Ο Τάσος Μαντζαβίνος επιστρέφει στη γενέθλια ακτή του Φαλήρου. Δεν είναι τόπος μνήμης με τη στενή, βιογραφική έννοια, αλλά εσωτερικό τοπίο που δεν έπαψε ποτέ να τον συγκροτεί. Εκεί, δίπλα στο νερό, στα πρώτα του χρόνια, το βλέμμα μαθαίνει να μετρά τον χρόνο αλλιώς: με ρυθμούς, με επαναλήψεις, η θάλασσα γίνεται αίσθηση.
Η προσωπική ιστορία του ζωγράφου εγγράφεται σιωπηλά σε αυτή τη σχέση. Ο πατέρας, ναυτικός, χάνεται νωρίς και η απουσία του λειτουργεί ως σταθερό κενό. Η θάλασσα παύει να είναι εξωτερικό στοιχείο, πλημμυρίζει με τα χρόνια τον δημιουργό και γίνεται συνθήκη ζωγραφική.

Οι γνώριμες πια φιγούρες του Μαντζαβίνου – ναυτικοί, βαρκάρηδες, σώματα σε καΐκια, γυναίκες που περιμένουν, άνεμοι που ευνοούν ή διώχνουν – συνθέτουν ένα υδάτινο σύμπαν, μέσα στο οποίο στέκουν μέσα στο νερό όπως στέκεται κανείς μπροστά σε κάτι που τον ξεπερνά.
Από τον Όμηρο αλιεύει την αίσθηση του ορίου: το παρὰ θῖν’ ἁλός (στην ακροθαλασσιά) ως σημείο όπου η πράξη αναστέλλεται και η μοίρα βαραίνει. Από τη λαϊκή παράδοση και τον Καραγκιόζη κρατά τη χειροποίητη μορφή, μια απλότητα που αντέχει την αδρότητα, μια παιδικότητα όχι ως ύφος αλλά ως τρόπος.

Η Γκαλερί Σκουφά «μπάζει» τον επισκέπτη στον κόσμο του Τάσου Μαντζαβίνου μεταφέροντας μέσα της και μια γωνιά από το εργαστήρι του καλλιτέχνη. Φωτογραφίες, αντικείμενα και εργαλεία της μαστορικής του ζωγράφου ταξιδεύουν τον επισκέπτη στον χρόνο όπου ο Μαντζαβίνος ανοίγεται στη σκοτεινή του θάλασσα. Τα έργα συνυπάρχουν σαν να βρίσκονται ακόμη εν τω γίγνεσθαι, διατηρώντας κάτι από την αμεσότητα της δημιουργίας.

Η έκθεση εγκαινιάζεται την Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026, στην γκαλερί Σκουφά (Σκουφά 4).
