Προ πενταετίας είχα γράψει μια σειρά από άρθρα με θέμα τον τρόπο που μας βλέπουν οι Τούρκοι. Ιστορικά, γεωπολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά. Τα επαναφέρω, με ελάχιστες μικροαλλαγές και συμπληρώσεις, διότι τα θεωρώ πιο επίκαιρα από ποτέ. Ζούμε σε καιρούς που οι ισορροπίες στην περιοχή μας αλλάζουν, που τα σύνορα γίνονται εύθραυστα και εύπλαστα, που οι συμμαχίες αναδιατάσσονται, που οι εμπορικοί και ενεργειακοί δρόμοι επαναχαράσονται. Τώρα είναι που πρέπει να γνωρίζουμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, το πως μας βλέπουν οι «απέναντι».
Ακούμε τον Φιντάν ή τους «αναλυτές» των τούρκικων καναλιών να κατηγορούν την Ελλάδα για επεκτατισμό και μένουμε εμβρόντητοι. Δεν θα ‘πρεπε όμως. Όχι διότι εμείς είμαστε ιμπεριαλιστές απέναντι στους Τούρκους δίχως να το έχουμε συνειδητοποιήσει, αυτά είναι αστεία, αλλά διότι δεν επιτρέπεται να έχουμε έναν επικίνδυνο γείτονα και να μην ξέρουμε τον τρόπο που αυτός διαβάζει την ιστορία των σχέσεων μας. Αν δεν γνωρίζεις πως σκέφτεται ο εχθρός σου, δεν είσαι ικανός ούτε να διαπραγματευτείς με αξιώσεις μαζί του, ούτε να τον πολεμήσεις αποτελεσματικά.
Πρώτον, οι Τούρκοι δεν μας θεωρούν ιστορική συνέχεια ούτε της αρχαίας Ελλάδας, ούτε του Βυζαντίου. Μας θεωρούν ένα μικρό κρατίδιο που διαχωρίστηκε με εξωτερική παρέμβαση από την Οθωμανική αυτοκρατορία τους, όχι ως προϊόν προϋπάρχουσας εθνικής συνείδησης του σκλαβωμένου πληθυσμού της που διεκδίκησε την ελευθερία και την ανεξαρτησία του. Στα μάτια τους, είμαστε μια αυθαίρετη και ιστορικά παράνομη κατασκευή στην περιοχή.
Κατά την άποψη των Τούρκων, ο ξεσηκωμός του ’21 δεν ήταν μια επανάσταση με εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά, αλλά μια ακόμα από τις εκατοντάδες μικροεξεγέρσεις που ξεσπούσαν σε διάφορες περιοχές της αχανούς αυτοκρατορίας τους για διάφορους λόγους (οικονομικά ζητήματα, τοπικιστικές ιδιομορφίες, αρχηγικές βλέψεις, κ.λπ.). Όλες τους καταπνίγονταν στο αίμα, έτσι θα γίνονταν αργά ή γρήγορα και το ’21, απλώς η ελληνική εξέγερση είχε την τύχη (ή σχεδιάστηκε επί τούτου) να ξεσπάσει την χρονική περίοδο που άρχιζε η επίλυση του περίφημου Ανατολικού ζητήματος.
«Ανατολικό ζήτημα» λεγόταν η υπόθεση του διαμοιρασμού της παρηκμασμένης και παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής εκείνης. Οι Τούρκοι λοιπόν πιστεύουν ότι το ελεύθερο ελληνικό κράτος δεν προέκυψε από επιτυχημένη επανάσταση, αλλά ότι η δημιουργία του επιβλήθηκε δια των όπλων από τις Μεγάλες Δυνάμεις, με αποκορύφωμα το Ναυαρίνο.
Κοντολογίς, μας θεωρούν ένα κρατίδιο που κατασκευάστηκε από τους Αγγλο-Γάλλο-Ρώσους στο μαλακό υπογάστριο της αυτοκρατορίας τους, με στόχο να γίνει ο καταλύτης του σταδιακού ξηλώματος του Οθωμανικού πουλόβερ. Η αλήθεια είναι πως έχουν δίκιο ως προς το αποτέλεσμα. Μετά την δημιουργία του ελληνικού κράτους, ακολούθησε μια χιονοστιβάδα εξελίξεων που ανέτρεψε τα πάντα στην περιοχή. Μέσα σε εκατό χρόνια, από την τεράστια αυτοκρατορία που κατείχε όλα τα βαλκάνια, όλη την Μέση Ανατολή, την Αραβική χερσόνησο κι έφτανε ως την Λιβύη, είχε απομείνει μόνο η σημερινή «μικρή» Τουρκία.
Μόνο που οι Τούρκοι μετέφρασαν την δημιουργία του καινούριου αυτού χάρτη των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής, όχι ως δική τους αδυναμία ή ως μια σειρά εθνικών αφυπνίσεων των σκλαβωμένων λαών, αλλά ως ένα μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι των ισχυρών που εξαΰλωσε την αυτοκρατορία τους. Κατά την λογική τους, το πρώτο πιόνι αυτής της καταστροφικής εξέλιξης ήταν η Ελλάδα, η οποία δημιουργήθηκε από τους Μεγάλους με βασικό (ίσως και μοναδικό) στόχο να βλάψει την Τουρκία. Συνεχίζουν ως σήμερα να πιστεύουν ότι αυτός ο «αντιτουρκισμός» μας παραμένει οργανικό κομμάτι του εθνικού και κρατικού μας DNA, που με τα χρόνια όχι μόνο δεν αλλάζει αλλά διογκώνεται. Και μόνο αυτό είναι υπεραρκετό για να μας θεωρούν έναν από τους πιο ύπουλους εχθρούς που αντιμετωπίζουν διαχρονικά.
Τους δύο αιώνες που ακολούθησαν από 1821-30, η άποψη τους για την τεχνητή δημιουργία και τον ρόλο του ελληνικού κράτους, όχι μόνο δεν άλλαξε αλλά ενισχύθηκε. Θα τα αναλύσω στην συνέχεια. Όμως, ας μην υποτιμούμε διόλου και την σημασία της ιστορικής τους αντίληψη για το πώς προέκυψε το ελληνικό κράτος. Δεν πρόκειται για ακαδημαϊκή διαμάχη καθηγητών ιστορίας, αλλά για αντίληψη που παράγει πολιτικό και γεωστρατηγικό αποτέλεσμα. Θεωρώντας μας ένα τεχνητό δημιούργημα που(δεν είχε, αλλά) κατασκεύασε εκ των υστέρων εθνική συνείδηση και πλαστή ιστορική συνέχεια, οι Τούρκοι πιστεύουν ακραδάντως ότι αυτοί είναι ο παλιότερος λαός στην περιοχή, όχι εμείς.
Εκπλήσεστε, αλλά οι Τούρκοι είναι βέβαιοι ότι η Ελλάδα έχει ιστορία μόλις διακοσίων χρόνων, σε αντίθεση μ’ αυτούς που έχουν σχεδόν χίλια στην ευρύτερη περιοχή μας. Όταν τους λέμε για Ιωνίες, Περικλήδες, Μεγαλέξανδρους, ελληνιστικά χρόνια ή για την Βυζαντινή μας προϊστορία, αυτοί γελούν. Όλα αυτά τα θεωρούν ανέκδοτα και φαύλα ιστορικά μας παραμύθια. Οπότε, κατά την αντίληψη τους, αυτοί, ως ο παλιότερος και ισχυρότερος λαός της ανατολικής μεσογείου έχουν αναφαίρετα ιστορικά δικαιώματα στην ευρύτερη περιοχή, ενώ εμείς οι ιστορικά παρείσακτοι δεν έχουμε κανένα.
Όταν δηλαδή ο Ερντογάν αναφωνούσε εκνευρισμένος τον καιρό του παράνομου Τουρκολυβικού μνημονίου «τι δουλειά έχουν οι Έλληνες με την Λιβύη;» το εννοούσε. Αυτός έχει ιστορικό δικαίωμα εκεί και στον ενδιάμεσο χώρο τους, ενώ εμείς δεν έχουμε κι ας είμαστε κοντύτερα στην Λιβύη απ’ αυτόν. Όταν λένε ότι η Κρήτη ή τα νησιά του Αιγαίου δεν έχουν υφαλοκρηπίδα, το στηρίζουν και στην ιστορική τους οπτική. Το Αιγαίο ήταν τουρκική θάλασσα, τους βρήκαμε μπόσικους και πήραμε τα νησιά, αλλά η ιδιοκτησία τους στο αρχιπέλαγος παραμένει. Όταν απλώνουμε καλώδια στην νοτιανατολική Μεσόγειο για να ενωθούμε ενεργειακά με την Κύπρο, νιώθουν σαν να ήρθαν οι μουσαφίρηδες κι έκαναν κατοχή στα αμπελοχώραφα του παππού τους.
Αύριο το δεύτερο μέρος. Πώς τους «περικυκλώνουμε» επί διακόσια χρόνια.
