Κατά πολλούς, η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν πήγε καλύτερα ακόμη και από τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις. Το κλίμα συνέχισης των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο, με τη δημόσια τοποθέτηση των δύο ηγετών, ακόμη και με δεδομένες τις διακριτές προσεγγίσεις τους στα θέματα της «βαριάς» ατζέντας, έδειξαν ότι επιδίωξη και των δύο είναι η διατήρηση των ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας και τα μικρά βήματα, έστω στα θέματα χαμηλής πολιτικής, που μπορεί να υπάρξει συνεργασία.
Αν κάτι μένει από την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στην Άγκυρα, είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε για πρώτη φορά το θέμα του casus belli και μάλιστα δημοσίως στον Τούρκο πρόεδρο. Με την φράση «είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;» ο κ. Μητσοτάκης έκανε το επόμενο βήμα ως συνέχεια της βούλησης επίλυσης και των δύσκολων θεμάτων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που είχε εκφράσει λίγο νωρίτερα ο Ταγίπ Ερντογάν.
Η κίνηση αυτή δεν έχει αντίκτυπο μόνο στο διπλωματικό πεδίο, όπου πλέον έχει καταγραφεί. Έχει προεκτάσεις και στη συζήτηση, που διεξάγεται στο εσωτερικό με επίκεντρο την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, για την οποία έχει δεχθεί «πυρ ομαδόν». Από τον Αντώνη Σαμαρά έως προσφάτως την Μαρία Καρυστιανού, η οποία έχει εισέλθει στο πολιτικό σκηνικό, από τον Κυριάκο Βελόπουλο έως τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από το ΠΑΣΟΚ, η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη και ιδίως οι επιλογές της απέναντι στην τουρκική ρητορική, έχουν αμφισβητηθεί κι έχουν δεχθεί βαρείς χαρακτηρισμούς. Το Μέγαρο Μαξίμου φαίνεται πλέον να φέρνει τον απόηχο αυτής της συνάντησης ως απάντηση στις επικρίσεις, που έχει δεχθεί όλο αυτό το διάστημα.
Δια στόματος κυβερνητικού εκπροσώπου, το μήνυμα που εστάλη ήταν ότι «επιβεβαιώθηκε η στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης για μια υπερήφανη χωρίς κορώνες εξωτερική πολιτική και διαψεύστηκαν όλοι όσοι έλεγαν ότι είναι πολύ μεγάλο λάθος η παρουσία του πρωθυπουργού στην Τουρκία, εντάσσοντας αυτή την κριτική σε μια ευρύτερη άδικη κριτική περί ενδοτικότητας». Ο Παύλος Μαρινάκης, υπογράμμισε ότι η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα «ήταν η καλύτερη δυνατή απάντηση σε όσους έλεγαν να μην πάει», ενώ με την επισήμανση ότι οι αξιώσεις της Τουρκίας τυγχάνουν πλέον απάντησης, η κυβέρνηση σημειώνει ότι η χώρα όχι μόνο δεν χάνει από μια λογική διαλόγου αλλά κερδίζει πολλά και σημαντικά, καθώς οι ελληνικές θέσεις διατυπώνονται δημοσίως και καταγράφονται.
Στο ίδιο μήκος κύματος εμφανίστηκε και ο Γραμματέας Διεθνών Σχέσεων της Νέας Δημοκρατίας, Τάσος Χατζηβασιλείου, μιλώντας στον ΑΝΤ1, σημειώνοντας ότι «ο Έλληνας Πρωθυπουργός έθεσε δημόσια και ξεκάθαρα το ζήτημα του casus belli μέσα στην Άγκυρα», διερωτώμενος «τι έχουν να πουν σήμερα όλοι οι “πατριώτες του πληκτρολογίου”. Πού είδαν ραγιαδισμό; Πού είδαν υποχωρητικότητα; Πού είδαν ενδοτισμό στη συνάντηση;».
Είχε προηγηθεί τις προηγούμενες ημέρες ένα μπαράζ δηλώσεων, με τον Αντώνη Σαμαρά να διερωτάται αν «είναι λογικό να αμφισβητείται στην πράξη η εθνική μας κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα κι εμείς να μιλάμε για φιλία με Τουρκία, να φανταζόμαστε ήρεμα νερά;» και να δηλώνει ότι «το ταξίδι αυτό κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι ένα μεγάλο λάθος» και τον Κώστα Καραμανλή να απευθύνεται στην κυβέρνηση καλώντας τη να μη στέλνει «επαμφοτερίζοντα μηνύματα που μπορεί να εκλαμβάνονται ως υποχωρητικότητα», με τους δύο πρώην πρωθυπουργούς να επαναφέρουν ουσιαστικά την συζήτηση στο θέμα.
Δεν επρόκειτο για την πρώτη φορά που το Μέγαρο Μαξίμου δεχόταν «πυρά» ακόμη και εκ των έσω της Νέας Δημοκρατίας. Τον Οκτώβριο, από το βήμα της Βουλής, ο κ. Μητσοτάκης είχε δώσει τη δική του απάντηση, απευθυνόμενος και στην αντιπολίτευση -προαναγγέλλοντας ότι θα θέσει ζήτημα άρσης του casus belli όταν συναντηθεί με τον Τούρκο πρόεδρο- λέγοντας χαρακτηριστικά «αναρωτιέμαι: γιατί και πώς κάποιοι κατακρίνουν τόσο εύκολα αυτή την πολιτική των ήρεμων νερών; Τι θέλουμε, ταραγμένα νερά, θέλουμε φουρτούνες, θέλουμε ατυχήματα και εντάσεις; Θα συνιστούσα και σήμερα πολύ μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση στους ψευτοπατριώτες που δηλώνουν πάντα ετοιμοπόλεμοι από την ασφάλεια του καναπέ τους. Ή σ’ αυτούς που μάχονται ανώνυμα από τα χαρακώματα του υπολογιστή τους».
Η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στην απειλή πολέμου από την Τουρκία, που παραμένει «ενεργή» τα τελευταία σχεδόν τριάντα χρόνια, αποτελεί κατά το Μέγαρο Μαξίμου το κεντρικό μήνυμα των δηλώσεων του πρωθυπουργού από την Άγκυρα, απ’ όπου επανέλαβε εν είδει απάντησης στα περί «αλληλένδετων θεμάτων στο Αιγαίο» για τα οποία μίλησε ο Ταγίπ Ερντογάν, την πάγια ελληνική θέση ότι «η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών -υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης-, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, να αποτελεί τη μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας».
Στο κυβερνητικό επιτελείο «στέκονται» στο θετικό κλίμα της συνάντησης των δύο ηγετών, χαρακτηρίζουν ειλικρινή τη συζήτηση που έγινε, σημειώνοντας ότι επί τάπητος τέθηκαν όλα τα ζητήματα που έχουν προκαλέσει διαφωνίες ανάμεσα στις δύο χώρες και επισημαίνουν ότι οι δύο ηγέτες συμφώνησαν ότι η διατήρηση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις είναι προς όφελος των δύο χωρών και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Κατά τον υπουργό εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, ο οποίος μίλησε στην ΕΡΤ, η συνάντηση επιβεβαίωσε την ανάγκη για σταθερή επικοινωνία με τον γείτονα, ενώ η ελληνική πλευρά είχε προετοιμαστεί εκτενώς για όλα τα πιθανά σενάρια.
