Σωτ. Σέρμπος: Στρατηγικός ρεαλισμός απέναντι στην Άγκυρα - Τα ελληνοτουρκικά στη σκιά γεωπολιτικής αβεβαιότητας

Σωτ. Σέρμπος: Στρατηγικός ρεαλισμός απέναντι στην Άγκυρα - Τα ελληνοτουρκικά στη σκιά γεωπολιτικής αβεβαιότητας

Αν κάτι ίσχυε ανέκαθεν στα ελληνοτουρκικά, πολλώ δε μάλλον τώρα, είναι ότι δεν χωρούν «ούτε αφελείς κατευναστές ούτε άμυαλοι πολεμοκάπηλοι»: Προκλήσεις, κινδύνους και στρατηγικές μπροστά στη νέα διεθνή πραγματικότητα που περιβάλλει τη σχέση Αθήνας-Άγκυρας παραθέτει ο Σωτήριος Σέρμπος, αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και σύμβουλος του πρωθυπουργού για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, σε εκτενή συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη. Με φόντο και την επικείμενη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν, ο κ. Σέρμπος «ακτινογραφεί» το τρίγωνο Ελλάδας-ΗΠΑ-Τουρκίας στους καιρούς Τραμπ και σε μία συνθήκη όπου πλέον κυριαρχούν οι λογικές της ισχύος και της επιβίωσης - και η ίδια η σκληρή ισχύς έρχεται να θωρακίσει ή να εγγυηθεί την επίκληση του Διεθνούς Δικαίου.

Στο νέο διεθνές περιβάλλον όπου οι παραδοσιακές δικλείδες ασφαλείας υποχωρούν, η διεθνής τάξη με κανόνες δοκιμάζεται και οι αναθεωρητικές συμπεριφορές γίνονται πιο τολμηρές, η Τουρκία ενδέχεται να θεωρήσει ότι διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων, «πατώντας» στον εκφοβισμό και την καταναγκαστική διπλωματία, αλλά και τη σχέση Ερντογάν-Τραμπ και τη συναλλακτική λογική που χαρακτηρίζει αμφότερους, επισημαίνει ο κ. Σέρμπος. Η ελληνική στάση, κατά τον ίδιο, οφείλει να είναι απολύτως κρυστάλλινη: καθαρά μηνύματα αποτροπής, χωρίς ασάφειες ή διστακτικότητα που μπορεί να εκληφθούν ως πρόσκληση για τετελεσμένα, αλλά και χωρίς εγκλωβισμό σε ψευδή διλήμματα πολέμου ή επώδυνου συμβιβασμού.

Ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης εστιάζει στη λογική της ανταγωνιστικής συνύπαρξης με την Άγκυρα, όπως αυτή μετασχηματίζεται σήμερα -και θα μπορούσε να μετατραπεί σε «γυμνή» αναμέτρηση ισχύος-, δίνοντας έμφαση στη σημασία της σωστής ανάγνωσης των αντιλήψεων της άλλης πλευράς και στην ανάγκη προετοιμασίας για πολλαπλά σενάρια - συμπεριλαμβανομένων αμερικανικών διαμεσολαβήσεων. 

Η διαχείριση των ελληνοτουρκικών δεν είναι αποκομμένη από τη μεγάλη εικόνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, το Ουκρανικό, τις πιθανές αμερικανικές διαμεσολαβήσεις αλλά και τις εσωτερικές ζυμώσεις στην Τουρκία, συμπεριλαμβανομένης της συζήτησης για την επόμενη ημέρα μετά τον Ερντογάν. Η Ελλάδα καλείται να κινηθεί με στρατηγικό ρεαλισμό, επενδύοντας τόσο στη σκληρή ισχύ όσο και στη διπλωματία των διασυνδέσεων, αξιοποιώντας ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλής ποιότητας και ανθρώπους ικανούς να διαχειριστούν κρίσεις και σύνθετα σενάρια. Καθαρή ανάγνωση των συσχετισμών ισχύος και μακριά τόσο από λογικές κατευνασμού όσο και από πολεμικούς λεονταρισμούς. Ζητούμενο, η ευθυγράμμιση του σκληρού εθνικού συμφέροντος με τα συμφέροντα μεγάλων «παικτών» ξεκινώντας από τις Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ - «και αυτή είναι μία πολύ απαιτητική άσκηση». 

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Σέρμπο, θα ήθελα να ξεκινήσουμε τοποθετώντας τη σχέση Αθήνας-Άγκυρας στη «μεγάλη εικόνα». Πώς επηρεάζουν οι σημερινές γεωπολιτικές συνθήκες -και ειδικότερα η δεύτερη προεδρία Τραμπ και η αντίληψή της για την εξωτερική πολιτική- τις δύο πλευρές και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν τις μεταξύ τους διαφορές;

Ορθώς θέτετε το πλαίσιο αυτό διότι ακριβώς οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν αιωρούνται στο κενό. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη μεγάλη εικόνα. Και επειδή θα λέγαμε ότι μπαίνουμε σε μία περίοδο «περιπέτειας», οφείλουμε να μιλάμε με ειλικρίνεια γιατί είμαστε μια μικρή χώρα και δεν έχουμε την πολυτέλεια του διχασμού. Από τη δική μου θέση, ο σχεδιασμός που αφορά ζωτικά συμφέροντα επιβάλλει να εξετάζουμε κάθε ενδεχόμενο, ανεξαρτήτως πιθανότητας. Ακόμη και τα λιγότερο πιθανά σενάρια, αν υλοποιηθούν, μπορεί να επιφέρουν τεράστια ζημία και να πλήξουν τον πυρήνα του εθνικού συμφέροντος.

Σε ό,τι αφορά ειδικά τη δεύτερη προεδρία Τραμπ, έχουν ήδη ειπωθεί πολλά. Θα σας παραπέμψω όμως στην πολύ εύστοχη φράση του Καναδού πρωθυπουργού, Μαρκ Κάρνεϊ, στο Νταβός: «Η νοσταλγία δεν συνιστά στρατηγική». Η φράση αυτή συμπυκνώνει, με σχεδόν κυνική ακρίβεια, τη νέα διεθνή πραγματικότητα. Ένας άνθρωπος που προέρχεται από τις αγορές, ένας τραπεζίτης, αντιλαμβάνεται τη σκληρή γλώσσα των διεθνών σχέσεων και μιλά με ρεαλισμό, όχι με υποκρισία. Και η υποκρισία υπήρξε πολύ κακός οδηγός στο παρελθόν, ιδίως για την Ευρώπη.

Βρισκόμαστε σε μια συνθήκη όπου πλέον κυριαρχούν οι λογικές της ισχύος και της επιβίωσης. Ακόμη και για τις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει πλέον μια στρατηγική «ηγεμονικής επιβίωσης» που πολλές φορές την εφαρμόζει ο Αμερικανός πρόεδρος με ακραίο τρόπο, σε συνάρτηση και με το ιδιαίτερο ψυχογράφημά του, αλλά πολλές από αυτές τις επιλογές έχουν αποτυπωθεί και θεσμικά: στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας και, πιο πρόσφατα, στη Στρατηγική Εθνικής Άμυνας. Ακόμη και οι λιγότερο μυημένοι αντιλαμβάνονται ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε «νέες προκλήσεις», όπως συνηθίζουμε να λέμε. Έχουμε εισέλθει σε μια φάση ιστορικής ρήξης. Συμμετέχουμε σε μια γεωπολιτική «περιπέτεια» που ασφαλώς ενέχει σοβαρό ρίσκο. Είναι μια δοκιμασία αντοχών και ανθεκτικότητας, χωρίς το προστατευτικό δίχτυ που ίσως υπήρχε στο παρελθόν - ή, τουλάχιστον, όχι στον ίδιο βαθμό.

