Από την Προϊστορία, οι άνθρωποι επέλεγαν να εγκατασταθούν δίπλα στο νερό. Σε γεωγραφικά σημεία όπου έρεε ανενόχλητο και στη συνέχεια θα μπορούσε να αποτελέσει μέσο ανάπτυξης ενός μόνιμου οικισμού, ο οποίος με τον καιρό θα εξελισσόταν σε μια πρώιμη πόλη.
Για τους δικούς μας αρχαίους προγόνους, το νερό ήταν ιερό. Έτσι, ήταν σύνηθες οι ρέοντες ποταμοί της χώρας να θεοποιούνται. Στα γάργαρα νερά τους αποδίδονταν μαγικές και υπερφυσικές ιδιότητες. Γι’ αυτό και πάντα βρίσκονταν κοντά τους, χτίζοντας είτε μια πόλη είτε κάποιο ιερό είτε κάποιο μαντείο. Πάντως προσπαθούσαν πάντα να τα εκμεταλλεύονται δεόντως.
Πριν από περίπου 5.500 χρόνια, άνθρωποι βρέθηκαν στην περιοχή που σήμερα ονομάζουμε Αττική. Περπατώντας μέσα στην τότε φύση, αντίκρισαν για πρώτη φορά έναν λόφο, ο οποίος ξεχώριζε από τους υπόλοιπους. Στεκόταν αγέρωχος και μόνος, περιμένοντας μια ευκαιρία να αποκτήσει έναν χαρακτήρα.
Αυτόν το λόφο επέλεξαν οι άνθρωποι εκείνοι για να κατοικήσουν και λόγω αυτών, εξελίχθηκε σε έναν από τους γνωστότερους και σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους του κόσμου, την Ακρόπολη των Αθηνών.
Εκτός, όμως, από τον ιερό και στρατηγικό λόφο της Ακρόπολης, η θέση αυτή επιλέχθηκε γιατί γύρω της έρεαν τρία μεγάλα (τότε) ποτάμια. Η μοίρα των τριών αυτών ποταμών τους επόμενους αιώνες έμελλε να τους οδηγήσει στην αφάνεια έως και την εξαφάνιση, με αποτέλεσμα σήμερα να μην είναι ευρέως γνωστοί.
Με τις πηγές του στους πρόποδες του βουνού της Πάρνηθας, στο δυτικό κομμάτι της Αττικής, έρεε ο Κηφισός. Ιερός, όπως προαναφέρθηκε, για τους αρχαίους κατοίκους της Αθήνας, ήταν το μεγαλύτερο από τα τρία αυτά ποτάμια. Μάλιστα, κοντά στις όχθες του, αποφάσισε ο Πλάτωνας να ιδρύσει την περίφημη σχολή του, την Ακαδημία. Μετά από την μακρά διαδρομή που διέγραφε, χυνόταν στην θάλασσα, στον όρμο του Φαλήρου.
Από την άλλη πλευρά, στο νοτιοανατολικό κομμάτι της πόλης, ξεκινούσε να ρέει από τον Υμηττό, ο Ιλισός. Ο Ιλισός κυλούσε κατευθυνόμενος προς τη Δύση και περνούσε μέσα από την κοιλάδα που σχημάτιζαν οι δύο λόφοι νοτιοδυτικά της Ακρόπολης. Στις όχθες του, χτίστηκε η άλλη επίσης σπουδαία αρχαία σχολή του μαθητή του Πλάτωνα, το ονομαζόμενο «Λύκειο» του Αριστοτέλη.
Κινούμενος, λοιπόν, ανάμεσα από τον λόφο των Μουσών και τον λόφο Σικελίας (βρίσκεται δίπλα από την σύγχρονη λεωφόρο Ανδρέα Συγγρού), λίγο πριν ενωθεί στα νοτιοανατολικά με τον Κηφισό, συναντούσε τον μικρότερο από αυτόν και τον ίδιο ποταμό, τον Ηριδανό.
Ο Ηριδανός ήταν το ποτάμι που κυλούσε ανάμεσα στους άλλους δύο και ήταν ο μόνος που κατέληξε κάποια στιγμή εντός της πόλης. Οι πηγές του ήταν στις νότιες πλαγιές του Λυκαβηττού και κοντά του βρισκόταν η λεγόμενη «Πάνοπος κρήνη». Με απόφαση του ξακουστού στρατηγού Θεμιστοκλή, τα νέα τότε τείχη της πόλης εγκατέστησαν ένα κομμάτι του ποταμού εντός των ορίων της.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, οι αρχαίοι Αθηναίοι να τον βλέπουν να κυλά ανάμεσα τους, καθώς περπατούσαν και ψώνιζαν στην Αγορά. Ο ποταμός έπειτα, συνέχιζε βόρεια του λόφου των συγκεντρώσεων της Εκκλησίας του Δήμου, την Πνύκα και έβγαινε έξω από τα Μακρά τείχη, σε ένα σημείο κοντά στην Ιερά Πύλη. Εκεί, χανόταν υπογείως για αρκετά μέτρα και επανεμφανιζόταν κοντά στις όχθες του Ιλισού, όπου και εξέβαλε τελικά.
Από αρχαίες πηγές, όπως μαρτυρίες του Παυσανία και του Δημοσθένη, μαθαίνουμε ότι ο Ηριδανός υπερχείλιζε αρκετές φορές και σχημάτιζε έλος στο αρχαίο νεκροταφείο της πόλης, στην περιοχή του Κεραμεικού. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι κατά την ρωμαϊκή περίοδο, κατασκευάστηκε από πάνω του φρεάτιο, καλύφθηκε και μετατράπηκε σε υπόνομο.
Σήμερα, ενώ τόσες άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες διατηρούν τους κεντρικούς ποταμούς τους, στην Αθήνα, όχι ένας, αλλά τρεις ποταμοί βρίσκονται κάτω από τόνους τσιμέντου. Συνεχίζουν παρόλα αυτά την αέναη πορεία τους, κρυμμένοι πλέον κάτω από τους δρόμους της πόλης.
Ο Κηφισός και ο Ιλισός δεν μπορούν πια να παρατηρηθούν εύκολα. Αν κάποιος, όμως, βρεθεί στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού, θα δει ένα μικρό, μοναδικό τμήμα του φτωχού πλέον Ηριδανού να κυλά ακόμα μέσα στα αρχαία αυλάκια. Αν δε στήσει αφτί στον σταθμό του ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι, θα ακούσει τον αμυδρό, δειλό ήχο του νερού του ποταμού να κυλά ακόμα.
Βιβλιογραφία:
