Μια θυελλώδης ζωή, μιας το ίδιο θυελλώδους – θα έλεγε κανείς – γυναίκας. Αμφιταλαντευόμενη μονίμως ανάμεσα στην φτώχια και τον πλούτο, στο φως και στις σκιές, κατάφερε να γίνει το αστέρι της εποχής της. Το άτομο που τραβούσε όλα τα βλέμματα πάνω του. Αλλά με ποιο κόστος;
Ολλανδία, 1876. Στην πόλη Leeuwarden, γεννιέται το πρώτο παιδί μιας εύπορης οικογένειας. Ένα κοριτσάκι, η Margaretha Geertruida Zelle. Εμείς εδώ, για ευνόητους λόγους, ας τη λέμε «Μαργαρίτα». Η Μαργαρίτα και τα τρία μικρότερα αδέλφια της ζούσαν στην πολυτέλεια, καθώς ο πατέρας τους ήταν ένας επιτυχημένος κατασκευαστής καπέλων.
Αυτό, μέχρι τη στιγμή που έφτασε στην χρεοκοπία… Το 1889, η οικογένεια δεν έχει στον ήλιο μοίρα. Επιπλέον, οι γονείς φαίνεται να έρχονται συνεχώς σε σύγκρουση, με αποτέλεσμα το διαζύγιο και τον θάνατο της μητέρας των παιδιών έναν χρόνο μετά. Τα παιδιά, μετακομίζουν με τους θείους τους.
Η Μαργαρίτα, όσο μεγαλώνει, φαίνεται ότι δεν πτοείται από τις οποιεσδήποτε συνθήκες. Στα 13 της, έχει έναν χαρακτήρα ατίθασο. Παρά την κλασική εκπαίδευση που ακολουθεί - πιάνο, χορός, ξένες γλώσσες - έχει θράσος, είναι ανυπάκουη και ενίοτε ανάγωγη…
Τα επόμενα χρόνια, μετά το διαζύγιο των γονιών της, ενόσω σπουδάζει σε μια σχολή στην πόλη Leiden, κατηγορείται για την σύναψη ερωτικών σχέσεων με τον διευθυντή. Σταματά τις σπουδές της, λοιπόν, όπως είχε κάνει και με το σχολείο και στρέφεται σε άλλες λύσεις.
Όντας σχεδόν «ορφανή» από γονείς (ο πατέρας τους άφησε και ξαναπαντρεύτηκε), ψάχνει ταυτόχρονα τρόπους να φύγει από τους θείους της. Σε μια εφημερίδα, βλέπει την ευκαιρία της. Ένας συνταγματάρχης του ολλανδικού στρατού, ο οποίος υπάγεται στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, ο Rudolph Macleod ψάχνει σύζυγο. Το 1895, λοιπόν, η Μαργαρίτα παντρεύεται σε ηλικία 19 ετών τον Σκωτσέζο συνταγματάρχη.
Δύο χρόνια μετά, ταξιδεύουν μαζί στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες. Δηλαδή, στις αποικίες της Ολλανδίας στην σημερινή περιοχή της Μαλαισίας και της Ινδονησίας. Εκεί, η Μαργαρίτα έχει τη ζωή που ήθελε. Κάνει δύο παιδιά και συνοδεύει τον άντρα της σε όλα τα πολυτελή πάρτι, τα δείπνα και τις εορταστικές συγκεντρώσεις.
Η χαρά της, όμως, ήταν εφήμερη. Η σχέση τους, έχει προβλήματα. Σιγά σιγά φτάνουν στο σημείο να μην αντέχουν ο ένας τον άλλον. Εκείνος γίνεται έξαλλος με το ακατάπαυστο φλερτ της με άλλους στρατιωτικούς και εκείνη λέει ότι είναι ένας μέθυσος και βίαιος σύζυγος. Τα παιδιά τους, αρρωσταίνουν και τα δύο μυστηριωδώς. Το μεγαλύτερο, 2,5 ετών, δεν τα καταφέρνει.
Το 1902, η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. Μπαίνουν σε ένα πλοίο, επιστρέφουν στην Ολλανδία και παίρνουν διαζύγιο. Η Μαργαρίτα δεν μπορεί να συντηρήσει την κόρη της και αναγκάζεται να την αφήσει με τον σύζυγό της. Στα 26 της χρόνια, βρίσκεται μόνη και άφραγκη στους δρόμους.
