Στα φετινά βραβεία της η Ακαδημία Αθηνών τίμησε ένα βιβλίο που, με τον τρόπο του, διηγείται πώς χτίστηκε η Ακαδημία. Προτού γίνει «μνημείο», το κεντρικό τοπόσημο της πρωτεύουσας υπήρξε διαρκές εργοτάξιο, ένα πεδίο καθυστερήσεων και αποφάσεων, μικρών νικών αλλά και μεγάλων εντάσεων. Η Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη έσκυψε πίσω από την εμβληματική πρόσοψη, εκεί όπου η αρχιτεκτονική αποκαλύπτεται ως ανθρώπινη σχέση: εξουσία, μαθητεία, φιλία, επαγγελματική αγωνία. Και μας παρέδωσε ένα βιβλίο που φανερώνει πώς, μέσα από αυτό το κτίριο, συγκροτήθηκε το πρόσωπο της νεοκλασικής Αθήνας. Η έκδοση «Τσίλλερ-Χάνσεν: Αλληλογραφία, 1859-1890. Η ανέγερση της Σιναίας Ακαδημίας και άλλες ιστορίες» (ΜΙΕΤ), περιλαμβάνει 428 επιστολές που δημοσιεύονται χάρις στη φροντίδα της ιστορικού τέχνης.
Ο Θεόφιλος Χάνσεν, γεννημένος στην Κοπεγχάγη και εγκατεστημένος στη Βιέννη, ήταν ο αρχιτέκτονας του σχεδίου και της μεθόδου. Εκείνος που συνέλαβε και οργάνωσε το τεχνικό υπόβαθρο της ανέγερσης της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Ερνστ Τσίλλερ, νεότερος κατά δύο δεκαετίες, έφτασε στην Αθήνα μόλις είκοσι τεσσάρων ετών για να αναλάβει, από το 1861, ένα εργοτάξιο ήδη κουρασμένο από αναβολές και αβεβαιότητες. Η καθημερινή του παρουσία στο «βουλεβάριον», στη μετέπειτα οδό Πανεπιστημίου, ήταν κάτι παραπάνω από επαγγελματικό καθήκον: δοκιμασία μιας μαθητείας που έπρεπε να αποδώσει μέσα σε πραγματικές, συχνά αντίξοες συνθήκες.
Ο Τσίλλερ είχε ήδη διαμορφωθεί ανάμεσα στην Οικοδομική Σχολή της Δρέσδης και το ατελιέ του Χάνσεν στη Βιέννη. Ο δάσκαλος, από την πλευρά του, γνώριζε καλά την Αθήνα: από το 1843 είχε αφήσει το αποτύπωμά του στην πόλη με ιδιωτικές αναθέσεις που έμελλε να καθορίσουν τη δημόσια εικόνα της, όπως το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» και το Αστεροσκοπείο. Κι όμως, το πιο φιλόδοξο έργο τους δεν θα χτιζόταν με τη φυσική συνύπαρξη στο εργοτάξιο, αλλά με μια ιδιότυπη απόσταση.
Έχτιζαν δια αλληλογραφίας. Με γράμματα που διέσχιζαν την Ευρώπη και σχέδια που ταξίδευαν από τη Βιέννη στην Αθήνα, με οδηγίες που έπρεπε να εφαρμοστούν σε έναν τόπο με περιορισμένα μέσα. Πέρα από τα κατασκευαστικά σχέδια που ο Τσίλλερ έφερε μαζί του, εκπονημένα στο βιεννέζικο ατελιέ, το ίδιο το κτίριο συγκροτούνταν μέσα από αυτή τη συνεχή ανταλλαγή λόγου και εμπιστοσύνης. Μια μορφή εξ αποστάσεως οικοδόμησης, που μετατρέπει τη σχέση μελετητή και επιβλέποντος σε ένα ζωντανό εργαστήριο για το πώς χτίζεται όχι μόνο ένα κτίριο, αλλά και μια πόλη.

Στις επιστολές αυτές δεν μιλά μόνο η αρχιτεκτονική. Μιλά η αγωνία της καθημερινότητας, η κούραση της επιτόπιας ευθύνης, η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον σεβασμό προς τον δάσκαλο και στην ανάγκη της αυτονομίας. Ο Τσίλλερ γράφει συχνά σαν άνθρωπος που σηκώνει βάρος μεγαλύτερο από την ηλικία του: ενημερώνει, εξηγεί, δικαιολογεί, άλλοτε επιμένει και άλλοτε υποχωρεί. Δεν αμφισβητεί ευθέως, όμως διατυπώνει ενστάσεις, προτείνει λύσεις, καταγράφει εμπόδια. Κι έτσι, μέσα από τη γλώσσα της εργασίας, αρχίζει να διαμορφώνεται μια προσωπική φωνή.
Ο Χάνσεν, από την απόσταση της Βιέννης, απαντά ως μέντορας που γνωρίζει ότι η εξουσία του είναι πραγματική, αλλ’ όχι απόλυτη. Οι οδηγίες του είναι σαφείς, συχνά αυστηρές, πάντοτε όμως ενταγμένες σε μια σχέση εμπιστοσύνης. Δεν πρόκειται δηλαδή για ψυχρή επικοινωνία ανάμεσα σε μελετητή και εκτελεστή.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει για τον αναγνώστη πώς στις επιστολές των δύο περνά ο ιστορικός παλμός μιας πόλης που αλλάζει. Ο Τσίλλερ ενημερώνει για πολιτικές εξελίξεις, για καθυστερήσεις χρηματοδότησης, για τις διαθέσεις της διοίκησης και τις προσδοκίες της ομογένειας. Η Αθήνα δεν εμφανίζεται εδώ ως στατική σκηνή νεοκλασικών προσόψεων, αλλά ως πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης: οικονομικής, κοινωνικής, ιδεολογικής. Το εργοτάξιο της Ακαδημίας λειτουργεί σαν μικρογραφία του νεοσύστατου κράτους, με τις φιλοδοξίες και τις αδυναμίες του τόπου που, δυστυχώς, μοιάζουν γνώριμες και στις μέρες μας.
Η ανατολική πλευρά πριν από την αποσυναρμολόγηση των ικριωμάτων (περ.1874)
Μεταφέρω από το βιβλίο (22/10/1879): «Από πλευράς μου του εξήγησα την τεράστια διαφορά ανάμεσα στους Ελληνες και σε εμάς τους Γερμανούς. Ενώ εμείς διαχειριζόμαστε τα χρήματα που μας εμπιστεύονται με τη μέγιστη ευσυνειδησία και ανιδιοτέλεια, ο Ελληνας πιστεύει ότι θα αδικούσε τον εαυτό του αν δεν χρησιμοποιούσε τα χρήματα που του εμπιστεύτηκαν για να εξυπηρετηθεί όσο γίνεται ο ίδιος και η παρέα του. Με λίγα λόγια, περιμένω τη γνώμη σας πάνω στο θέμα αυτό».
Η βραβευθείσα έκδοση επιτρέπει να δούμε τον Τσίλλερ ως έναν νέο άνθρωπο εν τω γίγνεσθαι. Έναν επαγγελματία που μαθαίνει γράφοντας, που ωριμάζει μέσα από την ευθύνη, που μεταβαίνει σχεδόν ανεπαίσθητα από τον ρόλο του βοηθού σε ρόλο πρωταγωνιστή. Μαζί με το πρόσωπό του, σκιαγραφείται όμως και η ιδιοπροσωπία της Αθήνας. Mιας πόλης που δεν προκύπτει από ένα σχέδιο επί χάρτου, αλλά από διαρκείς προσαρμογές, από την τριβή ανάμεσα στο όραμα και την πραγματικότητα.
Κεντρική φωτ.: Μαρμαρογλύπτης στο εργοτάξιο της Ακαδημίας κατεργάζεται το επίκρανο του προθαλάμου με την ανάγλυφη Νίκη. Ορθιος διακρίνεται ο Χάνσεν, καθιστός στα δεξιά του ο Τσίλλερ (1872-1873).
