Ο Χριστιανισμός, όπως και οι άλλες κυρίαρχες θρησκείες του σύγχρονου κόσμου, είχε μεγάλη απήχηση από την στιγμή της εμφάνισής του. Διαδόθηκε σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο και αργότερα και σε όλο τον υπόλοιπο.
Ο θάνατος, ως αναπόσπαστο κομμάτι της κάθε θρησκείας που έχει υπάρξει, είναι το απόλυτο τέλος, το οποίο πάντα συνοδευόταν από τελετουργίες προς τιμήν των εκλιπόντων. Τελετές αποχαιρετισμού, πριν το σώμα τους ενωθεί με την γη.
Μέσα στο πέρας των αιώνων, η πίστη ότι ο άνθρωπος μεταφέρεται στον Κάτω Κόσμο, στον κόσμο των ψυχών που βρίσκεται κάτω από τα πόδια των ζωντανών, κυριαρχεί από την Προϊστορία μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό και σχεδόν πάντα οι ταφές γίνονταν κάτω από το έδαφος, ώστε να δηλώνεται το ταξίδι της ψυχής και η επιστροφή του σώματος στην φύση.
Κατά τους πρώτους αιώνες ύπαρξης και διάδοσης του Χριστιανισμού, τους Πρωτοχριστιανικούς χρόνους, αναπτύχθηκαν ολόκληρα νεκροταφεία, τα οποία βρίσκονταν κάτω από τη γη. Σε διάφορες περιοχές της μεσαιωνικής Ευρώπης, αλλά και της Ανατολικής Μεσογείου, τα νεκροταφεία αυτά εκτείνονταν κάτω από τις πόλεις και τα χωριά. Αυτά τα κρυμμένα νεκροταφεία, ήταν οι κατακόμβες.
Αυτό, όμως, που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί, είναι ότι μετά από τις πασίγνωστες και πολυσυζητημένες κατακόμβες της πόλης της Ρώμης και των Αγίων Τόπων, ακολουθούν σε σπουδαιότητα και μέγεθος, οι κατακόμβες ενός δικού μας νησιού.
Το 1844, ο Γερμανός αρχαιολόγος Ludwig Ross βρέθηκε στην Μήλο. Σε έναν λόφο κοντά στον οικισμό της Τρυπητής, άρχισε να εξερευνά ένα μέρος, το οποίο οι ντόπιοι έλεγαν «Ελληνική Σπηλιά». Ο Ross, μετά από λίγο κατάλαβε ότι επρόκειτο για κάτι παραπάνω από σπηλιά. Στην πλαγιά αυτού του λόφου, είχαν λαξευτεί πριν από αιώνες, κατακόμβες.
Το σημείο επισκέφθηκε το 1907 ο αρχαιολόγος Γεώργιος Λαμπάκης και το 1928, ο Γεώργιος Σωτηρίου. Ο τελευταίος, ήταν αυτός που ξεκίνησε την συστηματική έρευνα και μελέτη αυτής της υπόγειας ανακάλυψης, η οποία σήμερα συνεχίζει και αποκαλύπτει κρυφές πτυχές της και ένα μέρος της έχει ανοίξει στο κοινό.
Μέσα στον λόφο, εκτείνονται ευρύχωρες αίθουσες που συνδέονται με ένα σύστημα πολλαπλών διαδρόμων. Σε κάθε αίθουσα, πάνω στον τόφφο, τον μαλακό και πορώδη ηφαιστειακό βράχο, λαξεύονταν οι τάφοι που φιλοξενούσαν τους κατοίκους της υστερορωμαϊκής και βυζαντινής Μήλου.
Ανάλογα την κοινωνική θέση και τις οικονομικές δυνατότητες των κατοίκων, δημιουργούνταν διαφόρων ειδών τάφοι, όλοι μαζί σε κάθε αίθουσα. Τα ομαδοποιημένα σύνολα των τάφων, δηλώνουν ότι μάλλον κάθε αίθουσα (ή περισσότερες) καταλαμβάνονταν από οικογένειες.