Ζητάει πίσω την κόρη της, αλλά ο πρώην άντρας της αρνείται να την δώσει. Η Μαργαρίτα τον απειλεί, λέγοντας ότι αν δεν την πάρει θα σταματήσει να παραμένει «κόσμια» και θα σπιλώσει το γνωστό όνομά του. Μην έχοντας άλλες επιλογές, στρέφεται σε οίκους ανοχής και τελικά όλοι οι γνωστοί της στην Ολλανδία κόβουν κάθε επαφή μαζί της.
Η Μαργαρίτα, αποφασίζει λοιπόν να τα αφήσει όλα πίσω και μετακομίζει μόνη της στο Παρίσι το 1904. Εκεί, της έρχεται η «επιφοίτηση». Θα γινόταν κάποια άλλη. Αναγεννάται από τις στάχτες της και παρουσιάζεται στον κόσμο ως η μία και μοναδική «Μάτα Χάρι», το οποίο στην γλώσσα της Μαλαισίας σημαίνει «Μάτι της Αυγής».
Εκμεταλλεύεται πλέον στο έπακρο την εμφάνισή της και αλλάζει τελείως προφίλ. Γίνεται χορεύτρια και αρτίστα. Φοράει περίτεχνα και απαστράπτοντα κοσμήματα στα μαλλιά και στο στήθος και ντύνεται με ημιδιαφανή αέρινα υφάσματα. Χορεύει εκστατικά σε καμπαρέ και απίστευτα γρήγορα αποκτά φήμη. Μία μόνο γυναίκα, καταφέρνει να φέρει με τον αισθησιακό χορό της την Ανατολή στην Δύση.
Στις 13 Μαρτίου 1905, η μελαχρινή χορεύτρια με τα μαύρα μάτια που μοιάζει με Ινδή πριγκίπισσα, κάνει θραύση στην παράστασή της στο Εθνικό Μουσείο Ασιατικών Τεχνών του Παρισιού. Όλη η ελίτ της πόλης του φωτός την αποθεώνει. Η Μάτα Χάρι είναι πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημέριδες.
Από εκείνη την στιγμή, γίνεται μία από τις διασημότερες και πιο ποθητές γυναίκες στην Ευρώπη της εποχής. Ξεκινάει πανευρωπαϊκές περιοδείες και κάνει παραστάσεις σε όλα τα σπουδαία θέατρα. Ταξιδεύει στις Βρυξέλλες, στο Λονδίνο, στην Μαδρίτη, στην Χάγη, στην Βιέννη, στο Βερολίνο. Εμφανίζεται στην Scala του Μιλάνο, στο θέατρο Olympia του Παρισιού και στην Όπερα του Μόντε Κάρλο.
Χτίζει μια απόλυτα φαντασμαγορική ζωή για τον εαυτό της, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της, όπως ήθελε και δεν της λείπει τίποτα. Πλουτίζει συνεχώς και γοητεύει τους πάντες. Όπου πηγαίνει, την ακολουθούν οι πολλαπλοί εραστές της. Το γούστο της Μάτα Χάρι αφορά ανώτατους στρατιωτικούς, βιομήχανους, γνωστούς και σεβαστούς καλλιτέχνες και γόνους αριστοκρατών κάθε χώρας.
Στις 3 Αυγούστου 1914, όμως, όλα αυτά τελειώνουν. Η Γερμανία κηρύσσει πόλεμο στην Γαλλία και η Μάτα Χάρι βρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων, το Βερολίνο. Εκεί, κρίνεται ως κάτοικος της εχθρικής πλέον Γαλλίας και όλη η περιουσία της κατάσχεται από τους Γερμανούς. Οι παραστάσεις της σταματούν και το εισόδημα, το οποίο δεν λυπόταν να ξοδεύει ασύδοτα, παύει να υπάρχει.
Η Μάτα Χάρι στρέφεται στους εραστές της για βοήθεια, οι οποίοι απαντούν στο κάλεσμά της. Αφού η Ολλανδία ήταν ουδέτερη, το ολλανδικό διαβατήριό της της επέτρεπε να ταξιδεύει άνετα μέσα στην Ευρώπη. Οι σχέσεις της αυτές με άτομα της υψηλής κοινωνίας και η άνεσή της στα ταξίδια, την κατέστησαν ύποπτη τον καιρό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι κατάσκοποι τότε έβριθαν σε όλες τις χώρες. Όπου κι αν πήγαινε, άνθρωποι από τις βρετανικές, τις γαλλικές και τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες την παρακολουθούσαν στενά.
Το 1916, όταν βρέθηκε και πάλι στο Βερολίνο, την επισκέφθηκε ο Γερμανός πρόξενος Κρέμερ, ζητώντας της να κάνει αυτό που υποπτεύονταν τόσο καιρό οι μυστικές υπηρεσίες. Να γίνει κατάσκοπος. Της προσφέρει πολλά λεφτά από την αρχή και την αφήνει να επιστρέψει στο Παρίσι. Εκείνη, μην έχοντας πολλές επιλογές, επιβιώνοντας από τους εραστές της, δέχεται και γίνεται, έστω θεωρητικά, κατάσκοπος των Γερμανών, με κωδικό όνομα «H21».
Παρόλα αυτά, όταν γυρνάει στην Γαλλία, συνεχίζει την πλουσιοπάροχη ζωή της όπως πριν, χωρίς να φαίνεται να ασχολείται με τα του πολέμου… Επειδή, όμως, οι συγκρούσεις κλιμακώνονταν συνεχώς και κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει από τα γεγονότα, οι μυστικές υπηρεσίες της Γαλλίας την έχουν υπό στενή παρακολούθηση και έχουν πειστεί ότι είναι κατάσκοπος.
Της στήνουν παγίδα, προτείνοντάς της να γίνει κατάσκοπος της Γαλλίας αυτή τη φορά. Εκείνη, σκεπτόμενη και πάλι την αμοιβή που της δίνεται, δέχεται. Τα λεφτά θα τα έπαιρνε αφού έφερνε εις πέρας μια αποστολή. Τα πράγματά, όμως, δεν πάνε όπως θα ήθελε και αποφασίζει να αυτοσχεδιάσει.
Έρχεται σε επαφή με έναν Γερμανό και με έναν Γάλλο στρατιωτικό και λέει ότι είναι κατάσκοπος της Γερμανίας και της Γαλλίας αντίστοιχα, προκειμένου κάποιος από τους δύο να της δώσει τις πληροφορίες που χρειαζόταν.
Εκείνοι, επικοινωνούν ο καθένας με τις μυστικές υπηρεσίες των χωρών τους. Αγνοείται, όμως, μια λεπτομέρεια. Οι Γάλλοι παρακολουθούν τα τηλεγραφήματα των Γερμανών, στα οποία εμφανίζεται το κωδικό όνομα «H21», το οποίο οι Γάλλοι ταυτίζουν με την διάσημη χορεύτρια. Η Μάτα Χάρι έχει πέσει στην παγίδα των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών.
Στις 13 Φεβρουαρίου 1917, συλλαμβάνεται από τις γαλλικές αρχές και φυλακίζεται στο Παρίσι. Μετά από τρεις μήνες και 10 ανακρίσεις, παραδέχεται ότι πληρώθηκε από τους Γερμανούς και ότι αυτή ήταν η πράκτορας «H21». Ποτέ, όμως, δεν πρόδωσε την Γαλλία και δεν μετέφερε σημαντικές πληροφορίες, σύμφωνα με τα λεγόμενά της.
Η μοίρα της, όμως, είχε αποφασιστεί. Το δικαστήριο έκρινε την Μάτα Χάρι ως κατάσκοπο των Γερμανών και την καταδίκασε σε θάνατο δια τουφεκισμού. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, μεταφέρεται σε ένα από τα γαλλικά δάση, για να εκτελεστεί. Παρά το τι την περίμενε, αποφασίζει να κρατήσει ψηλά το κεφάλι. Θέλει τα χέρια της λυμένα και δεν θέλει να της δέσουν τα μάτια, όπως συνηθιζόταν. Λέγεται, ότι δεν έδειξε κανένα ίχνος πόνου κατά τον τουφεκισμό της.
Μία απρόσμενη και θυελλώδης σταρ, έγινε «η καλύτερη γυναίκα κατάσκοπος του αιώνα», σύμφωνα με τους κατήγορούς της. Μέχρι σήμερα δεν είναι σίγουρο αν όντως υπήρξε κατάσκοπος οιασδήποτε πλευράς, καθώς από τις κινήσεις της φαίνεται η απειρία και η άγνοιά της στο αντικείμενο.
Το σίγουρο είναι, ότι το «Μάτι της Αυγής» μπορεί τελικά να έδυσε, αλλά μετά την δύση του, έγινε ένας θρύλος της νεότερης Ευρώπης. Η Μάτα Χάρι γοητεύει μέχρι τώρα και έχει αποθεωθεί και αποτυπωθεί σε βιβλία, σειρές και ταινίες. Μέσα από την τέχνη, η πολυτάραχη και αμφιλεγόμενη ιστορία της συνεχίζει να ζει.
Βιβλιογραφία:
