Η μετά θάνατον μνήμη
Γέφυρες στο χρόνο

Η μετά θάνατον μνήμη

Πώς γίνεται να μην ξεχαστεί κάποιος; Να διατηρηθεί η μνήμη του ακόμα και αφού εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο; Αυτές ήταν ερωτήσεις που απασχολούσαν πολύ σχεδόν όλους τους λαούς της αρχαιότητας. Μία από τις λύσεις σε αυτό το θέμα τότε, ήταν η επένδυση στην αρχιτεκτονική των τελευταίων τους κατοικιών.

Μάλιστα, ένα τέτοιο παράδειγμα τάφου απέκτησε τόση φήμη, ώστε κατέκτησε μια θέση ανάμεσα στα Επτά Αρχαία Θαύματα του κόσμου. Το μέγεθός του, η διακόσμησή του και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του, επέτρεψαν την αιώνια μνήμη του ίδιου, αλλά και του ιδιοκτήτη του.

Στα 376 π.Χ., στην Καρία της Μικράς Ασίας, ηγεμόνας και σατράπης (σατράπης λεγόταν ο διοικητής ενός των επαρχιών της Ανατολής, υποτελής στον βασιλιά της Περσίας) έγινε ο Μαύσωλος. Ο Μαύσωλος, από τη στιγμή που ανήλθε στην εξουσία, έκανε αλλαγές.

Αρχικά, μετέφερε την πρωτεύουσα της επαρχίας. Από τα Μύλασα, μετακόμισε στην Αλικαρνασσό, μια ελληνική πόλη στα παράλια, η οποία είχε ένα πολύ καλό λιμάνι. Αυτό το στοιχείο, μάλλον τον βοήθησε πολύ αργότερα, όταν αποφάσισε να οικοδομήσει ένα κτίριο αντάξιο μιας θέσης ανάμεσα στα άλλα Θαύματα.

Το 367 π.Χ., ξεκίνησε να χτίζεται αυτό το κτίριο. Ο Μαύσωλος είχε παντρευτεί (μην σκανδαλιστείτε, ήταν συχνό στην αρχαιότητα) την αδελφή του, την Αρτεμισία. Απ’ ότι φαίνεται, μάλλον ήταν ένα αγαπημένο ζευγάρι. Ο ηγεμόνας ήθελε αυτό το ταφικό μνημείο τόσο για τον ίδιο όσο και για τη γυναίκα του.

Δεν ήθελε, όμως, απλοϊκότητες. Καταρχήν, ήθελε να φαίνεται, να το βλέπουν όλοι. Επέλεξε το κέντρο της πόλης για την ανοικοδόμησή του. Συνήθως, στην αρχαιότητα, οι ταφές των νεκρών και γενικότερα τα νεκροταφεία, βρίσκονταν εκτός των τειχών των πόλεων. Ο Μαύσωλος, όμως, δεν ήταν όποιος κι όποιος. Ήθελε ο τάφος του να είναι στο κέντρο της πόλης, γιατί ταφικά μνημεία εντός των πόλεων, χτίζονταν μόνο για τους εκλεκτούς. Δηλαδή, τους ήρωες.

Για να είναι, λοιπόν, το οικοδόμημα άξιο να κουβαλά τις ηρωικές τιμές του κατόχου του, αφού αυτός απεβίωνε, σίγουρα θα έπρεπε να έχει κολοσσιαίες διαστάσεις. Υπεύθυνοι αρχιτέκτονες για την περάτωσή του έργου, ήταν ο Πύθις και ο Σάτυρος. Το κτίριο, τελικά, βγήκε μάλλον καλύτερο απ’ ότι θα φανταζόταν ο Μαύσωλος. Είχε μια ογκώδη ορθογώνια βάση, δύο ορόφους και ξεπερνούσε τα 40 μέτρα ύψος. 

Ο διάκοσμός του ήταν επίσης πλούσιος και προσεγμένος. Οι γλύπτες που εργάστηκαν εκεί, ήταν ο Σκόπας, ο Λεωχάρης, ο Βρύαξις και ο Τιμόθεος. Οι τέσσερεις μαζί, επιμελήθηκαν των κολοσσιαίων αγαλμάτων και των μαρμάρινων ζωφόρων και κιόνων του μνημείου. Όποιος περνούσε από το σημείο όπου βρισκόταν, έβλεπε μεγάλα γλυπτά που απεικόνιζαν λιοντάρια και διάφορες γυναικείες και αντρικές μορφές που κοσμούσαν μάλλον το περιστύλιό του (το κομμάτι του κτιρίου που το διέτρεχε σειρά κιόνων).

