Βόρεια, στην περιοχή της αρχαίας Ηπείρου, υπήρχε κάποτε ένα πασίγνωστο ιερό, το οποίο επισκέπτονταν άνθρωποι απ’ όλη την Ελλάδα. Το μαντείο του ήταν πιο παλιό και από αυτό των Δελφών. Κάποια στιγμή, ένας βασιλιάς αποφάσισε να το αναβαθμίσει. Το ιερό εμπλουτίστηκε με νέα κτήρια, έτοιμο για να φιλοξενήσει λαμπρές εορτές. Ανάμεσα σε αυτά τα κτήρια, ήταν και ένα από τα σπουδαιότερα αρχαία ελληνικά θέατρα.
Τον 3ο αιώνα π.Χ., βασίλευε στην Ήπειρο ο Πύρρος. Φιλόδοξος χαρακτήρας γενικά, έκανε σχέδια για να μεγαλώσει και να ισχυροποιήσει την επικράτειά του, έχοντας ως πρότυπο τον συγγενή του, τον Μέγα Αλέξανδρο. Εντός αυτών των σχεδίων, βρισκόταν και το νέο οικοδομικό πρόγραμμα αναμόρφωσης του ιερού της Δωδώνης, το οποίο μετά την περάτωσή του της χάρισε το καμάρι της, το θέατρο.
Οι αρχαίοι οικοδόμοι, άρχισαν να χτίζουν το θέατρο της Δωδώνης στους πρόποδες του όρους Τόμαρος. Η φυσική κοιλότητα σε μία από τις πλαγιές του, ήταν ιδανική για την κατασκευή του κοίλου, του μέρους του θεάτρου όπου στη συνέχεια θα τοποθετούνταν οι θέσεις των θεατών, τα εδώλια. Το θέατρο προοριζόταν για μεγάλα θεάματα, για τα οποία θα έρχονταν ορδές κόσμου. Τα εδώλια του έφταναν για να παρακολουθήσουν ένα έργο μέχρι και 18.000 άτομα.
Όταν ερχόταν ο καιρός για την τέλεση των Ναίων, γιορτή που γινόταν προς τιμήν του Δία, το ιερό γέμιζε. Άνθρωποι έρχονταν για να προσκυνήσουν, για να προσευχηθούν, να πάρουν χρησμό και να παρακολουθήσουν τις εκάστοτε ιερές τελετές. Κάποια στιγμή, ερχόταν η ώρα να παρακολουθήσουν τα έργα του θεάτρου.
Καθώς θα πλησίαζαν το θέατρο, σίγουρα θα αντίκριζαν με δέος την μνημειακή πρόσοψή του, με τους έξι ψηλούς πύργους. Οι θεατές εισέρχονταν στον χώρο από πλευρικούς διαδρόμους, τις λεγόμενες παρόδους. Οι κλίμακες (οι σκάλες δηλαδή), που ξεκινούσαν από τις παρόδους, οδηγούσαν τους θεατές προς τα κατώτερα διαζώματα, ενώ με αυτές στους δύο από τους έξι πύργους μπορούσαν να ανεβούν στα άνω διαζώματα. Βεβαίως για τους επισήμους υπήρχαν άλλες, ξεχωριστές θέσεις, οι οποίες βρίσκονταν προφανώς χαμηλά, μπροστά από την σκηνή. Μια σειρά εδωλίων, η οποία ονομαζόταν «προεδρία».
Τα έργα πραγματοποιούνταν πάνω στην μεγάλη διώροφη σκηνή, που πλαισιωνόταν από τα παρασκήνια. Οι ηθοποιοί, κινούνταν επίσης στον χώρο μπροστά από την σκηνή, την ορχήστρα, στο κέντρο της οποίας υπήρχε ένας λαξευμένος βράχος, η θυμέλη. Η θυμέλη, λειτουργούσε ως βωμός του Διονύσου, του θεού χάρη στη λατρεία του οποίου γεννήθηκε η τέχνη του θεάτρου. Όταν το έργο τελείωνε, οι θεατές αποχωρούσαν όλοι μαζί από μια πλατιά έξοδο, στην κορυφή της κεντρικής κερκίδας.
Μετά από κάποια χρόνια, το σπουδαίο ιερό γνώρισε την καταστροφή. Το 219 π.Χ., το λεηλάτησαν οι Αιτωλοί. Γεγονός που οδήγησε στην ανακατασκευή του. Τα βάσανά του, όμως, δεν τελείωσαν εκεί. Το 167 π.Χ., οι Ρωμαίοι κατάφεραν να προσαρτήσουν στην όλο και μεγαλύτερη επικράτειά τους την Ήπειρο και την Μακεδονία. Μετά από τις ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στο θέατρο, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η σκηνή είχε πυρποληθεί.
Όταν το 148 π.Χ. πραγματοποιήθηκε ξανά η ένωση των περιοχών με το λεγόμενο «Κοινό των Ηπειρωτών», το ιερό πέρασε ξανά μια φάση ανοικοδόμησης. Τον 1ο αιώνα π.Χ., κατά τη διάρκεια βασιλείας του Οκταβιανού Αύγουστου, το θέατρο της Δωδώνης απέκτησε ρωμαϊκό χαρακτήρα. Έγινε αρένα θηριομαχιών. Χτίστηκε τοίχος για την προστασία των θεατών, καθώς πλέον θα πήγαιναν για να παρακολουθήσουν διάφορα άγρια ζώα να μάχονται στην αρένα.
Το θέατρο συνέχισε να αποτελεί σημείο θεαμάτων με άγρια θηρία μέχρι το τέλος του. Τον 4ο αιώνα μ.Χ., την περίοδο γέννησης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, το θέατρο - αρένα της Δωδώνης σταμάτησε να λειτουργεί. Αιώνες μετά, είχε καταρρεύσει και ερειπωθεί. Τα εδώλια είχαν χαθεί κάτω από το χώμα του βουνού και είχαν γίνει ένα με την χλωρίδα της πλαγιάς. Η ορχήστρα και η σκηνή, κρύβονταν βαθιά κάτω από έναν καλλιεργήσιμο αγρό.
Ο πρώτος που επιχείρησε να ανασκάψει στο σημείο αυτό της Δωδώνης, ήταν ο αρχαιολόγος Κ. Καραπάνος, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Με το θέατρο επίσης ασχολήθηκαν οι καθηγητές αρχαιολογίας Δ. Ευαγγελίδης και Σ. Δάκαρης, την περίοδο 1929-1932, αλλά και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμβάλλοντας και στην αναστήλωσή του.
Η συνέχιση της αναστήλωσης αυτής, μας επιτρέπει σήμερα να καθόμαστε στα νέα του εδώλια και να παρακολουθούμε σύγχρονα θεατρικά έργα, στις ίδιες θέσεις που κάθονταν οι αρχαίοι μας πρόγονοι για τον ίδιο ακριβώς σκοπό, περίπου 2.200 χρόνια πριν…
Βιβλιογραφία:
