Να μετατρέψει τον δικό του πόλεμο, τον οποίο αποφάσισε μόνος του και υλοποιεί σε συνεργασία με το Ισραήλ, σε πόλεμο των Ευρωπαίων και όλων των συμμάχων των ΗΠΑ επιχειρεί τώρα ο Ν. Τραμπ, όταν έφτασαν τα δύσκολα και ο «περίπατος» λίγων ημερών δείχνει να εγκλωβίζει τις ΗΠΑ σε μια μεγάλου κόστους και απροσδιόριστου τέλους πολεμική περιπέτεια. Και ο ίδιος καταφεύγει στη γνωστή τακτική των απειλών και εκβιασμών, απειλώντας ότι θα εξετάσει την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ με δική του απόφαση, χωρίς να ερωτηθεί καν το Κογκρέσο...
Ο Ν. Τραμπ τον περασμένο Ιούνιο, στον πόλεμο των 12 ημερών, είχε αναγγείλει διθυραμβικά το τέλος της πυρηνικής και βαλλιστικής απειλής από το Ιράν. Πριν λίγες ημέρες δήλωνε με έπαρση ότι πια δεν απέμεινε τίποτα άλλο να βομβαρδίσουν στο Ιράν. Και τώρα, με τρόπο εκβιαστικό, καλεί τους Ευρωπαίους και τους συμμάχους να εμπλακούν άμεσα στον πόλεμο, αναλαμβάνοντας το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, τονίζοντας υποκριτικά ότι οι ΗΠΑ δεν πλήττονται τόσο από τη διακοπή ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου και ότι αυτή είναι υπόθεση που αφορά τους συμμάχους. Και αυτός ο χειρισμός του Προέδρου Τραμπ αναδεικνύει το διευρυνόμενο χάσμα στις Διατλαντικές σχέσεις.
Με τρόπο απροκάλυπτο, ο κ. Τραμπ, αφού αποδεικνύεται ότι η επίθεση στο Ιράν, δεν είχε ούτε ορθό σχεδιασμό ούτε είχε προβλέψει το ενδεχόμενο αντίδρασης του Ιράν σε τέτοιο επίπεδο, όχι μόνο απειλεί ότι αν δεν συμμετάσχουν τώρα οι σύμμαχοι θα είναι «πολύ κακό για το ΝΑΤΟ», αλλά μάλιστα υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ έτρεξαν να βοηθήσουν την Ευρώπη στον πόλεμο της Ουκρανίας. Λες και οι ΗΠΑ, οι οποίες πίεζαν για την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, δεν είχαν μερίδιο ευθύνης για αυτό που επικαλέστηκε ως πρόκληση ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν προκειμένου να επιτεθεί εναντίον του Κιέβου.
Και με τις δηλώσεις αυτές ο πρόεδρος Τραμπ επαναφέρει το μεγάλο ζήτημα της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, καθώς πλέον με κάθε τρόπο δείχνει ότι η αμερικανική στρατηγική δέσμευση για την ασφάλεια της Ευρώπης όχι μόνο δεν είναι δεδομένη, αλλά αντιθέτως γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον Αμερικανό πρόεδρο προκειμένου να εξυπηρετηθούν δικές του επιλογές.
Είναι ακόμη πρόωρο να εκτιμηθεί εάν η επίθεση που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στο Ιράν την 28η Φεβρουαρίου ήταν επιτυχής, καθώς ο ίδιος ο Ν. Τραμπ δεν έχει διατυπώσει έναν σαφή και μετρήσιμο στόχο, ώστε να βγουν συμπεράσματα και εκτιμήσεις για την έκβαση αυτής της μεγάλης πολεμικής επιχείρησης.
Για μια ακόμη φορά, και ενώ όλα δείχνουν ότι υπάρχουν μπροστά μας τουλάχιστον μερικές εβδομάδες πολέμου στο καλύτερο σενάριο, αποδεικνύεται ότι η στρατιωτική επιχειρησιακή επιτυχία δεν σημαίνει αυτομάτως και στρατηγική επιτυχία. Πολύ περισσότερο όταν δεν υπάρχει σαφής στόχος και στρατηγική εξόδου από μια κρίση την οποία ο ίδιος προκάλεσε.
Τα συντριπτικά πλήγματα που επέφεραν στο Ιράν τις πρώτες ημέρες του πολέμου Αμερικανοί και Ισραηλινοί, και η φυσική εξόντωση της ηγεσίας της χώρας, δεν οδήγησαν ούτε στη λαϊκή εξέγερση και ανατροπή του καθεστώτος ούτε στον αποσυντονισμό του, καθώς μετά τον περασμένο Ιούνιο είχε διαμορφωθεί ένα πλαίσιο αποκεντρωμένης εξουσίας για την περίπτωση ενός τέτοιου πολέμου. Παρά τη μείωση των επιθέσεων, το Ιράν συνεχίζει να προκαλεί σοβαρά προβλήματα στις γειτονικές χώρες και στο Ισραήλ, ενώ επιστρατεύει το μεγάλο όπλο του, που είναι η πλήρης διακοπή της τροφοδοσίας με πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο μέσω των Στενών του Ορμούζ. Και ταυτόχρονα διατηρεί την απειλή επίθεσης στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις των χωρών του Κόλπου, που θα βύθιζαν στο χάος την παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Η Ουάσιγκτον είχε υποεκτιμήσει σε πολλά το ιρανικό καθεστώς. Τόσο στην ανθεκτικότητα που διαθέτει μετά τα ισχυρά πλήγματα και τη δολοφονία του Αγιατολάχ Χαμενεΐ, όσο και στη δυνατότητά του να μετατρέψει αυτή την επιχείρηση εναντίον του σε έναν μακρόσυρτο πόλεμο φθοράς που υπονομεύει την όποια στρατηγική είχαν χαράξει οι επιτελείς της Ουάσιγκτον.
Ο Ν. Τραμπ είχε την ευκαιρία τις τελευταίες ημέρες, όταν διακήρυσσε την πλήρη νίκη επί του Ιράν, να επιλέξει μια στρατηγική εξόδου που θα απάλλασσε τον ίδιο από μια ευρύτερη κλιμάκωση με συνέπειες οι οποίες, όσο κι αν το αρνείται, θα φθάσουν και θα ταράξουν και την αμερικανική οικονομία, αλλά και από μια μακρόσυρτη στρατιωτική εμπλοκή αμφίβολου αποτελέσματος, που θα φέρνει και πάλι τις μνήμες από τους «αιώνιους πολέμους» στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν.
Όμως επιλέγει να θέτει ως προϋπόθεση για τη διακοπή του πολέμου την άνευ όρων παράδοση των Ιρανών, κάτι που δεν θα συμβεί τουλάχιστον σύντομα.
Έτσι προσπαθεί τώρα να μετατρέψει το αδιέξοδο το οποίο ο ίδιος προκάλεσε, σε αδιέξοδο των Ευρωπαίων και των συμμάχων των ΗΠΑ, όπως η Ιαπωνία, η Κορέα και η Αυστραλία.
Οι Ευρωπαίοι δικαιολογημένα είναι αρνητικοί για την αποστολή δυνάμεων ώστε να κρατηθούν τα Στενά του Ορμούζ ανοικτά, όχι μόνο γιατί η αποτροπή του Ιράν είναι ισχυρή καθιστώντας εξαιρετικά επικίνδυνο αυτό το εγχείρημα, αλλά και γιατί οι ίδιοι δεν έχουν καμία συμμετοχή στον στενό κύκλο γύρω από τον πρόεδρο Τραμπ που λαμβάνει τις αποφάσεις για τα επόμενα βήματα στον πόλεμο, τόσο σε επιχειρησιακό όσο και σε στρατηγικό επίπεδο.
Το να φτάσει μια ευρωπαϊκή ναυτική δύναμη στα Στενά του Ορμούζ και να βρεθεί εγκλωβισμένη απέναντι στα ιρανικά αντίποινα που θα προκαλούν οι επιθέσεις που μονομερώς θα αποφασίζουν οι Αμερικανοί είναι κάτι που κανένας Ευρωπαίος δεν πρόκειται να αποδεχθεί.
Ο πόλεμος στο Ιράν θα αποτελέσει πιθανότατα ακόμη ένα σημείο τριβής και έντασης στις διατλαντικές σχέσεις, οι οποίες ήδη υποφέρουν από τις αντιφατικές επιλογές του Αμερικανού προέδρου. Και όσο πιο σύντομα η Ευρώπη αντιληφθεί ότι οι ευρωατλαντικές σχέσεις, στην παλιά τους μορφή, πεθαίνουν και ότι η Ευρώπη θα πρέπει να συνηθίζει να αρμενίζει σε ένα φουρτουνιασμένο πέλαγος χωρίς την αμερικανική στήριξη, τόσο πιο αποτελεσματικά θα αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της νέας εποχής και θα μπορέσει να διαμορφώσει βήμα βήμα τη στρατηγική αυτονομία της.
Γιατί μπορεί η απόρριψη της πρόσκλησης του Ν. Τραμπ για συμμετοχή σε μια αποστολή στο Ορμούζ να ήταν επιβεβλημένη, όμως αυτό δεν απαλλάσσει την Ευρωπαϊκή Ένωση από την υποχρέωσή της να αναλάβει τις παγκόσμιες ευθύνες της, και μάλιστα σε μια περιοχή όπως η Μέση Ανατολή, που αποτελεί ζωτικό της χώρο.
