Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Η εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας

Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Η εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας

Σε συνέντευξή του στο Liberal και την Ίλια Πορίκη, ο καθηγητής Γεώργιος Μπαμπινιώτης μοιράζεται ένα μικρό χρονικό της ιστορίας μίας από τις αρχαιότερες γλώσσες. Μίας γλώσσας που από την στιγμή εμφάνισής της, μιλιέται χωρίς καμία διακοπή μέσα στον ρου της ιστορίας. Της δικής μας γλώσσας. Της Ελληνικής.

Έχει διαπιστωθεί πλέον, ότι η αρχαιότερη μορφή της ελληνικής γλώσσας, ότι η ίδια η ελληνική γλώσσα ξεκινά με την εμφάνιση της Γραμμικής Β’ γραφής, της γραφής των αρχαίων Μυκηναίων. Πόσο άμεση είναι η σύνδεση αυτής της γραφής με τα αρχαία ελληνικά που διδασκόμαστε εμείς στην σύγχρονη εποχή, από πλευράς γραμμάτων και σύνταξης;

Το θέμα της γραφής. Για να το αναλύσουμε, πάμε πίσω στον 15ο περίπου αιώνα π.Χ., με την Γραμμική γραφή Β’ μέχρι τον 12ο αιώνα π.Χ. Αυτή η γραφή υπάρχει σε πόλεις όπως η Πύλος, η Φαιστός, η Κνωσός και η Θήβα. Έχουμε ένα διάστημα κενό, μεταξύ 12ου και 8ου αιώνος π.Χ., που αρχίζει η χρήση του ελληνικού αλφαβήτου. Βέβαια, υποστηρίζουμε ότι ναι μεν έχουμε δείγματα του ελληνικού αλφαβήτου από τον 8ο π.Χ. αιώνα (την επιγραφή του Διπύλου, το «Δέπας» ή αλλιώς το «Κύπελλο του Νέστορα» στις Πιθηκούσες, αρχαία ελληνική αποικία), αλλά η ελληνική γραφή έχει ξεκινήσει την εξέλιξή της πιο πριν για να φτάσει στο στάδιο εκείνου του αιώνα.

Τα γράμματα σημιτικής προέλευσης (τα σύμφωνα γράμματα της αλφαβήτου είναι δάνεια από το φοινικικό αλφάβητο), είναι περίπου του 11ου αιώνα π.Χ. Κάπου εκεί πρέπει να ξεκίνησε και το ελληνικό αλφάβητο, ασχέτως του ότι υπάρχουν πηγές του από τον 8ο αιώνα π.Χ. Επομένως, η ελληνική γράφεται από τον 15ο αιώνα π.Χ., με το διάλειμμα που είπαμε (12ος – 8ος αιώνας π.Χ.). Από τον 8ο π.Χ. αιώνα, γράφεται με την ίδια γραφή μέχρι σήμερα. Ας σημειώσουμε ότι από τον 4ο π.Χ. αιώνα, με το Ευκλείδειο αλφάβητο (αρχή 403 π.Χ.), έχουμε και την ίδια ορθογραφία. Δηλαδή, έχουμε την ίδια ορθογραφία για περίπου 25 αιώνες. Αυτό που αξίζει να λεχθεί, είναι η τόλμη των Ελλήνων να εγκαταλείψουν ένα αλφάβητο που είχαν, την Γραμμική γραφή Β’. Δεν είναι εύκολο αυτό. Γεγονός που συνέβη, για να περάσουν και να δημιουργήσουν το ελληνικό αλφάβητο με μια τεράστια διαφορά.

Η Γραμμική γραφή Β’ είναι συλλαβογραφική, δηλαδή ένα γράμμα δηλώνει μία συλλαβή. Ο αριθμός συνδυασμών των συλλαβών είναι τεράστιος, άρα το αλφάβητο δεν μπορεί να τις δηλώσει. Το ελληνικό αλφάβητο επινοήθηκε από Έλληνες. Πήραμε τα σημιτικά σύμφωνα (από το αλφάβητο των Φοινίκων) και επειδή η ελληνική γλώσσα δεν μπορούσε να εκφραστεί μόνο με αυτά, επινοήσαμε τα φωνήεντα.

Με αυτόν τον τρόπο, ήταν πάρα πολύ εύκολη η καταγραφή της γλώσσας, η γραφή της γλώσσας. Με 24 γράμματα, μπορούσαμε πλέον να πούμε και να δηλώνουμε τα πάντα, με έναν λειτουργικό, εύκολο και δημοκρατικό τρόπο, με την έννοια ότι το αλφάβητο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από όλους. Αυτό, λοιπόν, ήταν μια τεράστιας σημασίας απόφαση, να εγκαταλείψουμε ένα αλφάβητο που είχαμε (την Γραμμική γραφή Β’, το μυκηναϊκό αλφάβητο) και να περάσουμε στο ελληνικό αλφάβητο. Ο Γαλιλαίος, αυτή η τεράστια μορφή, έχει πει ότι η μεγαλύτερη ανακάλυψη του ανθρώπου είναι το αλφάβητο. Επομένως, μιλάμε για κάτι πολύ σημαντικό. 

Εγώ υποστηρίζω, ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι ένας πολιτισμός του γραπτού λόγου. Δηλαδή, ο κόσμος μας ξέρει από τα κείμενά μας. Γραπτός λόγος τι σημαίνει; Γραφή. Γραφή τι σημαίνει; Αλφάβητο. Εάν δεν είχε επινοηθεί αυτό το εύκολο αλφάβητο, δεν θα είχε καταγραφεί και αποτυπωθεί το ελληνικό πνεύμα, ο ελληνικός στοχασμός. Δηλαδή, δεν θα είχαμε Όμηρο, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, τους Τραγικούς, Θουκυδίδη.

Άρα, όλα συνδέονται, όχι μόνο με την δημιουργία του πνεύματος, αλλά και με την γραπτή αποτύπωσή του. Εάν δεν υπήρχε η γραφή, διευκολυμένη από το αλφάβητο, θα ακούγαμε για έναν Πλάτωνα, για έναν Σωκράτη, για έναν Αριστοτέλη, για έναν Όμηρο και θα ήταν απλώς ονόματα. Τα κείμενά μας, το ελληνικό πνεύμα είναι που απετέλεσε τον έναν πυλώνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Τον δεύτερο πυλώνα απετέλεσε η ρωμαϊκή νομοθεσία και διοίκηση και τον τρίτο ο Χριστιανισμός. 

Τα αρχαία ελληνικά, με βάση τις περισσότερες σωζόμενες πηγές που χρονολογούνται κυρίως τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ., χωρίζονται σε αρκετές διαλέκτους, ανάλογα την περιοχή. Ποια διάλεκτος υπερίσχυσε τελικά; Η διάλεκτος ποιας περιοχής εξελίχθηκε έως ένα σημείο στα ελληνικά που μιλάμε και γράφουμε εμείς σήμερα;

Είναι σημαντικό - το διδάσκω πάντοτε και αναφέρομαι σε αυτό,  ότι η αρχαία ελληνική δεν υπάρχει σε ενιαία μορφή. Υπάρχει με την μορφή των διαλέκτων. Κοινή γλώσσα, διαμορφώνεται στα χρόνια του Αλεξάνδρου. Πριν την εποχή του, έχουμε την θεωρούμενη παλαιότερη, την Δωρική, την Αχαϊκή και την Ιωνική διάλεκτο, που μοιάζει πολύ με την Αττική διάλεκτο. Επειδή η Αττική διάλεκτος, ήταν η διάλεκτος της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και επειδή ένα μεγάλο μέρος του στοχασμού, αλλά όχι ολόκληρο (κείμενα έχουν γραφτεί και στην Ιωνική και στην Δωρική διάλεκτο), και των θεσμών είναι στην Αττική διάλεκτο και λόγω της δύναμης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, η Αττική (απλοποιημένη) απετέλεσε την βάση της Αλεξανδρινής Κοινής. Από αυτήν την γλώσσα, είχε αρχίσει να εξελίσσεται η ελληνική σε μια απλούστερη μορφή. 

Μετά την δημιουργία της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, επικράτησε σε όλη την έκτασή της η λεγόμενη «Ελληνιστική Κοινή», η οποία διατηρήθηκε για αιώνες, επιβιώνοντας ακόμα και κατά την Ρωμαϊκή και την Βυζαντινή Εποχή. Για ποιους λόγους, κατά τη γνώμη σας, συνέβη αυτό; 

Η ελληνική ήταν παγκόσμια γλώσσα. O μεγάλος βυζαντινολόγος Karl Crumbacher έχει πει, ότι η ελληνική την περίοδο αυτή επετέλη χρήση παγκοσμίου γλώσσης. Αν θέλουμε να έχουμε μία εικόνα αυτής της γλώσσας, της Αλεξανδρινής Κοινής, δεν έχουμε παρά να δούμε τα Ευαγγέλια. Η γλώσσα των Ευαγγελίων, είναι η Αλεξανδρινή Κοινή. Ακόμα και ο Χριστιανισμός, είχε ως επίσημη γλώσσα της την ελληνική. Τα Ευαγγέλια στα ελληνικά, το ιερό βιβλίο των Εβραίων, η Παλαιά Διαθήκη, μεταφρασμένη και χρησιμοποιημένη στα ελληνικά, η Θεία Λειτουργία στα ελληνικά, η υμνογραφία στα ελληνικά. Η Αλεξανδρινή Κοινή, διατηρήθηκε λόγω της αίγλης και του κύρους και της δύναμης που είχε η ελληνική γλώσσα μέσα από τα μεγάλα κείμενά της ως έκφραση του ελληνικού πολιτισμού. 

Πράγματι, έπειτα, υποδουλώθηκε στους Ρωμαίους, αλλά πνευματικά οι Ρωμαίοι πήραν πάρα πολλά. Αξιοποίησαν στο έπακρο την ελληνική. Η ελληνομάθεια των Ρωμαίων είναι παροιμιώδης. Εκείνη την εποχή, εθεωρείτο κανείς μορφωμένος άνθρωπος, εάν γνώριζε να χρησιμοποιεί προφορικά και γραπτά την ελληνική γλώσσα. Επομένως, ξεκινάει έτσι με την αίγλη που έχει στους αλεξανδρινούς χρόνους να είναι γλώσσα που ομιλείται από την Ελλάδα μέχρι τις Ινδίες, στη ρωμαϊκή περίοδο η ελληνομάθεια βοηθάει και όταν φτάσουμε στο Βυζάντιο, έχουμε δύο γεγονότα. 

Το ένα είναι ότι επί Ιουστινιανού γίνεται επίσημη γλώσσα του Βυζαντίου η ελληνική γλώσσα. Δηλαδή και γλώσσα της νομοθεσίας και των θεσμών. Αλλά πριν, τον 4ο αιώνα μ.Χ., έχει γίνει επίσημη γλώσσα του Χριστιανισμού με τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας (Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Ιωάννης ο Χρυσόστομος). Αυτοί έκαναν ένα μεγάλο γλωσσικό τόλμημα. Δεν ακολούθησαν την απλή γλώσσα του Ευαγγελίου, που ήταν η Αλεξανδρινή Κοινή. Ξαναγύρισαν στην Αττική διάλεκτο, δηλαδή στην γραφομένη, την λόγια, την αρχαΐζουσα, μίμηση της αρχαίας Αττικής.

Γιατί; Γιατί είχαν να αντιμετωπίσουν τις αιρέσεις, είχαν δύσκολα δογματικά θέματα και είχαν επίσης μία μόρφωση που τους επέτρεψε να γνωρίζουν την ελληνική εις βάθος. Επομένως, από ανάγκες εκφραστικές, αναγκάστηκαν και χρησιμοποίησαν την λόγια παράδοση, την αττικιστική παράδοση, απομακρυνόμενοι κατά κάποιο τρόπο από την απλή γλώσσα του Ευαγγελίου. Δεν έμειναν δηλαδή στην Αλεξανδρινή Κοινή, η οποία ήταν η ευρύτερη. Ήταν τόσο μεγάλοι και βαθείς γνώστες της ελληνικής, ώστε τα κείμενά τους σφράγισαν την ελληνική έκφραση επί αιώνες. Άρα ο Χριστιανισμός και η γλώσσα του Χριστιανισμού, ήταν ο άλλος μεγάλος πόλος που βοήθησε στο να προαχθεί η γνώση της ελληνικής. Ας μην ξεχνάμε, ότι το καταστατικό της χριστιανικής πίστης, το Σύμβολο της Πίστεως, είναι γραμμένο στα ελληνικά. Τυχαία; Όχι, γιατί είχε έννοιες πάρα πολύ λεπτές, δογματικές. Κάθε λέξη, έπαιζε ρόλο. 

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε και την Αναγέννηση. Στην Αναγέννηση ανακαλύπτουν τον ανθρωπισμό. Ο ανθρωπισμός είναι εκφρασμένος στα ελληνικά κείμενα. Αρχίζουν, λοιπόν, και επιστρέφουν στα ελληνικά κείμενα, εκδίδουν κείμενα, διαβάζουν κείμενα, μαθαίνουν ελληνικά. Σε αυτό έχει βοηθήσει και η μετακίνηση ενός μεγάλου αριθμού λογίων, πριν και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Οι μεγάλοι λόγιοι, ένα πλήθος πολύ δυνατών πνευμάτων, που ανέλαβαν πανεπιστημιακές θέσεις στην Δύση, δίδαξαν ελληνικά και εξέδωσαν στα ελληνικά μαζί με τους ντόπιους (Ιταλούς, Γερμανούς, Άγγλους, Ολλανδούς). Μιλάμε για μία ανάδειξη των ελληνικών κειμένων, λόγω του ανθρωπισμού, τα οποία προφανώς επηρέασαν την γλώσσα. 

Μετά έρχεται ο Διαφωτισμός. Επανάσταση της γνώσης. Επιστήμες. Οι επιστήμες που θα βρουν όρους; Τους παίρνουν από τα λατινικά και τα ελληνικά. Αυτά είναι που δημιουργούν μία πορεία αιώνων παρουσίας της ελληνικής, που επηρεάζει και επιδρά κυρίως μέσα από τον πολιτισμό και τα κείμενα και τον στοχασμό και το πνεύμα. Όλα αυτά δηλώνονται μέσα από την γλώσσα. Το ελληνικό πνεύμα, ο ελληνικός στοχασμός, η ελληνική αντίληψη, είναι όλα εκφρασμένα στα ελληνικά. 

Πόσο επηρεάστηκε η γλώσσα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας; 

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η γλώσσα δέχτηκε επιδράσεις από την τουρκική, αλλά και από την βενετική και την ιταλική. Το κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού (Αδαμάντιος Κοραής, Ρήγας Φεραίος), πολλοί ιερωμένοι, οι λόγιοι της εποχής εκείνης, έκαναν έναν αγώνα, με πρώτο τον Αδαμάντιο Κοραή, για να δημιουργήσουν τον καθαρεύοντα λόγο. Ήθελαν δηλαδή να επιτευχθεί κάθαρση της γλώσσας από τους ξενισμούς.

Η λεγόμενη «καθαρεύουσα», είναι η καθαρή γλώσσα, μετά την απομάκρυνση ξενισμών (τούρκικων, βενετσιάνικων και άλλων λέξεων) και δήλωσή τους με ελληνικές λέξεις. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Με αυτόν τον τρόπο υπήρξε μία αναβίωση μέσα από το κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Απεμάκρυνε πολλές ξένες λέξεις και έπαιρνε από την αρχαία, από την μεσαιωνική, από την λόγια παράδοση λέξεις και τις χρησιμοποιούσε για να αντικαταστήσει ή να δηλώσει έννοιες. Δημιούργησε μία κολοσσική συνέχεια μέσα από τον δρόμο της αναβίωσης, παράλληλα προς το κύριο «ρεύμα», που ήταν η επιβίωση. 

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός είχε δύο στόχους. Ο ένας ήταν, να αφυπνίσει το υπόδουλο γένος των Ελλήνων, θυμίζοντας την παράδοση του ελληνικού πνεύματος, την δύναμη του ελληνικού πνεύματος. Περνώντας στον χώρο της παιδείας και της εκπαίδευσης, να διδάξει αυτήν την διαχρονική σχέση του ελληνισμού και να αφυπνίσει και να ανεβάσει ψυχολογικά και πνευματικά τους ανθρώπους, οι οποίοι βέβαια πήραν τα όπλα. Είναι γνωστό, όμως, ότι οι ήρωες της Επανάστασης αναφέρονταν πάντα στους λογίους. Ο ένας στόχος ήταν αυτός. Ο δεύτερος στόχος ήταν όσο μπορούν να καθαρίσουν την γλώσσα από ξενικά στοιχεία, ώστε οι Έλληνες να μιλάνε στους Έλληνες ελληνικά. Αυτό ήταν μεγάλη προσφορά του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.

Μετά την Απελευθέρωση, κορυφώθηκε η διαμάχη για το ποια τελικά θα ήταν η επίσημη γλώσσα του έθνους. Μια διαμάχη, που την γνωρίζουμε σήμερα ως «Γλωσσικό ζήτημα». Γιατί επικράτησε η δημοτική έναντι της καθαρεύουσας;

Στην πραγματικότητα, αυτή η σύγκρουση έχει αρχίσει νωρίς. Η πρώτη μορφή της είναι αυτή μεταξύ του Κοραή και του  Παναγιώτη Κοδρικά (λόγιος 18ου – 19ου ιαώνα). Ο Κοραής υποστηρίζει την κοινή απλή γλώσσα. Ούτε την αρχαία ούτε την λαϊκή γλώσσα. Ο Κοδρικάς υποστηρίζει την καθαρεύουσα. Η δεύτερη μορφή της σύγκρουσης, είναι αυτή της διαμάχης του Ευγένιου Βούλγαρη και του Ιώσηπου Μοισιόδακα (Έλληνας διδάσκαλος του γένους, συγγραφέας, μεταφραστής). Ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ μεταφράζει ένα φιλοσοφικό βιβλίο σε απλούστερη γλώσσα.

Του επιτίθεται ο Ευγένιος Βούλγαρης, λέγοντας ότι δεν είναι στην αρχαΐζουσα. Αρχίζει, λοιπόν, και δημιουργείται ένα γλωσσικό ζήτημα, το οποίο φτάνει στην μεγάλη του έκρηξη ως σύγκρουση του Γιάννη Ψυχάρη (γλωσσολόγος, λογοτέχνης, καθηγητής ελληνικής γλώσσας στο Παρίσι) με τον Γεώργιο Χατζιδάκι (ιδρυτής της γλωσσολογίας στην Ελλάδα). Εκεί, λοιπόν, παίρνει και καθαρά επιστημονική μορφή. Ο Ψυχάρης υποστηρίζει την δημοτική. Ο Χατζιδάκις, ενώ είναι ο κύριος μελετητής της δημοτικής, εκείνη την εποχή θεωρεί ότι δεν είναι έτοιμη ακόμα να εκφράσει την διοίκηση και την όλη λειτουργία του κράτους. Υποστηρίζει την λόγια γλώσσα. 

Στην πράξη τώρα τι έγινε; Έγινε η «Νεοελληνική Κοινή», που σημαίνει ότι η βάση της είναι η δημοτική (αυτή που ομιλείται αυθόρμητα από τους ανθρώπους), αλλά έχει επηρεαστεί πάρα πολύ από την λόγια παράδοση. Δηλαδή, όταν επί αιώνες τα πάντα γράφονται στην λόγια γλώσσα, είναι αδύνατον η γλώσσα να μην επηρεαστεί από την λόγια παράδοση. Άρα, αυτό που έχουμε είναι μία σύνθεση με βάση και κυρίαρχη την δημοτική, αλλά με μεγάλη παρουσία της λόγιας παράδοσης, της καθαρεύουσας. Όταν ήρθε η κυβέρνηση το 1976 να καθιερώσει την «Νεοελληνική Κοινή», όπως την είπε, την εξέφρασε ως «δημοτική χωρίς ακρότητες και ιδιωματισμούς». Με αυτόν τον τρόπο λύθηκε το Γλωσσικό ζήτημα. Η Νεοελληνική Κοινή, έγινε η γλώσσα της διοίκησης, η γλώσσα της παιδείας, η γλώσσα της επιστήμης. 

Τώρα, ερχόμαστε στο σήμερα. Η παγκοσμιοποίηση και η επικράτηση των αγγλικών ως κοινής γλώσσας για όλο τον κόσμο, έχουν φθείρει τελικά την γλώσσα μας ή απλά την εξελίσσουν με έναν άλλον τρόπο; 

Μία γλώσσα που ομιλείται από περιορισμένο αριθμό ομιλητών, ανήκοντας στις λεγόμενες «λιγότερο ομιλούμενες γλώσσες» («less spoken languages»), είναι βέβαιο ότι δέχεται μία μεγαλύτερη επίδραση από γλώσσες που είναι γλώσσες επικοινωνίας και που έχουν αναπτύξει μία τεχνολογία μεγάλη και έχουν μπει στον σύγχρονο κόσμο μέσα από την πληροφορική και διάφορους άλλους δρόμους. Άρα, μία επίδραση εν προκειμένω της αγγλικής (παλαιότερα ήταν της γαλλικής) είναι αναμενόμενη. Όμως δεν πρέπει να δραματοποιούμε την κατάσταση.

Εμείς που έχουμε δώσει χιλιάδες λέξεις και έχουμε «ποτίσει» τις γλώσσες, το να πάρουμε ξένες λέξεις είναι μία ανάγκη η οποία θα υπάρξει. Η δική μου άποψη είναι να υπάρξει με μέτρο. Δηλαδή, το ζητούμενο είναι το μέτρο και η αίσθηση ορίων. Γιατί; Γιατί η ελληνική, έχει ένα χάρισμα, ένα προνόμιο. Επειδή δημιουργεί εύκολα παράγωγα και σύνθετα, επειδή έχει βασικές ρίζες που έχουν εκφράσει βαθιές και μεγάλες έννοιες, μπορεί επίσης εύκολα να αποδώσει ξένες λέξεις. Άρα, εάν η νοοτροπία μας είναι ο Έλληνας να μιλάει στον Έλληνα ελληνικά, πρέπει όσο είναι δυνατόν να αποδώσουμε τις ξένες λέξεις στα ελληνικά. Επομένως, ναι θα υπάρξει μία επίδραση της αγγλικής στην ελληνική, υπάρχει σε όλες τις γλώσσες, αφού είναι η δεύτερη κοινή γλώσσα.

Εάν υπάρξουν όρια και μέτρο, με βάση τις δυνατότητες που έχει η ελληνική και εφόσον οι Έλληνες αντιληφθούμε ότι είναι καλό να αντιμετωπίσουμε έτσι την επίδραση αυτή, δεν θα είναι τίποτα φοβερό ή διαφορετικό απ’ ότι συμβαίνει και στις άλλες γλώσσες. Δεν πρόκειται ποτέ να χαθεί ή να αλλοιωθεί η ελληνική γλώσσα. Αυτά τα θεωρώ υπερβολές. Μιλάω για μια τακτική απόδοσης, που πρέπει να είναι η στρατηγική της ελληνικής γλώσσας. 

Για πόσα χρόνια, τελικά, μιλιέται η ελληνική γλώσσα και γιατί δεν έπαψε ποτέ να χρησιμοποιείται, παρά το γεγονός ότι προέρχεται από μία τόσο μικρή σε έκταση χώρα;

Μοναδικό χαρακτηριστικό της ελληνικής γλώσσας, είναι ότι ομιλείται ακατάπαυστα, αδιάλειπτα επί 40 αιώνες. Άρα, στο προφορικό επίπεδο, από τότε που λέμε ότι οι Έλληνες βρίσκονται στην Ελλάδα – ας πάρουμε μια χρονολογία που είναι ευρύτερα αποδεκτή – το 2.000 π.Χ., μέχρι σήμερα δεν έχει σταματήσει ποτέ να ομιλείται. Αυτό είναι ένα μοναδικό χαρακτηριστικό της ελληνικής, γιατί υπάρχουν κι άλλες παλιές γλώσσες. Δεν έχουν αυτή την συνέχεια, την ακατάπαυστη προφορικού λόγου, γιατί εν τω μεταξύ ή έπαψαν να ομιλούνται ή πήραν μια μορφή ειδικής χρήσεως σε ορισμένες ομάδες, όπως η κινεζική. Επομένως, αφού έχουμε αυτό το χαρακτηριστικό, αυτό ισχύει σε όλες τις περιόδους. 

Δεν έπαψε ποτέ να ομιλείται, διότι ευτυχώς για τον Ελληνισμό υπήρχε πάντοτε έντονο συνειδησιακά το ελληνικό φρόνημα. Δηλαδή, αισθάνονταν οι άνθρωποι ότι η μητρική τους γλώσσα είναι η ελληνική και ότι αυτή είναι η γλώσσα που κληρονόμησαν και που αξίζει να την χρησιμοποιούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι ότι η αντιγραφή των αρχαίων κειμένων έγινε κυρίως σε μοναστήρια, από μοναχούς, οι οποίοι αντέγραφαν ειδωλολατρικά κείμενα. Γιατί; Γιατί είχαν την αίσθηση ότι αυτά είναι ελληνικά. Δηλαδή, ακόμα και στον θρησκευτικό χώρο ξεπεράστηκε η όποια αντίρρηση, για να διατηρηθεί η παράδοση και η κληρονομιά της ελληνικής γλώσσας. Άρα, αυτό το ελληνικό φρόνημα είναι που διατήρησε την ελληνική γλώσσα, την ελληνική γλωσσική παράδοση και την διέσωσε. Μέγα θέμα αυτό. Είναι ένα κατόρθωμα. Θα μπορούσε η Ελλάδα να έχει αλλάξει γλώσσα.

Με ρωτούν συχνά «Θα χαθεί η ελληνική γλώσσα;». Το πρόβλημα που υπάρχει, το πραγματικό πρόβλημα, δεν είναι ελληνικό, είναι γενικότερο. Αυτό είναι, κατά πόσον εμείς οι ομιλητές θεωρούμε την γλώσσα ως αξία και όχι ως ένα απλό εργαλείο. Εδώ αντιπαραθέτω την εργαλειακή αντίληψη της γλώσσας με την αξιακή αντίληψη της γλώσσας. Η γλώσσα είναι αξία, δεν είναι απλό εργαλείο. Δηλαδή, τι σημαίνει αξία;

Σημαίνει ότι είναι ο πολιτισμός μου, η ιστορία μου, η σκέψη μου, η ταυτότητά μου. Άρα, αυτό που σήμερα δεν είναι πάρα πολύ έντονο, είναι να δώσουμε χρόνο και κόπο στην εκμάθηση της μητρικής γλώσσας ως αξίας. Ιδίως σε νεότερες ηλικίες, η αίσθηση της ελληνικής γλώσσας ως αξίας έχει μειωθεί. Άρα, το πρόβλημά μας είναι να ξαναδούμε την γλώσσα ως αξία, να την υπηρετήσουμε σωστά από το σχολείο, τα μέσα ενημέρωσης, την κοινωνία και να προσπαθήσουμε να έχουμε μία ποιότητα στην χρήση της γλώσσας. Δεν είναι μόνο δικό μας πρόβλημα αυτό, η ποιότητα στην γλώσσα.

Το έχουν και οι Άγγλοι, οι Γερμανοί, οι Γάλλοι… Για εμάς τους Έλληνες, όμως, έχει και μια άλλη διάσταση, γιατί όπως είπαμε συνδέεται με την ιστορία και την επιβίωση του Ελληνισμού. Η γλώσσα αποτελεί ταυτότητα. Αυτό που εγώ διδάσκω και μιλάω γι’ αυτό με έμφαση, ως ένα επιχείρημα για να πείσω τους ανθρώπους να ασχοληθούν περισσότερο με την γλώσσα, είναι ότι η γλώσσα υπάρχει για να εκφράσει την σκέψη. Οι λέξεις για να εκφράσουν έννοιες, οι προτάσεις για να εκφράσουν την γλώσσα και τα νοήματα. Είναι επένδυση στην νοημοσύνη μας. Άρα, ό,τι κάνουμε για μια καλύτερη κατάκτηση, γνώση και χρήση της γλώσσας, το κάνουμε για μια καλύτερη λειτουργία της σκέψης μας. 

Στην καθιέρωση της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας (9 Φεβρουαρίου 2026), η UNESCO βράβευσε την ελληνική γλώσσα, όχι μόνο επειδή είναι μια γλώσσα καλλιεργημένη. Την βράβευσε ως έκφραση του ελληνικού πολιτισμού. Δεν είναι μία απλή αποδοχή της αρχαίας γλώσσας, είναι αποδοχή και της μεσαιωνικής και της νέας ελληνικής.

Είναι αποδοχή όλων των φάσεών της. Η ελληνική βρίσκεται πλέον στο πλάι επτά μόνο γλωσσών στην πραγματικότητα, που εορτάζονται διεθνώς, στην αγγλική, την γαλλική, την ρωσική, την ισπανική, την κινεζική, την αφρικανική, την αραβική. Μιλάμε για γλώσσες που ομιλούνται από εκατομμύρια ενίοτε και δισεκατομμύρια. Εδώ, λοιπόν, αυτή η μικρή χώρα με τον μικρό πληθυσμό, έρχεται να σταθεί δίπλα τους, γιατί είναι όχημα έκφρασης του ελληνικού πολιτισμού.