Ψηλά, πολύ ψηλά, βρίσκονταν τα δύο τεράστια γλυπτά του σατράπη και της βασίλισσάς του. Οι μορφές του Μαύσωλου και της Αρτεμισίας παρατηρούσαν από εκεί την αγαπημένη τους πόλη για αιώνες. Χαρακτηριστικό του μνημείου ήταν το ότι συνδύαζε αρχιτεκτονικά στοιχεία των άλλοτε ελληνικών μικρασιατικών παραλίων και της Ανατολής. Έτσι, η στέγη του ήταν πυραμιδοειδής και στην κορυφή της έστεκε ένα τέθριππο, ένα άρμα δηλαδή που εικονιζόταν να σέρνεται από τέσσερα περήφανα μαρμάρινα άλογα.

Το περίλαμπρο αυτό ταφικό μνημείο, πήρε το όνομα του κατόχου του. Ήταν το «Μαυσωλείο» της Αλικαρνασσού. Δυστυχώς, όμως, το βασιλικό ζευγάρι δεν κατάφερε ποτέ να το δει ολοκληρωμένο και να το θαυμάσει. Ο Μαύσωλος πέθανε το 353 π.Χ. Η Αρτεμισία τότε συνέχισε να ασχολείται με την επίβλεψη των εργασιών. Ούτε αυτή κατάφερε να είναι εκεί μέχρι την αποπεράτωσή τους. Πέθανε λίγο μετά τον σύζυγό της.

Το μεγαλεπήβολο έργο, παρόλα αυτά, δεν σταμάτησε. Το συνέχισαν με ζήλο οι αρχιτέκτονες και οι γλύπτες του, τόσο προς τιμήν του βασιλικού ζεύγους όσο και για χάρη της ίδιας της τέχνης. Έτσι, όταν ολοκληρώθηκε το 351 π.Χ., ήταν λογικό κάποια στιγμή να κερδίσει μια θέση ανάμεσα στα Επτά Θαύματα. 

Οι άνθρωποι που έφταναν με πλοία στο λιμάνι της Αλικαρνασσού, σίγουρα έμεναν άφωνοι με το μαυσωλείο, το οποίο μάλλον ξεχώριζε ανάμεσα στα άλλα κτίρια της πόλης και φαινόταν από αρκετά μακριά. Μέχρι και τον 14ο αιώνα μ.Χ., έστεκε αγέρωχο, διατηρώντας ακόμα την μνήμη του αρχαίου βασιλικού ζεύγους της Καρίας. 

Μετά από έναν σεισμό που έπληξε την πόλη, το κτίριο υπέστη αρκετές ζημιές, χωρίς όμως να χάσει την αίγλη του. Το δύστυχο τέλος του, ήρθε μαζί με τους Σταυροφόρους. Το 1522, οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου, το κατέστρεψαν εκ θεμελίων. Το κατεδάφισαν ολοσχερώς και έπειτα χρησιμοποίησαν τα υλικά του για την κατασκευή του φρουρίου του Αγίου Πέτρου. 

Το περίλαμπρο ταφικό μνημείο εξαφανίστηκε. Πολύ αργότερα, την περίοδο 1856-1859, έφτασε στην αρχαία πόλη ένας Άγγλος αρχαιολόγος. Ο Charles Newton, ήταν αυτός που ανακάλυψε τις θεμελιώσεις του και τα θραύσματα των κολοσσιαίων αγαλμάτων του. Ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε τις ανασκαφικές έρευνες στο σημείο.

Η λαμπρότητα και η φήμη του ταφικού αυτού μνημείου, το έκαναν πασίγνωστο. Ο Μαύσωλος κατάφερε αυτό που ήθελε και μάλιστα με το παραπάνω. Η ονομασία της τελευταίας κατοικίας του, το «μαυσωλείο», κατέληξε να χαρακτηρίζει κάθε μνημειακό ταφικό κτίριο μέχρι σήμερα. Ακόμα κι αν το Αρχαίο Θαύμα έχει πλέον εξαφανιστεί, το όνομά και η κληρονομιά που έχει αφήσει συνεχίζουν και αντηχούν στους αιώνες. 

 

Βιβλιογραφία:

archaiologia.gr

Μηχανή του Χρόνου

Η Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα

Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού