Εγώ χθες έφαγα καλιτσούνια

Χθες η Αθήνα μύριζε καμένη πρωτεΐνη. Ένα σύννεφο από χοιρινό, πρόβειο και κοτόπουλο ανέβηκε πάνω από την πόλη και κάθισε πάνω της σαν εθνική ομίχλη. Αν κοιτούσες τον ουρανό ή αν έκανες μια ανάβαση στον Λυκαβηττό, νόμιζες ότι ψήνεται η ίδια η χώρα στα κάρβουνα. Και κάπως έτσι ήταν.

Η Τσικνοπέμπτη είναι η μοναδική μέρα που οι Έλληνες συμπεριφέρονται σαν να μην έχουν ξαναφάει κρέας στη ζωή τους και σαν να μην πρόκειται να ξαναφάνε ποτέ. Μια συλλογική υστερία κατανάλωσης. Λες και αύριο ξεκινά δεκαετής νηστεία. Λες και το αρνί είναι είδος υπό εξαφάνιση.

Κι όμως, το κρέας φέτος δεν είναι αθώο. Η τιμή του ανεβαίνει σταθερά, τραβώντας μαζί του τον πληθωρισμό σαν επίμονος συγγενής που δεν λέει να φύγει από το τραπέζι. Το μοσχάρι έγινε επένδυση. Το χοιρινό σχεδόν χρηματιστηριακό προϊόν. Αλλά χθες, κανείς δεν σκεφτόταν δείκτες τιμών. Μόνο κάρβουνα.

Είναι εντυπωσιακό. Μια κοινωνία που γκρινιάζει καθημερινά για την ακρίβεια, μετατρέπεται για 24 ώρες σε πρωταθλήτρια κατανάλωσης. Σαν να θέλει να αποδείξει ότι μπορεί ακόμα. Σαν να ψήνει όχι σουβλάκια, αλλά αξιοπρέπεια. «Ακριβά; Δεν πειράζει. Θα τα φάμε.»

Η τσίκνα είχε κάτι το σχεδόν πολιτικό. Μια πράξη αντίστασης, αλλά και άρνησης. Αντί να αναρωτηθούμε γιατί το βασικότερο αγαθό γίνεται ολοένα ακριβότερο, προτιμάμε να το κάψουμε μαζικά, να το μυρίσει η πόλη, να το δηλώσουμε με φωτογραφίες και stories. Σαν να λέμε, υπάρχουμε, ψήνουμε, άρα υπάρχουμε και αντέχουμε.

Εγώ χθες έφαγα καλιτσούνια. Όχι από διατροφική ανωτερότητα. Όχι από χορτοφαγικό σνομπισμό. Από ένστικτο επιβίωσης. Δεν άντεχα άλλο την οσμή της υπερβολής. Δεν άντεχα τη βεβαιότητα ότι κάθε χρόνο πρέπει να κάνουμε την Τσικνοπέμπτη πιο μεγάλη, πιο καπνιστή, πιο θορυβώδη. Σαν να μετράμε τη χαρά με κιλά.

Υπάρχει κάτι βαθιά ελληνικό σε αυτή την εμμονή. Τρώμε σήμερα σαν να μην υπάρχει αύριο. Και αύριο διαμαρτυρόμαστε σαν να μην φάγαμε ποτέ. Καταναλώνουμε και μετά αγανακτούμε. Ψήνουμε και μετά αναρωτιόμαστε γιατί καίγεται το πορτοφόλι.

Η Τσικνοπέμπτη είναι γιορτή, βεβαίως. Αλλά είναι και καθρέφτης. Μια χώρα που φοβάται τη στέρηση, που κουβαλά μνήμες φτώχειας, που θέλει να αποδείξει πρώτα στον εαυτό της, ότι μπορεί ακόμα να γεμίσει το τραπέζι.

Άλλωστε, μας είχε ψυχογραφήσει από πολύ παλιά ο περίφημος Ρωμαίος ρήτορας Μάρκος Τύλλιος Κικέρων. «Οι Έλληνες χτίζουν λες και δε θα πεθάνουν ποτέ και τρώνε λες και θα πεθάνουν αύριο το πρωί». Και του χρόνου πατριώτες.