Πέραν όμως της «σκληρής ύλης», υπάρχει και ένα πρόσθετο στρατηγικό ρίσκο που εδράζεται στη απαξίωση του δημοκρατικού υποδείγματος από τη Δύση. Ένα υπόδειγμα που χρειάστηκε δεκαετίες για να οικοδομηθεί και δεν περιορίστηκε μόνο στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, αλλά επεκτάθηκε στην Ασία, την Αυστραλία, την Κορέα και την Ιαπωνία. Μια τέτοιου μεγέθους υποχώρηση στα αξιακά αναχώματα έχει βαθύτατες συνέπειες.

Πώς μεταφράζεται αυτή η υποχώρηση σε επίπεδο διεθνούς ασφάλειας και ποιον αντίκτυπο θα μπορούσε πιθανώς να έχει στα ελληνοτουρκικά;

Η διεθνής τάξη με κανόνες ήταν ήδη τραυματισμένη, έως και υπονομευμένη. Οι εξελίξεις που βλέπουμε σήμερα δίνουν περαιτέρω ώθηση σε αυταρχικές και αναθεωρητικές δυνάμεις, καθώς διαπιστώνουν ότι ακόμη και για την ίδια την Αμερική, μπροστά στην επίδειξη ισχύος ή στην επιλογή να μη συντηρεί πια κάποια από τα ηγεμονικά της καθήκοντα, δεν υφίστανται πια απαραβίαστες κόκκινες γραμμές.

Όταν αυτό το κάνει η ηγεμονική δύναμη -αναφέρομαι στο ζήτημα της Γροιλανδίας-, δημιουργείται προηγούμενο. Μιλώντας συνεπώς για τη μεγάλη εικόνα, αυτό που εμφατικά θέλω να επισημάνω είναι ότι βλέπουμε μία μορφή αλλαγής καθεστώτος (regime change) στο διεθνές επίπεδο. Πρόκειται βέβαια για μία δομική μεταβολή που αφορά και το εσωτερικό των ΗΠΑ. Αφορά την ίδια τη Δύση και ασφαλώς και το διεθνές σύστημα. Ένας ιστορικός θα έλεγε ότι διακρίνονται ακόμη και πρώτα σημάδια επιστροφής σε λογικές εποχής αυτοκρατοριών.

Ο Λευκός Οίκος κινείται με ένα δόγμα αρκετά κυνικό, πλην όμως ρεαλιστικό: «πουλάμε ασφάλεια, πρέπει να πληρώνετε». Ιδίως απέναντι σε χώρες που θεωρεί ότι, αργά ή γρήγορα, θα υποχωρήσουν, τις αντιμετωπίζει σχεδόν ως προτεκτοράτα με όρους σκληρής ισχύος και άρα εκμεταλλεύεται τη γεωπολιτική τους αδυναμία. Γιατί όμως αυτό είναι εξαιρετικά προβληματικό και συνιστά ένα αρνητικό προηγούμενο ειδικά για την Ελλάδα; Διότι καθιστά σχεδόν τα πάντα διαπραγματεύσιμα.

Η συζήτηση περί Γροιλανδίας -είτε ως αγορά είτε ως ζήτημα κυριαρχίας και όχι απλώς επικαιροποίησης συμφωνιών του 1951 ή του 2004- επισημοποιεί μια επικίνδυνη λογική: ότι ακόμη και η κυριαρχία μπορεί να καταστεί προϊόν συναλλαγής. Αν η κυριαρχία τίθεται υπό αμφισβήτηση, τότε μετατρέπεται σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο του «πουλάω ασφάλεια, πληρώνεις». Και όταν σχετικοποιούνται η έννοια των κυριαρχικών δικαιωμάτων, όσο και η ίδια η έννοια της κυριαρχίας, ποια εχέγγυα υφίστανται έναντι μίας πίεσης που θα μπορούσε να προκύψει στο τρίγωνο ΗΠΑ-Ελλάδα-Τουρκία; 

Το προηγούμενο της Γροιλανδίας έρχεται βεβαίως να προστεθεί σε αυτό της Ουκρανίας. Για χώρες όπως η Τουρκία, αυτό μεταφράζεται στο μήνυμα ότι ο αναθεωρητισμός, όταν συνοδεύεται από ισχύ, τείνει να νομιμοποιείται έστω de facto.

Πού στέκεται η Ευρώπη στις στιγμές αυτές;

Για να είμαστε ειλικρινείς και για τις δικές μας μικρές και μεγάλες αμαρτίες, η Ευρώπη καταβάλλει το τίμημα της χρονικής υστέρησης που επέδειξε απέναντι σε έναν κόσμο που εδώ και χρόνια άλλαζε δραματικά.

Σήμερα η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: είτε θα επιχειρήσει μια δυναμική αναγέννηση, που απαιτεί ενότητα και στιβαρές ηγεσίες, είτε κινδυνεύει να εισέλθει σε μια πορεία γεωπολιτικής περιθωριοποίησης, ίσως και μη αναστρέψιμη. Αντιλαμβάνεστε, ένα «διαίρει και βασίλευε» προφανώς ποιους θα εξυπηρετούσε. Χρειάζεται ένας αφυπνισμένος πατριωτισμός, η απουσία του οποίου μας κόστισε στο παρελθόν. Ανακαλώ τη φράση του πρώην αρχηγού των γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων πριν αφυπηρετήσει μερικούς μήνες πριν: αν δεν καταφέρουμε ούτε αυτή τη φορά να συγκροτήσουμε μια κρίσιμη μάζα, θα μας «πουλήσουν κομμάτι-κομμάτι». Δηλαδή θα μετατραπούμε σε πεδίο ανταγωνισμού τρίτων δυνάμεων - της Αμερικής, της Κίνας και άλλων.

Θεωρώ πως όλοι πλέον συμφωνούμε ότι τα «μπαλώματα» που επιλέγαμε μέχρι τώρα, μια σειρά από εμβαλωματικές κινήσεις για να «κουτσοκαταφέρουμε», δεν επαρκούν πια. Υπάρχει βεβαίως και η γνωστή προσέγγιση ότι κάθε κρίση μπορεί να ιδωθεί και ως ευκαιρία για να κάνεις τα πράγματα διαφορετικά. Όμως την ίδια στιγμή έχουμε μπροστά μας πολύ δύσκολες εκλογικές αναμετρήσεις στο εσωτερικό πολλών μεγάλων έως κομβικών κρατών-μελών της ΕΕ.

Παραπέμπετε στην απειλή της Άκρας Δεξιάς

Στον δεξιό λαϊκισμό, ναι, εκεί όπου μεταξύ άλλων ποντάρει αρκετές φορές και ο Ντόναλντ Τραμπ. Στη λογική του «διαίρει και βασίλευε», δηλαδή, με τη λογική ότι σε διμερές επίπεδο μπορείς να διαπραγματευτείς πιο αποτελεσματικά. Ο πρόεδρος Τραμπ με την τακτική αυτή αναζητά κυρίως βραχυπρόθεσμες νίκες. Αν όμως δει κανείς το ζήτημα πιο μεσοπρόθεσμα, όταν θα χρειαστεί ένα ενιαίο μπλοκ -για παράδειγμα απέναντι στην Κίνα- τίθεται το ερώτημα: συμφέρει περισσότερο να διαπραγματεύεσαι με μια κατακερματισμένη ή με μια ενωμένη Ευρώπη, με το ειδικό βάρος που αυτή θα μπορούσε να έχει;

Πόσο μπορεί η Ελλάδα να κεφαλαιοποιήσει τη γεωπολιτική της σημασία χωρίς να βρεθεί αντιμέτωπη με πιέσεις για υποχωρήσεις; 

Για την Ελλάδα, ένα κρίσιμο στοιχείο είναι ότι λειτουργεί, και το έχω επισημάνει πολλές φορές, ως αντίβαρο και της Αμερικής και της Δύσης στην περιοχή όπου βρισκόμαστε. Από την άλλη πλευρά, όμως, έχουμε δει και πρόσφατα παραδείγματα που δείχνουν τα όρια αυτής της θέσης. Θα αναφέρω την περίπτωση της Ιαπωνίας, η οποία είναι ενδεικτική: παρότι παραμένει ένα κρίσιμο αντίβαρο απέναντι στην Κίνα, στο ζήτημα των δασμών ήταν από τις πρώτες χώρες που υποχώρησαν.

Η Ιαπωνία δεν επέλεξε -ή αν θέλετε πιέστηκε να μην επιλέξει- να μην εξετάσει ή να θυσιάσει τη συγκρότηση πιθανώς ενός κοινού εμπορικού μετώπου με την Ευρώπη, το οποίο θα μπορούσε να της προσφέρει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στην αμερικανική διοίκηση, ενδεχομένως μαζί και με τον Καναδά. Αντίθετα, προτίμησε τη διμερή σχέση και δέχθηκε πιέσεις για υποχωρήσεις, με το επιχείρημα ότι αν δεν το κάνει, τα πράγματα αργότερα μπορεί να είναι χειρότερα. Η λογική αυτή βασίστηκε σε όρους περιφερειακής ισορροπίας, ασφάλειας και στρατηγικής εξάρτησης. Άρα, ναι, μπορείς να λειτουργείς ως αντίβαρο, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει πάντα το ρίσκο να δεχθείς ταυτόχρονα πίεση για υποχωρήσεις.

Αν βρεθεί η Ελλάδα σε μία ανάλογη συγκυρία, ποια είναι τα περιθώρια αντίδρασης;

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του στρατηγικού σχεδιασμού: να μελετάς πολλαπλά σενάρια. Κανείς δεν μπορεί να βάλει το χέρι του στη φωτιά για το τι θα συμβεί ή τι όχι. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς και με ποια «χαρτιά» απαντάς όταν βρεθείς μπροστά σε μια τέτοια πίεση. Και βρισκόμαστε σε μία συγκυρία που οφείλουμε να μιλάμε με ειλικρίνεια.

Όπως προανέφερα, η υπόθεση της Γροιλανδίας συνιστά αρνητικό προηγούμενο και το ερώτημα είναι ποια θα είναι τα εχέγγυα και οι εγγυήσεις αν, υποθετικά, βρεθούμε σε μια παρόμοια κατάσταση με τη Δανία: μια χώρα στενά συνδεδεμένη με τις ΗΠΑ και τις δυτικές δομές ασφαλείας που πολλές φορές θυσίασε τη σχέση με την Ευρώπη μπροστά στη σχέση με την Αμερική, αλλά ταυτόχρονα βρέθηκε εκτεθειμένη σε πιέσεις. Είναι υπαρκτό το ερώτημα τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό για το δικό μας τρίγωνο. Είναι η Γροιλανδία μόνο η αρχή ή θα προκύψουν και άλλα ζητήματα; Ποιες κυριαρχίες θα μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση; Προφανώς, σε περιοχές πιο απομακρυσμένες από την Ελλάδα, όπως στο επενδυτικό πρόγραμμα της Κίνας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» (Belt and Road Initiative, BRI), είμαι βέβαιος ότι οι Αμερικανοί θα βρουν αντίστοιχα πεδία πίεσης.

Για εμάς, όμως, το κρίσιμο σημείο σε αυτό το νέο καθεστώς στο διεθνές σύστημα είναι πως ανοίγει ο δρόμος για δευτερεύουσες δυνάμεις, οι οποίες ήδη βρίσκονται σε άνοδο, να αισθανθούν ότι έχουν τον χώρο να διαπραγματευτούν πιο δυναμικά έναν αναβαθμισμένο ρόλο. Και εδώ εντάσσεται ξεκάθαρα και η Τουρκία.

Αποφεύγουμε προς ώρας, τουλάχιστον στον δημόσιο διάλογο, ορισμένες δύσκολες αλλά αναγκαίες συζητήσεις με την αμερικανική πλευρά. Δηλαδή: τι ακριβώς θέλετε, με ποιον τρόπο, και πώς όλα αυτά εντάσσονται στη συνολική αρχιτεκτονική ασφάλειας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα μπορεί να λειτουργεί ως αντίβαρο, αλλά αυτό το αντίβαρο μπορεί ταυτόχρονα να βρεθεί υπό πίεση για υποχωρήσεις ή για έναν συμβιβασμό, όπως ακριβώς συνέβη στην περίπτωση της Ιαπωνίας. Και το επιχείρημα συνήθως είναι ότι «αν δεν το δεχτείς, τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα»;

Και τότε τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποια «χαρτιά» έχει η Ελλάδα στα χέρια της. Η χώρα δεν διαθέτει εναλλακτικές στρατηγικού προσανατολισμού. Και η Ευρώπη ούτε συλλογική ευρωπαϊκή άμυνα διαθέτει ακόμη, ούτε και πλήρως ευθυγραμμισμένη αντίληψη για την τουρκική απειλή. Αντιθέτως, το Ουκρανικό και η απότομη μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής οδηγούν αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ενισχύσουν τους δεσμούς τους με την Άγκυρα.

Έτσι διαμορφώνεται ένα πλαίσιο ανταγωνιστικής συνύπαρξης στα ελληνοτουρκικά. Όμως και αυτή η έννοια της συνύπαρξης υφίσταται σήμερα έναν μετασχηματισμό. Στο παρελθόν εξασφαλιζόταν, μεταξύ άλλων, από μια σειρά συστημικών αναχωμάτων: το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ - όχι για να λύσουν τα προβλήματα, αλλά στη λογική ότι θα αποτρέψουν την κλιμάκωση μίας κρίσης. Σήμερα, όμως, υπάρχει ένα μεγάλο ερωτηματικό. Αν συμβεί κάτι, ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στον Λευκό Οίκο και τι απάντηση θα λάβει. Συνεπώς, οι δικλείδες ασφαλείας στο περιβάλλον του 2026 υποχωρούν σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν.

