Οι πολίτες της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ., του χρυσού αιώνα του Περικλή, ξόδευαν πολλές ώρες στην (αρχαία πια) Αγορά. Δεν ήταν απλά ένας τόπος εμπορίου, όπου οι αρχαίο έκαναν τα ψώνια τους. Ήταν ένας τόπος συνάντησης, κοινωνικής συναναστροφής και λατρείας.
Συγκεκριμένα, στον χώρο της λατρεύονταν δύο θεοί. Όποιος περπατούσε τότε στην Αγορά, θα έβλεπε τις γνωστές Στοές, τους πάγκους με τα τρόφιμα, τα μαγαζιά με τα υφάσματα. Στα δυτικά της Αγοράς, μπορούσε να πάει να προσκυνήσει και να προσευχηθεί.
Στην κορυφή του – μικρού – λόφου του Αγοραίου Κολωνού, άρχισε να χτίζεται το 460 π.Χ., ένας ναός. Άγνωστος ο αρχιτέκτονας. Παρόλο που φαίνεται ότι είναι υπεύθυνος και για άλλους ναούς της Αττικής, οι οποίοι μοιάζουν κατασκευαστικά με αυτόν, η ταυτότητα του παραμένει ένα μυστήριο.
Ο ναός της Αγοράς, χτισμένος εξ ολοκλήρου από το πρώτης ποιότητας αθηναϊκό μάρμαρο, το μάρμαρο της Πεντέλης, σίγουρα θα κατείχε μια εξέχουσα θέση ανάμεσα στα άλλα κτήρια. Οι κίονές του είναι δωρικοί και περιτρέχουν τα κεντρικά μέρη του, τον πρόναο, τον σηκό και το οπισθόδομο.
Σύμφωνα με τον Παυσανία, τον περιηγητή του 2ου αιώνα μ.Χ., ο ναός ήταν αφιερωμένος στην λατρεία δύο θεοτήτων, δύο αδελφών του Ολύμπου. Του Ηφαίστου και της Αθηνάς.
Όποιος ήθελε να προσκυνήσει ή να προσευχηθεί στον ναό, περνούσε μέσα από την Αγορά και ανέβαινε τον μικρό λόφο. Θα παρατηρούσε τα γύρω οικοδομήματα και θα άκουγε τον ήχο του μετάλλου, καθώς θα το επεξεργάζονταν οι τεχνίτες που δούλευαν πυρετωδώς στην περιοχή γύρω από τον ναό. Σίγουρα κι εκείνοι θα τον είχαν επισκεφθεί, αφού ο Ήφαιστος ήταν ο προστάτης τους.
Ο πιστός, θα έβλεπε την χρωματισμένη με έντονα χρώματα ζωφόρο του και τις μετόπες που εικόνιζαν τους άθλους του δυνατότερου μυθικού ήρωα, του Ηρακλή, τα κατορθώματα του Θησέα και την Κενταυρομαχία.
Σίγουρα από την προσοχή του δεν θα ξέφευγαν ούτε τα πλούσια διακοσμημένα αετώματα, τα οποία φιλοξενούσαν γλυπτά από παριανό μάρμαρο, που αναπαριστούσαν άλλες σκηνές της Κενταυρομαχίας και την υποδοχή του Ηρακλή στον Όλυμπο ή την γέννηση της Αθηνάς.
Όταν θα έμπαινε στο ναό, θα περνούσε από τον πρόναο. Μετά την πόρτα της εισόδου και αυτή του προνάου, βρισκόταν στον σηκό, το «σπίτι» του κεντρικού αγάλματος κάθε ναού της Κλασικής εποχής. Σε αυτόν τον σηκό, όμως, «κατοικούσαν» δύο αγάλματα. Δύο ορειχάλκινα αγάλματα του Ηφαίστου και της Αθηνάς Εργάνης, η οποία ήταν προστάτιδα της κεραμικής τέχνης και της οικοτεχνίας.
Οι άνθρωποι των επόμενων αιώνων, έβλεπαν κάθε φορά και μια άλλη μορφή του ναού. Στα ελληνιστικά χρόνια, γύρω του είχε μάλλον δημιουργηθεί ένας μικρός όμορφος κήπος. Από ανασκαφές στο σημείο, έχουν βρεθεί μικροί λάκκοι στο έδαφος και όστρακα (κομμάτια σπασμένων κεραμικών), στοιχεία τα οποία προδίδουν την ύπαρξη δένδρων και άλλων φυτών που είχαν τοποθετηθεί μέσα σε γλάστρες.
Τον 7ο αιώνα μ.Χ., ο ναός του Ηφαίστου μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία. Τα κύρια παγανιστικά αγάλματα αφαιρέθηκαν και προστέθηκαν μια αψίδα στα ανατολικά για το ιερό και δύο είσοδοι στα δυτικά και στα νότια. Έτσι παρέμεινε μέχρι και την Απελευθέρωση.
Το 1834, μπροστά από τον ναό, συγκεντρώθηκε όλη η Αθήνα για να υποδεχτεί τον βασιλιά Όθωνα. Εκεί έγινε η τελετή υποδοχής του, που εμείς σήμερα βλέπουμε σε διάφορα ζωγραφικά έργα της εποχής.
Από τότε, ο ναός του Ηφαίστου αποτέλεσε ένα από τα πρώτα (μικρά) μουσεία της Αθήνας. Αυτό, μέχρι την στιγμή που ξεκίνησε η εντατική έρευνά του. Το 1930, η Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή ξεκινά να ανασκάπτει και να φέρνει και πάλι στο φως τα χαμένα μέρη και την ξεχασμένη ιστορία του ναού.
Ο ναός του Ηφαίστου, αποτελεί έναν από τους καλύτερα διατηρημένους αρχαίους ναούς σε ολόκληρη την Ελλάδα. Παλιά, πριν τις επιστημονικές έρευνες και τις ανασκαφές, οι άνθρωποι, βλέποντας τις αναπαραστάσεις με τον Θησέα, πίστευαν ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος σε εκείνον. Έτσι, ο ναός αναφερόταν ως «Θησείον». Μία πίστη τόσο δυνατή τότε, που ακόμα και μετά την μετονομασία του σε «Ηφαιστείον», η συνοικία στην οποία εμείς περπατάμε σήμερα, έχει ακόμα το παλιό του όνομα: Θησείο.
Βιβλιογραφία:
«Οι Αρχαιότητες της Αθήνας και της Αττικής», John M. Camp, Ινστιτούτο του βιβλίου – «Καρδαμίτσα», Αθήνα, 2009
