκος των χερσαίων τειχών, αλλά στα βόρεια παράλια του Κόλπου. 

Ανάμεσα στις συνοικίες των Οθωμανών, άλλων μουσουλμάνων, των Αρμενίων, των Γενουατών και των Βενετών, βρισκόταν η συνοικία που μας ενδιαφέρει. Το Φανάρι.

Κατά τα βυζαντινά χρόνια, η ναυσιπλοΐα στο σημείο εκείνο ήταν δύσκολη, λόγω των ρηχών υφάλων του. Έτσι, χτίστηκε εκεί ένας φάρος, τότε «φανός», από τον οποίο πήρε το όνομά της η συνοικία. 

Μετά την μετακίνηση των Ελλήνων στην περιοχή, ξεκίνησε η ανάπτυξή της. Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο και την βιοτεχνία. Επιπλέον, η απομάκρυνση των Ιταλών εμπόρων από τους Οθωμανούς, άνοιξε τον δρόμο για μεγάλες και σπουδαίες εμπορικές συναλλαγές προς όφελος των ελληνικών οικογενειών.

Σιγά σιγά, όσο αυτές οι οικογένειες κέρδιζαν όλο και περισσότερο έδαφος στον χώρο του εμπορίου, απέκτησαν πλούτο και άνεση. Άρχισαν να χρησιμοποιούν μέχρι και τα ονόματα των βυζαντινών δυναστειών ως τα επίθετά τους, για να δείχνουν το κύρος και την δύναμή τους («Καντακουζηνός», «Παλαιολόγος», «Κομνηνός»).

Οι κάτοικοι του Φαναριού, στη συνέχεια ασχολήθηκαν πολύ και με την μόρφωσή τους. Σπούδαζαν εκτός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στην Δυτική Ευρώπη και όταν επέστρεφαν ήταν ικανοί να συνάψουν σχέσεις μέχρι και με τον Σουλτάνο. Γεγονός, το οποίο τους προσέδιδε ακόμα περισσότερα δικαιώματα και υψηλές θέσεις.

Το Φανάρι έγινε το πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Πόλης, με προπύργιά του το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και την Μεγάλη του Γένους Σχολή. Τον 18ο αιώνα, στολιζόταν από τα απλά σπίτια των ευσεβών κατοίκων του, τα οποία είχαν χτιστεί με βάση τα παλιά βυζαντινά πρότυπα, αλλά από τα αρχοντικά της νέας αριστοκρατικής τάξης που γεννήθηκε εκεί, των Φαναριωτών.

Όμορφα ξύλινα σπίτια και πέτρινα μέγαρα κύκλωναν το Πατριαρχείο και το λεγόμενο «Κόκκινο Σχολείο». Μορφωμένοι άνθρωποι, πασίγνωστοι έμποροι και σεβαστοί βιοτέχνες, συνεχιστές της παράδοσης του Βυζαντίου, κυκλοφορούσαν στα στενά και στους δρόμους του.

Τους επόμενους αιώνες, τον 19ο και τον 20ο, το Φανάρι άρχισε να χάνει την αλλοτινή αίγλη του. Η εκβιομηχάνιση προκάλεσε την απώλεια της κλασικής και μεσαιωνικής ομορφιάς του και άλλαξε τον χαρακτήρα του.

Σήμερα, που έχει «καθαριστεί» και από τα σημάδια της βιομηχανικής του φάσης, δεν χαρακτηρίζεται πια από το κύρος που είχε όταν βρισκόταν ανάμεσα στις πλουσιότερες και επιφανέστερες συνοικίες της Πόλης. Τα χρωματιστά σπίτια και οι πολυκατοικίες, με τα ανθισμένα λουλούδια σε κάθε γωνιά και τα ιδιαίτερα μαγαζάκια, μαζί με το Πατριαρχείο και την μεγαλόπρεπη κόκκινη Σχολή, βοηθούν παρόλα αυτά να μας μεταφέρουν πίσω στο χρόνο, σε εποχές αλλοτινές, όταν η Πόλη αποτελούσε έναν παγκόσμιο κόμβο συνάντησης ανθρώπων κάθε πολιτισμού και εθνικότητας.

 

Βιβλιογραφία:

Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού - Φανάρι

Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού - Κωνσταντινούπολη