Και επανέρχομαι ακριβώς σε αυτό που είπα από την αρχή: στα ζωτικά συμφέροντα, ο σχεδιασμός οφείλει να εξετάζει κάθε ενδεχόμενο. Ακόμη και το ενδεχόμενο η σχέση Αθήνας-Άγκυρας να μετατραπεί σε μια «γυμνή» αναμέτρηση ισχύος, είτε χωρίς διαιτητή είτε με έναν διαιτητή που απαιτεί εξαιρετική προσοχή. Ιδίως αν λάβουμε υπόψη την προσωπική διπλωματία Τραμπ-Ερντογάν, τη συναλλακτικότητα που χαρακτηρίζει και τους δύο ηγέτες, αλλά και το «διπλωματικό καλάθι» της Τουρκίας που είναι αρκετά πλούσιο σε μία σειρά από γεωπολιτικές ζώνες όπου έχει αποτύπωμα και επιρροή. Όλα αυτά αποτελούν διαπραγματευτικά «χαρτιά» για εκείνην.

Το μήνυμα προς την Αθήνα, αν αποτιμήσουμε όλη αυτή την περίοδο από το 2023 έως σήμερα, είναι ότι θα ήταν αφέλεια έως και αυταπάτη να πιστεύουμε πως ο Τούρκος πρόεδρος, σε αυτή τη συγκυρία αλλαγής καθεστώτος, θα μείνει με σταυρωμένα τα χέρια ή δεν θα επιχειρήσει να κεφαλαιοποιήσει το διπλωματικό του αποτύπωμα -ανεξαρτήτως από το αν τελικά του «βγει» ή όχι.

Προφανώς, η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ισχυρή σκληρή ισχύ και έχουμε δει μια ουσιαστική αλλαγή υποδείγματος από το 2019 έως σήμερα, ώστε να μην αποδεχόμαστε τον εκφοβισμό και την καταναγκαστική διπλωματία της Τουρκίας. Όμως, το επισημαίνει ξανά, απαιτείται μεγάλη προσοχή: τόσο στην προσωπική διπλωματία των Ερντογάν-Τραμπ που συνομιλούν συχνά όσο και στη συναλλακτική λογική που τους διακρίνει. Δεν είναι μόνο το ενδεχόμενο μιας ενδεχόμενης μελλοντικής πρωτοβουλίας της νέας αμερικανικής διοίκησης για τα ελληνοτουρκικά. Πιέσεις ή αιτήματα μπορεί να προκύψουν και μέσα από μία διμερή διαπραγμάτευση Τραμπ-Ερντογάν, όπου στο τραπέζι θα πέσουν πολλά ζητήματα και ο Τούρκος πρόεδρος μπορεί να επιχειρήσει να εντάξει και τα ελληνοτουρκικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα αποσπάσει απαραίτητα κάτι. Όμως, με τον τρόπο που κινείται πλέον η αμερικανική πολιτική και με τις ευκαιρίες που ανοίγονται για δευτερεύουσες δυνάμεις, θα ήταν λογικό να το επιχειρήσει για να δει τι απάντηση θα εισπράξει. Και ήδη από ορισμένες πρώτες κινήσεις της Τουρκίας φαίνεται ότι διαβάζει αυτό το περιβάλλον και το ενσωματώνει στους υπολογισμούς της.

Εξ ου και χρησιμοποίησα τον όρο «περιπέτεια» στην αρχή και ποιες θα είναι οι δικές μας επιλογές, αν και εφόσον φτάσουμε σε αυτό το σημείο.

Φθάνουμε στο καίριο ζήτημα του πώς πρέπει να προετοιμαστεί η Αθήνα και τι να πράξει αν η Τουρκία επιλέξει να δοκιμάσει τα όρια της ελληνικής αντίδρασης

Ακόμη και σε αυτή την περίοδο, από το 2023 έως σήμερα, το πλαίσιο της ανταγωνιστικής συνύπαρξης που σας περιέγραψα δεν έχει αλλάξει. Και δεν έχει αλλάξει γιατί το 2023 -το έχω τονίσει πολλές φορές δημοσίως έκτοτε- ξεκίνησε μια τακτική αναδίπλωση, κυρίως με πρωτοβουλία της Άγκυρας.

Τότε οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Η κατάσταση της τουρκικής οικονομίας, ιδίως μετά τους σεισμούς, και η ανάγκη της Τουρκίας να επαναπροσεγγίσει τη Δύση, της επέβαλαν να κερδίσει χρόνο. Έπρεπε να «χαμηλώσει στροφές» στα διμερή μας ζητήματα. Ταυτόχρονα, και η Ελλάδα χρειαζόταν χρόνο: για να ενισχύσει τις Ένοπλες Δυνάμεις, να εξισορροπήσει το ισοζύγιο στρατιωτικής ισχύος. Δεν πρέπει να υποτιμούμε καθόλου το πού βρισκόταν η χώρα το 2019 και πού βρίσκεται σήμερα. Το ίδιο ισχύει και για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Αυτά τα ζητήματα διασυνδέονται και επηρεάζουν ακόμη και επενδυτικούς σχεδιασμούς, καθώς το γεωπολιτικό ρίσκο λαμβάνεται σοβαρά υπόψη σε κρίσιμες αποφάσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική στάση ήταν σωστή και συνεπής. Άλλωστε, διαχρονικά, διαδοχικές κυβερνήσεις και Έλληνες πρωθυπουργοί επιδίωξαν να διαχειριστούν μια δύσκολη Τουρκία. Το λάθος, κατά τη γνώμη μου, ήταν ότι για ένα διάστημα καλλιεργήθηκαν υπερβολικές προσδοκίες στο εσωτερικό, χωρίς να υπάρχουν ούτε καν αντίστοιχες ενδείξεις από την άλλη πλευρά. Και μακάρι να υπήρχαν.Δεν είδαμε, για παράδειγμα, ουσιαστική συζήτηση για τα θέματα των θαλασσίων ζωνών. Παρ’ όλα αυτά, στον δημόσιο διάλογο δημιουργήθηκε ένα χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες και την πραγματικότητα. Θυμάμαι περιόδους με πρωτοσέλιδα μεγάλων εφημερίδων που μιλούσαν για επικείμενη προσφυγή στη Χάγη. Δεν ξέρω πού βασίστηκαν αυτές οι εκτιμήσεις. Αν όντως υπήρξαν τέτοιες αντιλήψεις, τότε η άλλη πλευρά δεν διαβάστηκε σωστά. Θα θυμίσω εδώ μια φράση του Κάπλαν: καλύτερα να είσαι απαισιόδοξος και αναλυτικά σωστός, παρά αισιόδοξος και αναλυτικά λάθος. Η Ελλάδα πλήρωσε στο παρελθόν -ήδη από τη δεκαετία του 2000- το γεγονός ότι δεν αξιολόγησε έγκαιρα την πορεία μιας ανερχόμενης ή μεσαίας περιφερειακής δύναμης, όπως η Τουρκία, και τα συνεπακόλουθα αυτής της ανόδου.

Σήμερα το εξωτερικό περιβάλλον είναι πολύ πιο απαιτητικό και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Η Άγκυρα παραδοσιακά χρησιμοποιεί τον εκφοβισμό και την καταναγκαστική διπλωματία. Και αν μια τέτοια συμπεριφορά δεν έχει κόστος, είναι βέβαιο ότι θα κλιμακωθεί.

Το ζήτημα, λοιπόν, είναι τι μηνύματα εκπέμπονται στο διμερές επίπεδο

Εδώ υπεισέρχεται η σκληρή ισχύς για να πεις ένα «όχι» σε αυτό τον εκφοβισμό. Η μη αντίδραση δεν στέλνει απλώς λάθος μήνυμα· εκπέμπει και σήμα αδυναμίας, το οποίο δεν γνωρίζεις και πώς μπορεί να ερμηνευθεί τόσο από τον Τραμπ όσο και από τον Ερντογάν. Θα μπορούσε και να συνιστά προπομπό ή προθάλαμο για νέα τετελεσμένα.

Μετά υπάρχει ο αντίλογος: «θα πάμε για πόλεμο;». Στην Ελλάδα συχνά εγκλωβιζόμαστε σε ένα ψευδές δίλημμα: πόλεμος ή επώδυνος συμβιβασμός. Αυτό σημαίνει ότι κάτι έχει αποτύχει στην ολοκληρωμένη άσκηση της εργαλειοθήκης -από τη διπλωματία έως τη σκληρή ισχύ και τη διαχείριση κρίσεων. Θυμόμαστε όλοι πόσο «κάτω από τη βάση» βρέθηκε η χώρα στη διαχείριση της κρίσης των Ιμίων ή πώς το πρώτο διάστημα υποτιμήθηκαν κάποια ζητήματα.

Σήμερα, η Άγκυρα διαβάζει ένα διεθνές περιβάλλον στο οποίο αισθάνεται ότι μπορεί να έχει περισσότερο «αέρα στα πανιά» της. Γι’ αυτό είναι κρίσιμο το πώς θα λειτουργήσει η Αθήνα και τι μήνυμα θα εκπέμψει, ειδικά σε μια περίοδο όπου όλοι αυτονόητα αναγνωρίζουμε ότι το Διεθνές Δίκαιο, από μόνο του, δεν συνιστά ολοκληρωμένη στρατηγική. Σωστά το επικαλείται μια χώρα, αλλά είναι η ίδια η σκληρή ισχύς πλέον που έρχεται να θωρακίσει ή να εγγυηθεί την επίκληση της νομιμότητας. Η αναθεωρητική αυθαιρεσία όχι μόνο δεν δημιουργεί ευκαιρίες συναλλαγής στο νέο, ασταθές διεθνές περιβάλλον, αλλά επιφέρει κόστος και συνέπειες. Η ασάφεια ή η διστακτικότητα, ειδικά στα ελληνοτουρκικά, θα σας επαναλάβω, ότι θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως πρόσκληση για τετελεσμένα.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι κρίσιμο να το πούμε καθαρά: Αν κάτι ίσχυε πάντοτε στα ελληνοτουρκικά, πολλώ δε μάλλον τώρα, είναι ότι δεν θέλουμε ούτε τους αφελείς κατευναστές ούτε τους άμυαλους πολεμοκάπηλους. Και οι δύο αυτές λογικές υπάρχουν και είναι εξίσου επικίνδυνες. 

Επίσης, στο εγχειρίδιο της διαχείρισης κρίσεων, η κλιμάκωση μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να λειτουργήσει ως μέσο για να οδηγηθούμε σε αποκλιμάκωση - κάτι που, για παράδειγμα, θα μπορούσε να είχε συμβεί στην περίπτωση της Κάσου και δεν συνέβη. Από κάθε κρίση οφείλουμε να αντλούμε μαθήματα και να αξιολογούμε αν οι αντιλήψεις μας για την άλλη πλευρά επιβεβαιώθηκαν ή διαψεύστηκαν. Εκεί ακριβώς αναδεικνύεται η σημασία των διαύλων επικοινωνίας.

Προφανώς, αυτή τη στιγμή η Τουρκία έχει άλλα, πιο απαιτητικά μέτωπα: τη Μέση Ανατολή και τις σχέσεις με το Ισραήλ, όπως υπάρχουν και κάποια νέα δεδομένα σε σχέση με τη Συρία και τους Κούρδους. Πάντως, ακόμη και αν οι πιθανότητες πρόκλησης είναι μικρές, ο σχεδιασμός οφείλει να τις λαμβάνει υπόψη. Ο δίαυλος, ασφαλώς, πρέπει να παραμένει ανοιχτός και αδιαμεσολάβητος. Να συνομιλούν οι δύο ηγέτες και για όλα τα μεγάλα ζητήματα. Όμως πρέπει να αποφεύγονται οι αυταπάτες. Χρειάζεται ψυχρή αποτίμηση και να βλέπουμε τη μεγάλη εικόνα στην οποία έχουμε εκτενώς αναφερθεί: ποια «χαρτιά» έχει σήμερα η Αθήνα, με ποια γλώσσα πρέπει να μιλήσει στον Λευκό Οίκο προετοιμαζόμενη για πολλαπλά σενάρια.

Ποια πρέπει να είναι η ελληνική στρατηγική έναντι της προεδρίας Τραμπ προς αποφυγή πιθανών πιέσεων;

Εδώ, απαιτείται συγκεκριμένη επιχειρηματολογία: πώς το τουρκικό αναθεωρητικό αφήγημα στο Αιγαίο και απειλεί και αμερικανικά συμφέροντα, προφανώς και στην ενέργεια. Υπάρχουν επίσης παράγοντες που δεν έχουν αξιοποιηθεί επαρκώς, όπως το ιδεολογικό στοιχείο στην πολιτική Τραμπ. Σε ένα κομμάτι του πυρήνα του MAGA υπάρχει ευαισθησία σε ζητήματα προστασίας χριστιανικών πληθυσμών του Λεβάντε και θρησκείας. Δεν έχουμε ίσως αναδείξει επαρκώς τον παράγοντα θρησκεία, και πρέπει να το κάνουμε. Ξέρετε, τώρα βρισκόμαστε σε μία συνθήκη, για να θυμηθώ τον Γούντι Άλεν, «whatever works».

Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν αυταπατάται φυσικά ότι μπορούμε να μιλήσουμε μόνο με αξιακούς όρους. Η συζήτηση θα γίνει με βάση το σκληρό αμερικανικό συμφέρον και το τι θα σήμαινε μια αποσταθεροποίηση στο Αιγαίο και μεγαλύτερη τουρκική επιρροή. Η συναλλακτικότητα των Τραμπ-Ερντογάν είναι δεδομένη και ως προς αυτό δεν υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε ως χώρα ανεξαρτήτως κυβέρνησης. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να ενισχύσουμε την ιδιότητα της Ελλάδας ως αξιόπιστου αντίβαρου και να μειώσουμε το ρίσκο. Γιατί ρίσκο υπάρχει - αυτό τουλάχιστον μας διδάσκει το τι έχει συμβεί τους προηγούμενους μήνες και είναι προτιμότερο να δράσουμε τώρα από το να δεχθούμε αργότερα πιθανώς πιέσεις.

Το 2024 η Τουρκία κινούνταν σε ένα περιβάλλον επαναπροσέγγισης με τη Δύση. Σήμερα τα δεδομένα έχουν αλλάξει: η Ευρώπη, κυρίως λόγω του Ουκρανικού και του απότομου τραβήγματος του χαλιού από την αμερικανική διοίκηση, αρχίζει να βλέπει την Τουρκία μέσα από το πρίσμα της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ και η καθαρά συναλλακτική του πολιτική δημιουργούν ένα πεδίο αβεβαιότητας για το πότε και με ποιους όρους θα «ανοίξει» ο ελληνικός φάκελος.

Το να «κλειστούμε» τώρα, να είμαστε αδρανείς ή φοβικοί δεν είναι επιλογή. Διότι αυτά τα «διαβάζει» και η άλλη πλευρά. Η Τουρκία μπορεί να έχει τα δικά της ζητήματα με τον Τράμπ, διαθέτει ωστόσο και ένα πλούσιο «καλάθι», ενώ θα μπορούσε και να «παγώσει» ορισμένα ζητήματα, προσδοκώντας ότι αργότερα θα αποκομίσει περισσότερα. Κάποια στιγμή, όμως, ενδέχεται να θελήσει να «δοκιμάσει τα νερά» με τον Λευκό Οίκο. Να διερευνήσει προθέσεις. Εμείς πρέπει να προσπαθήσουμε να ευθυγραμμίσουμε, να «παντρέψουμε», το σκληρό εθνικό συμφέρον με τα συμφέροντα άλλων μεγάλων «παικτών» ξεκινώντας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι μία πολύ απαιτητική άσκηση. 

Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τη φράση του Τραμπ προς τον Ζελένσκι στη συνάντηση στον Λευκό Οίκο: «Δεν έχεις τα χαρτιά»… Όσα έχουμε δει στην Ιαπωνία, στη Γροιλανδία και βεβαίως στην Ουκρανία αφορούν εταίρους και συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρατηρήσαμε δηλώσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην Ελλάδα του τύπου «γιατί να πάμε με τους Δανούς και πόσες δηλώσεις έχουν εκδοθεί αναφορικά με τα ελληνοτουρκικά». Έτσι, βλέπεις το δέντρο και χάνεις το δάσος. Όταν απέναντί σου έχεις μια αναθεωρητική δύναμη που έχει φτάσει στο σημείο να «γκριζάρει» ακόμη και μεγάλα, κατοικημένα ελληνικά νησιά, με το επιχείρημα της υποτιθέμενης αποστρατιωτικοποίησης, προφανώς μας αφορά η σχετικοποίηση της κυριαρχίας, 

Υπάρχουν επίσης και ζητήματα που αφορούν το στρατιωτικό αποτύπωμα: πώς διαπραγματεύεσαι σε μια περίοδο όπου η Αμερική θέλει πλέον σε δευτερεύουσες για την ίδια γεωγραφικές ζώνες να μειώσει το αποτύπωμά της. Τι προσφέρεις, τι ζητάς, και πώς διασφαλίζεις ότι δεν θα βρεθείς χωρίς μοχλούς πίεσης; Δεν έχω έτοιμες απαντήσεις. Το θέτω όμως καθαρά: ακόμη και άβολες συζητήσεις, πρέπει να γίνουν. Χρειάζεται πρωτοβουλία, ρεαλισμός και αυτό που εγώ αποκαλώ μαχητικό πατριωτισμό, όταν αυτός ενώνει και την κοινωνία και τον λαό.

Υπάρχει και μία διάσταση ως προς τον ρόλο των προσώπων στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Όπως υπάρχουν οι «κυνηγοί κεφαλών» (head hunters) που αναζητούν υψηλόβαθμα στελέχη. Εδώ χρειαζόμαστε πλέον «κυνηγούς» για την εθνική ασφάλεια και για να επιβιώσουμε σε αυτό το περιβάλλον του ανταγωνισμού. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αναλάβουν και ad hoc ρόλους - πώς μιλάμε και με ποιους στον Λευκό Οίκο, στην επόμενη ημέρα των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας. Ανθρώπους που έχουν τη γνώση, τη στιβαρότητα, την τεχνογνωσία, τον πατριωτισμό αλλά και την διαλλακτικότητα που απαιτείται πολλές φορές για να μετουσιώσουν σε άσκηση πολιτικής τη διπλωματία των διασυνδέσεων. Το ανθρώπινο κεφάλαιο δεν πρέπει να υποτιμάται όσον αφορά τη διαχείριση κρίσεων. Τους χρειαζόμαστε σε αυτήν ειδικά την περίοδο. 

Κατανοώ τη δυσκολία να βρεθούν τα κατάλληλα πρόσωπα στις ΗΠΑ, αυτά που βρίσκονται κοντά στον πρόεδρο Τραμπ, αλλά και ότι σήμερα άνθρωποι που σήμερα ασκούν επιρροή, αύριο δεν βρίσκονται στο προσκήνιο. Θεωρώ πάντως ότι ο υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Έλμπριτζ Κόλμπι είναι από τα πρόσωπα της αμερικανικής διακυβέρνησης με τα οποία σίγουρα η Αθήνα θα πρέπει να έλθει σε επικοινωνία. 

Με αυτά τα δεδομένα, πού θα θέτατε τον πήχη όσον αφορά την επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Άγκυρα; Είναι χαμηλές οι προσδοκίες;

Το ότι είναι χαμηλές προσδοκίες είναι αυταπόδεικτο. Θα ήθελα όμως να θέσω και μία διάσταση εν πολλοίς ψυχολογική. Στην Ελλάδα συχνά μιλάμε για τις δικές μας ανασφάλειες και τα συμπλέγματα, αλλά το βέβαιο είναι ότι και η άλλη πλευρά τα έχει. Η Τουρκία ζει υπό το βάρος μιας αντίληψης ότι είναι «αδικημένη χώρα», μια πρώην αυτοκρατορία που, πλέον μετά από εκατό χρόνια, θεωρεί ότι της ανήκουν περισσότερα. 

Να θυμόμαστε το εξής: Όταν η Τουρκία λέει συχνά «τους πετάξαμε στη θάλασσα», ταυτόχρονα δεν έχει ξεχάσει -ανεξαρτήτως του πώς έγιναν ή δεν έγιναν κάποια πράγματα- μέχρι πού έφτασε ο Ελληνικός Στρατός. Όπως, λοιπόν, πρέπει να λέμε ξεκάθαρα «όχι» στον εκφοβισμό, έτσι πρέπει και να μην «τσιμπάμε» και να διαβάζουμε σωστά την άλλη πλευρά.

Θεωρώ επίσης, και αυτό προκύπτει από την εμπειρία, ότι κάτι που εκτιμά ο Τούρκος πρόεδρος είναι η ευθύτητα. Να είσαι ξεκάθαρος απέναντί του. Τα μηνύματα να είναι απολύτως ξεκάθαρα, γιατί η ασάφεια μπερδεύει. Το ασαφές ο άλλος θα το ερμηνεύσει όπως τον συμφέρει, όπως τον βολεύει για τη δική του πολιτική.

Και μπορεί πράγματι να υπάρχει ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, όμως σαφέστατα και η Ελλάδα σε πολλά πράγματα έχει ενισχύσει τη θέση και τον ρόλο της. Η Αλεξανδρούπολη, για παράδειγμα, δεν υπήρχε πριν από μερικά χρόνια, και αυτό σε έναν βαθμό οφείλεται και στα λάθη της Τουρκίας, που ξεπέρασε κάποιες κόκκινες γεωπολιτικές γραμμές. Τα ενεργειακά project στην Ανατολική Μεσόγειο τα έχει δει. Το ίδιο και τη σχέση μας με το Ισραήλ, που λειτουργεί ως φίλτρο εξωτερικής εξισορρόπησης.

Από τους Ισραηλινούς, αυτό που έχουμε μάθει είναι ότι, αν χρειαστεί, κάθε χώρα πολεμά τους δικούς της πολέμους. Επομένως, εμείς πρέπει να έχουμε εθνική στρατηγική και, πάνω απ’ όλα, να κινούμαστε με βάση τα συμφέροντά μας, χωρίς να επιτρέψουμε να εργαλειοποιηθούμε από κανέναν τρίτο. Υπάρχουν πολλές ατζέντες που συγκρούονται και αυτό είναι ιδιαίτερα απαιτητικό για εμάς. Όμως αυτή η στάση, η καθαρή και ειλικρινής, εκτιμάται -ακόμη και από τον Ερντογάν- ώστε να μη χάνεται η ουσία της συζήτησης.

Τα ελληνοτουρκικά τα έχουμε συζητήσει άπειρες φορές. Κάποιες στιγμές αναρωτιέμαι κι εγώ, ως ειδικός, τι είναι αυτό που δεν έχει ειπωθεί. Ωστόσο, για έναν ηγέτη με το ψυχογράφημα του Ερντογάν, το να μιλάς μαζί του και για άλλα ζητήματα παγκόσμιου ή περιφερειακού ενδιαφέροντος έχει σημασία. Όμως εξίσου σημαντικό είναι να του υπενθυμίζεις και τις κόκκινες γραμμές. Θυμίζω ότι στις κρίσεις του 2020 η Τουρκία, έλαβε συγκεκριμένα μηνύματα από τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε.

Επηρεάζουν οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία τα ελληνοτουρκικά; Και αν «ναι» με ποιο τρόπο; Ποιες παγίδες πρέπει να προλάβει η ελληνική διπλωματία;

Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση πολλαπλών σεναρίων για το πολιτικό μέλλον του Ερντογάν και τη διαδοχή. Το δίπολο τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών-προεδρίας δεν λειτουργεί ακριβώς όπως τα προηγούμενα χρόνια και εκεί μπορεί να μπερδευτούν πολλαπλές ατζέντες, μέσα στις οποίες να εμφιλοχωρήσουν κάπου και τα ελληνοτουρκικά.

Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο πρέπει να είναι ανοιχτός ο δίαυλος, και μάλιστα με πολλαπλά κανάλια, ανάμεσα στην προεδρία της ελληνικής κυβέρνησης και την τουρκική προεδρία. Σε αυτή τη φάση που βρίσκεται η Τουρκία στο εσωτερικό θέλει πολλή προσοχή, ακόμη και αξιοποίηση όλων των καναλιών των υπηρεσιών πληροφοριών που μπορεί να έχει η Ελλάδα, είτε από δικές μας πηγές, είτε από αλλού. Έτσι περισσότερο θωρακίζεται η αδιαμεσολάβητη επικοινωνία των δύο ηγετών και κυρίως ότι τα μηνύματά μας θα είναι απολύτως κρυστάλλινα.

Το διεθνές σκηνικό είναι συνολικά πιο ασταθές και στο εσωτερικό της Τουρκίας υπάρχουν ζυμώσεις που μπορεί να μας επηρεάσουν. Δεν γνωρίζουμε ποια ατζέντα έχουν οι μελλοντικοί διεκδικητές ή πώς μπορεί να εργαλειοποιηθούν τα δικά μας ζητήματα. Προτιμώ, λοιπόν, να μιλάω με αυτόν που γνωρίζω καλύτερα. Και το παρελθόν μας διδάσκει ότι όταν μιλάς πολύ ευθέως στον Ερντογάν, το μήνυμα το καταλαβαίνει. Αυτό που δεν αρέσει στην Τουρκία, ειδικά με τις ανασφάλειες και τα κόμπλεξ του παρελθόντος, είναι η ασάφεια -να της λες κάτι, να σηκώνεσαι από το τραπέζι και να κάνεις κάτι διαφορετικό.

Επίσης είναι σημαντικό ότι η Τουρκία έχει πολλά ανοιχτά μέτωπα αυτή τη στιγμή, δεν είναι μόνο τα ελληνοτουρκικά, και ο χρόνος δεν είναι απαραίτητα σύμμαχός της. Βλέπω μάλιστα ότι διεθνώς έχει αρχίσει να τελειώνει η υπερβολική πολιτική ορθότητα, λέγονται τα πράγματα με το όνομά τους και οι ηγέτες μιλούν πιο ανοιχτά, όπως ο Καναδός πρωθυπουργός. Πράγματα τα οποία απέρριπταν είναι πλέον διατεθειμένοι να τα δούνε.

Ποιοι είναι εκείνοι οι όροι που θα τοποθετούσαν την Ελλάδα σε πιο ευνοϊκή θέση στο τραπέζι του διαλόγου με την Τουρκία;

Αν θα έκανα μια κριτική, είναι ότι μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία χάθηκε ένα momentum. Τότε η Ελλάδα θα μπορούσε να επιτύχει, στο πλαίσιο μιας διαπραγμάτευσης και στο πλαίσιο ενός δυτικού πλαισίου συνεννόησης με την Τουρκία, να «κουμπώσουν» με θετικό τρόπο για τα εθνικά μας συμφέροντα τα ζητήματά μας. Τότε χάθηκε μια ευκαιρία να υπενθυμίσουμε στον διεθνή παράγοντα, ο οποίος για μια σειρά από λόγους δεν έχει τα ελληνοτουρκικά ψηλά στην ατζέντα του. Αν ήταν ψηλά θα είχαν λυθεί έως τώρα. Δεν ξέρω με ποιο τρόπο, αλλά θα είχαν λυθεί. Τότε υπήρχε ένα momentum που η Ελλάδα θα μπορούσε να διαπραγματευτεί και να αξιώσει ένα δυτικό πλαίσιο συνεννόησης κι αν αποτύχαινε αυτό θα ζητούσε και επιπλέον εγγυήσεις ασφαλείας. Τώρα δεν είμαστε εκεί ακριβώς, έτσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα.

Αν κάτι δεν εξηγήσαμε ποτέ καλά στη Δύση στο παρελθόν, και τώρα με όλη αυτή τη στρατηγική που αλλάζουν οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι είναι ακόμα πιο δύσκολο, είναι ότι η Δύση μας άφησε πολύ μεγάλο βάρος για να το σηκώνουμε μόνοι μας στο Αιγαίο και να διατηρούμε το ισοζύγιο ισχύος απέναντι σε μια νέα Τουρκία αναθεωρητική, μία περιφερειακή δύναμη που έμπαινε στους G20 όταν εμείς χρεοκοπούσαμε. 

Τα βασικό πρόβλημα της Τουρκίας στο να καταστεί μία θαλάσσια δύναμη, εξ ου και σχεδιασμός του Ναυτικού της που ξεπερνά κατά πολύ τη «Γαλάζια Πατρίδα», είναι ότι η Τουρκία θέλει μία έξοδο στη θάλασσα και, ανεξαρτήτως τι θα γίνει με το θέμα των χωρικών υδάτων, θεωρεί ότι «σκοντάφτει» στα ελληνικά νησιά, τα οποία βλέπει ως αγκάθια, πέφτει επάνω τους. Αυτό είναι το βασικό εμπόδιο της Τουρκίας. Γι’ αυτό επιχειρεί να τα «γκριζάρει», να μιλά για αποστρατιωτικοποίηση και να ανεβάζει συνεχώς το διακύβευμα, βάζοντας τα πάντα σε ένα πακέτο. 

Εδώ νομίζω χάθηκε μια ευκαιρία. Το Ουκρανικό είναι ένα κρίσιμο θέμα και ίσως θα μπορούσε να λειτουργήσει και προς ένα κομμάτι της ελληνικής κοινής γνώμης, το οποίο -λόγω και πολιτισμικών παραμέτρων- διατηρεί μια μεγαλύτερη καχυποψία απέναντι στη Δύση και μια διαφορετική πρόσληψη του Ουκρανικού ζητήματος και μια μεγαλύτερη ανάγκη να νιώσει ότι η αλληλεγγύη που δείχνει η Ελλάδα «εξαργυρώνεται». Παρότι θεωρώ, για παράδειγμα, ότι όσα έγιναν στην Αλεξανδρούπολη ήταν εξαιρετικά σημαντικά, ειδικά για τη Θράκη, νομίζω ότι χάθηκε μία ευκαιρία έστω να γίνει μία προσπάθεια για μία διεκδικητική διαπραγμάτευση για να λύσουμε κάποια θέματα εκεί που «παντρεύεται» το εθνικό και το δυτικό συμφέρον ή να έχουμε εγγυήσεις ασφαλείας και ένα καλύτερο ανάχωμα, που ως αντίβαρο θα επιβάλει και τη στρατηγική της άρνησης. Αλλιώς είναι και η Ελλάδα υποχρεωμένη, για όσο διάστημα η Τουρκία δεν αλλάζει μυαλά, να λειτουργείο στο πλαίσιο μιας επαχθούς σχέσης με όρους χρηματοοικονομικούς, προϋπολογισμού και τα ποσά που δεσμεύουμε για τις Ένοπλες Δυνάμεις κ.ο.κ.

Καταλήγοντας, μπορείτε να μας αποτυπώσετε τι μήνυμα στέλνει η Τουρκία με τη NAVTEX που εξέδωσε τη δεδομένη στιγμή;

Στη «μικρή εικόνα», είναι προφανές ότι εκφράζει ενόχληση -και αναμενόμενη- τόσο για την ενίσχυση των σχέσεών μας με το Ισραήλ, όσο και για το ζήτημα των οπλικών συστημάτων στα ελληνικά νησιά. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι για ένα διάστημα στην Ελλάδα πέσαμε στην παγίδα να συζητάμε τις επιστολές του κ. Σινιρλίογλου, που για πρώτη φορά έθετε υπό αίρεση δήθεν το καθεστώς κυριαρχίας μεγάλων, κατοικημένων ελληνικών νησιών, με το πρόσχημα της αποστρατιωτικοποίησης. Αρχίσαμε έτσι να εξηγούμε ξανά τα αυτονόητα.

Όμως, ακριβώς λόγω του Ουκρανικού, στο πλαίσιο μιας διαπραγμάτευσης, όπως προανέφερα, υπήρχε ωφέλιμος χώρος για την Ελλάδα. Τα ελληνικά νησιά βρίσκονται κάτω από τα Στενά, αφορούν την έξοδο της Ρωσίας στα θερμά νερά, αφορούν την προβολή ισχύος της Τουρκίας. Μια Τουρκία που σήμερα είναι έτσι, αύριο μπορεί να είναι αλλιώς. Εμείς οφείλαμε να μιλήσουμε όχι απλώς για διατήρηση αλλά για ενίσχυση του στρατιωτικού αποτυπώματος, ιδανικά κάτω από μια ευρωατλαντική ομπρέλα.

Η Τουρκία θεωρεί ότι, αν θελήσει αργότερα να κινηθεί, μπορεί να το κάνει με ηγεμονικούς όρους. Βεβαίως, θα υπάρξει αντίδραση, ενδεχομένως όχι μόνο από εμάς. Ταυτόχρονα, όμως, θεωρεί ότι αυτή τη στιγμή το διεθνές περιβάλλον τής επιτρέπει να εμφανίζεται με αυξημένη αυτοπεποίθηση, που ήδη τη βλέπαμε, παίζοντας συχνά το «long game», πιθανώς και λόγω εξελίξεων στη Συρία.

Επίσης, κάποιοι στην Τουρκία θεώρησαν -λανθασμένα κατά τη γνώμη μου- ότι η περίοδος τακτικής αναδίπλωσης θα οδηγούσε την Ελλάδα σε μια συνολική, συζήτηση-«πακέτο». Όμως τα δικά μας θέματα είναι απολύτως συγκεκριμένα. Δεν μπαίνεις ποτέ σε συζήτηση-«πακέτο» που θα περιλαμβάνει ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, γκρίζες ζώνες ή αποστρατιωτικοποίηση. Ό,τι δεν αφορά την υφαλοκρηπίδα είναι αναθεωρητικό, και το αναθεωρητικό μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε πολεμική αναμέτρηση.

Ενδεικτικό είναι ότι μετά τις πρόσφατες δηλώσεις της Αθήνας για το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων είδαμε, για πρώτη φορά, ένα κύμα αντιδράσεων και απειλών, πολλές φορές μέσω ανώνυμων λογαριασμών στα κοινωνικά δίκτυα. Αυτό είναι καθαρό «bullying». Δεν σημαίνει ότι θα επιβεβαιωθεί, αλλά είναι ένας ακόμη λόγος τα δικά μας μηνύματα να είναι απολύτως ξεκάθαρα. Και, επαναλαμβάνω, σήμερα διαθέτουμε σκληρή ισχύ που δεν υπήρχε το 2009. Η σκληρή ισχύς είναι και εργαλείο διαπραγμάτευσης. Είναι το μήνυμα ότι αν επιλέξεις τον «άλλο» δρόμο, οι συνέπειες μπορεί να είναι ασύμμετρες και βαριές και για τις δύο πλευρές. Το ζητούμενο είναι να δεις, με ρεαλισμό, ποια «κλειδιά» μπορείς να δοκιμάσεις για να ανοίξεις εκείνη την πόρτα, που οδηγεί -αν είναι εφικτό- σε μία έντιμη συνεννόηση και μία βιώσιμη ειρήνη.


*Ο κ. Σωτήριος Σέρμπος είναι σύμβουλος του πρωθυπουργού για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, αν. καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.