Οι άνθρωποι τότε φαίνεται ότι επέλεγαν τάφους όλων σχεδόν των ειδών, καθώς έχουν βρεθεί arcosolia (αρκοσόλια, δηλαδή τοξωτοί τάφοι), loculi (λόκουλι, δηλαδή οριζόντιοι ορθογώνιοι τάφοι) και κτιστοί τάφοι. Κάποια στιγμή, μάλιστα, ερευνητές ανακάλυψαν και μια μαρμάρινη σαρκοφάγο, μοναδικό εύρημα ανάμεσα σε όλα τα άλλα.
Ακόμα κι αν δεν φαίνεται επαρκώς σήμερα, αρχικά οι κατακόμβες ήταν διακοσμημένες με διάφορα σχέδια της εποχής. Κυριαρχούσε το κόκκινο χρώμα. Φυτικά σχέδια, όπως άνθη και πουλιά στόλιζαν τους τάφους, καθώς εικονίζονταν και σκηνές από τα ιερά βιβλία.
Έχουν σωθεί μέχρι και κάποιες επιγραφές. Από αυτές μαθαίνουμε για κάποιους από τους ιδιοκτήτες των τάφων. Τα ονόματά τους ακόμα αχνοφαίνονται, μάρτυρες της ύπαρξης των ανθρώπων που περπατούσαν κάποτε στο νησί.
Οι κατακόμβες, κρύβουν πάντα τα αντικείμενα που είχαν αφήσει οι άνθρωποι προς τιμήν των νεκρών τους, τα κτερίσματα. Όπως και τόσοι άλλοι τάφοι, όμως, έτσι και αυτοί της αρχαίας πόλης του νησιού, είχαν συληθεί και διαταραχθεί από αρχαιοκάπηλους πολύ πριν τις ανακαλύψει ο Ludwig Ross.
Συνεπώς, τα μόνα αντικείμενα που έμειναν από τότε, ήταν διάφορα φυλαχτά και γυάλινα μυροδοχεία, τα οποία θα έδιναν στον χώρο την απαραίτητη μυστικιστική και τελετουργική ατμόσφαιρα που απαιτούνταν και νιώθουμε κι εμείς όταν μπαίνουμε σε έναν ναό ή νεκροταφείο σήμερα.
Γυάλινες χάντρες από κοσμήματα και ένα μετάλλινο δαχτυλίδι, τα οποία ανήκαν στους εκλιπόντες ή τα είχαν αφήσει σε αυτούς οι ζώντες συγγενείς τους, είναι αυτά που προσφέρουν στους αρχαιολόγους τις πληροφορίες που χρειάζονται για να ανασυνθέσουν τις κινήσεις των κατοίκων μέσα στο υπόγειο νεκροταφείο.
Όπως οι σύγχρονοι πιστοί ανάβουν καντήλια και κεριά, τότε ο ευγενικός αυτός φωτισμός δημιουργούνταν από περίτεχνα πήλινα λυχνάρια. Παράλληλα με τα λυχνάρια, έχουν βρεθεί και όστρακα (σπασμένα κομμάτια δηλαδή) διάφορων αγγείων και οστά ζώων και ψαριών. Αυτά τα ευρήματα είναι χωρίς αμφιβολία δείκτες που οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι όσοι έχαναν κάποιον δικό τους άνθρωπο τον τιμούσαν επιπλέον και με νεκρόδειπνα και συνέχιζαν να επισκέπτονται τους τάφους και αρκετό καιρό αφότου τους έχαναν.
Οι κατακόμβες συνέχισαν να λαξεύονται όλο και πιο βαθιά στον λόφο της αρχαίας πόλης. Χρησιμοποιήθηκαν για πολλούς αιώνες, αλλά σεισμοί που προκάλεσαν καταστροφές στο εσωτερικό τους κατά τον 6ο ή 7ο αιώνα μ.Χ., ανάγκασαν τους κατοίκους να τις εγκαταλείψουν.
Όσοι, λοιπόν, θέλουν να βιώσουν μια πρώτη εμπειρία με τις μυστηριακές κατακόμβες, χωρίς να χρειαστεί να ταξιδέψουν μέχρι την Ρώμη ή την Μέση Ανατολή, μπορούν κάλλιστα να επισκεφθούν τις κατακόμβες κοντά στην Τρυπητή, όπου αναπαύονται ακόμα οι ψυχές των πρώτων Χριστιανών της Μήλου.
Βιβλιογραφία:
