Η εξέγερση κατά των data centers, κίνδυνος για την Τεχνητή Νοημοσύνη
Shutterstock
Shutterstock

Η εξέγερση κατά των data centers, κίνδυνος για την Τεχνητή Νοημοσύνη

Τραγική ειρωνεία. Ενώ η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ) υπόσχεται να προσφέρει λύσεις σε για σειρά από προβλήματα της ανθρωπότητας, από την κλιματική αλλαγή μέχρι τον αναλφαβητισμό και από τους προσωπικούς ρομποτικούς βοηθούς μέχρι την εξατομικευμένη φαρμακευτική αντιμετώπιση ασθενειών, οι «βαριές» υποδομές που απαιτούνται, έχουν προκαλέσει κύματα αντιδράσεων στις ΗΠΑ.

Οι «βαριές» υποδομές, που απαιτούνται δεν οδηγούν ούτε σε βρώμικες καμινάδες, ούτε σε απόβλητα, ούτε σε μόλυνση του περιβάλλοντος, ούτε σε βλάβες της πανίδας και της χλωρίδας. Οι υποδομές που είναι απαραίτητες στις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, είναι τα data centers. Μέσα στα οποία εξελίσσεται η σύγχρονη τεχνολογική επανάσταση που ήδη αλλάζει τη ζωή μας.

Όμως τα γιγαντιαία data centers αντιμετωπίζονται σήμερα, ως ο «υπ’ αριθμόν 1 δημόσιος κίνδυνος» για τις τοπικές κοινωνίες, και τα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών. Και ως δημόσιος κίνδυνος αντιμετωπίζεται πλέον και από τους νομοθέτες μιας σειράς από Πολιτείες, με πιο ηχηρή την Πολιτεία της Νέας Υόρκης, όπου εκδηλώθηκε μια συντονισμένη νομοθετική πρωτοβουλία για την επιβολή ενός τριετούς μορατόριουμ όσον αφορά τις άδειες κατασκευής νέων κέντρων δεδομένων.

Η πρωτοβουλία αυτή είναι η κορυφή του παγόβουνου μιας ευρύτερης εξέγερσης που ενώνει τις πιο ετερόκλητες πολιτικές δυνάμεις, από τους προοδευτικούς Δημοκρατικούς της Νέας Υόρκης μέχρι τους συντηρητικούς Ρεπουμπλικανούς της Φλόριντα και της Οκλαχόμα. Όπως φαίνεται από τον υπερκομματικό χαρακτήρα των αντιδράσεων και η ανησυχία δεν είναι ιδεολογική, αλλά βαθιά οικονομική. Και ως εκ τούτου κοινωνική.

Οι νομοθέτες της Νέας Υόρκης Λιζ Κρούγκερ και Άννα Κέλις του Δημοκρατικού κόμματος, κατέθεσαν ένα νομοσχέδιο που επιδιώκει να πατήσει το «κουμπί της παύσης» στην ανέγερση νέων data centers, γνωστό ως «pause button». Στο νομοσχέδιο, η Πολιτεία της Νέας Υόρκης περιγράφεται ως «εντελώς απροετοίμαστη» για την επέλαση των μαζικών data centers που «εισβάλουν» στις ενεργειακές υποδομές της πολιτείας. Τόσο στην παραγωγή, όσο και στη διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας.

Μάλιστα οι νομοθέτες κάνουν ένα βήμα παραπάνω. Δεν στέκονται μόνο στην ανατροπή της τρέχουσας ισορροπίας του ενεργειακού οικοσυστήματος της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Αλλά και στο ενδεχόμενο δημιουργίας μιας «ψηφιακής φούσκας» που, όταν σκάσει, θα αφήσει τους καταναλωτές της Νέας Υόρκης να πληρώνουν τον λογαριασμό για υποδομές που δεν θα χρειάζονται πλέον. Στο «μορατόριουμ της λογικής» όπως ονομάζεται, εκτός από τη Νέα Υόρκη, συμμετέχουν η Τζώρτζια, το Βερμόντ, η Βιρτζίνια, το Μέριλαντ και η Οκλαχόμα, που εξετάζουν σοβαρά τον ενδεχόμενο να σταματήσουν την κατασκευή των νέων απαραίτητων υποδομών για το ΑΙ.

Αυτή η παράδοξη πολιτική συμμαχία που διαμορφώνεται, ξεκινάει ασφαλώς από διαφορετικές αφετηρίες, ωστόσο συγκλίνει στο ίδιο «δια ταύτα». Άραγε ποιος θα περίμενε τον «προοδευτικό» Μπέρνι Σάντερς να συντάσσεται με τον συντηρητικό Ρεπουμπλικανό Ρον Ντε Σάντις, στο μέτωπο κατά των data centers και ουσιαστικά κατά των εξελίξεων της Τεχνητής Νοημοσύνης;

Ο Μπέρνι Σάντερς ζητά εθνικό μορατόριουμ, εστιάζοντας στην «περιβαλλοντική δικαιοσύνη» και την πίεση που ασκείται στα εισοδήματα των εργατικών στρωμάτων. Παράλληλα ο Σάντερς υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη της AI καθορίζεται από μια «φούχτα δισεκατομμυριούχων» όπως ο Μασκ, ο Ζούκεμπεργκ και ο Μπέζος πίσω από κλειστές πόρτες. Το μορατόριουμ, κατά τον ίδιο, θα δώσει στη «δημοκρατία την ευκαιρία να προλάβει τις εξελίξεις» και να θεσπίσει κανόνες που θα ωφελούν το 99% και όχι μόνο το 1%. Επισημαίνει ότι ένα μικρό data center μπορεί να καταναλώνει ρεύμα όσο 80.000 σπίτια, ενώ τα γιγαντιαία έργα, όπως αυτά της Meta ή της OpenAI, ισοδυναμούν με την κατανάλωση 1,2 εκατομμυρίων νοικοκυριών.

Προειδοποιεί ότι οι πολίτες «χρηματοδοτούν την υποδομή της Big Tech» μέσω των αυξημένων λογαριασμών ρεύματος και της εξάντλησης των αποθεμάτων νερού. Ο Σάντερς εκφράζει παράλληλα τη βαθιά ανησυχία του που βασίζεται πάνω σε μελέτες που δείχνουν ότι η AI και η ρομποτική θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν έως και 100 εκατομμύρια θέσεις απασχόλησης στις ΗΠΑ την επόμενη δεκαετία, διερωτώμενος πώς θα επιβιώσουν οι οικογένειες χωρίς εισόδημα. Τέλος, ο Σάντερς ανησυχεί για την απομόνωση των νέων που «αναζητούν συναισθηματική υποστήριξη από chatbots» αντί για ανθρώπους. Ζητά από το Κογκρέσο να μελετήσει σοβαρά πώς η εξάρτηση από την AI επηρεάζει την ψυχολογία της χώρας.

Ο Ρεπουμπλικάνος Κυβερνήτης της Φλόριντα Ρον Ντε Σάντις, από την άλλη, προσεγγίζει το θέμα των data centers από μια τελείως διαφορετική οπτική, σε σχέση με τον Μπέρνι Σάντερς. Ο Ντε Σάντις υποστηρίζει ότι οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες (Big Tech) χρησιμοποιούν τους πόρους των πολιτών για να πλουτίσουν. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η κατασκευή αυτών των κέντρων δεδομένων, οδηγεί σε «υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας» για τον μέσο Αμερικανό, χωρίς κανένα ανταποδοτικό όφελος για την τοπική κοινωνία. Έχει δηλώσει ότι η ενέργεια των πολιτών της Φλόριντα δεν πρέπει να σπαταλιέται για να τροφοδοτείται η υποδομή ενός «chatbot που θα διαφθείρει ένα 13χρονο παιδί online». Θεωρεί ότι τα μοντέλα AI είναι προγραμματισμένα με προκαταλήψεις που έρχονται σε σύγκρουση με τις παραδοσιακές συντηρητικές αμερικανικές αξίες.

Επιπλέον, ως κυβερνήτης μιας πολιτείας που πλήττεται συχνά από τυφώνες, ο Ντε Σάντις ανησυχεί για την ευστάθεια του ηλεκτρικού δικτύου διανομής. Υποστηρίζει ότι η τεράστια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centers μπορεί να καταστήσει το δίκτυο ευάλωτο σε περιόδους κρίσης, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών. Τέλος, σε αντίθεση με άλλους κυβερνήτες που προσφέρουν φορολογικά κίνητρα για να προσελκύσουν την Google ή τη Meta, ο Ντε Σάντις έχει αρχίσει να τηρεί μια πιο σκεπτικιστική στάση, υποστηρίζοντας ότι αυτές οι επενδύσεις «κοστίζουν περισσότερα από όσα αποδίδουν» σε όρους πραγματικών θέσεων εργασίας.

Η Goldman Sachs εκτιμά ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centers θα αυξηθεί κατά 160% μέχρι το 2030. Αυτή η «αχόρταγη» ανάγκη έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την προσπάθεια πράσινης μετάβασης της οικονομίας. Παρ’ όλα αυτά υποστηρίζει ότι χωρίς αυτές τις υποδομές, οι ΗΠΑ θα χάσουν την κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης από την Κίνα. Όμως, οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης, του Μέριλαντ ή της Οκλαχόμα δεν ενδιαφέρονται για τη γεωπολιτική κυριαρχία των ΗΠΑ, όταν δυσκολεύονται να πληρώσουν το ρεύμα τους ή όταν διακρίνουν μπροστά τους το φάσμα της ανεργίας. Εξ ου και οι κινητοποιήσεις.

Τα Data Centers είναι το νέο «βαρύ βιομηχανικό τοπίο» του 21ου αιώνα. Όπως συνέβη με τα εργοστάσια του χάλυβα ή τα διυλιστήρια πετρελαίου τις περασμένες δεκαετίας, το κράτος επέβαλε κανόνες, μετά από πιέσεις των πολιτών. Με την ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη και στις ενστάσεις απέναντι της, να είναι πάντα εύθραυστη. Ένα είναι σίγουρο. Ότι η εποχή που το «Big Tech» κύμα έχτιζε ό,τι ήθελε, όπου ήθελε, με κρατικές επιδοτήσεις και φθηνή ενέργεια, φτάνει στο τέλος της.