Η πόλη των εμπόρων της ερήμου
Γέφυρες στο χρόνο

Η πόλη των εμπόρων της ερήμου

Πριν από πολλούς αιώνες, στην Εγγύς Ανατολή, διάφοροι πληθυσμοί άρχισαν να εγκαθίστανται μόνιμα σε μια περιοχή, η οποία θα εξελισσόταν αργότερα σε μια πάρα πολύ σημαντική και ιδιαίτερη πόλη. Μια πόλη, η οποία θα συνέχιζε να κατοικείται χωρίς διακοπή και να επιβιώνει, όσο της είναι δυνατόν, μέχρι σήμερα.

Στην περιοχή της σημερινής Συρίας, βορειοανατολικά της Δαμασκού, καταμεσής της ερήμου, βρισκόταν μία όαση. Η όαση αυτή, λεγόταν «Tadmor». Στην Tadmor, ζούσαν κυρίως πληθυσμοί του σημιτικού λαού των Αραμαίων (αρχαίοι μακρινοί συγγενείς των Εβραίων) και Άραβες. Η πόλη αυτή, η όαση της συριακής ερήμου, διέγραψε μια θαυμαστή πορεία στον ρου της ιστορίας.

Όλα άλλαξαν, όταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τιβέριος (βασίλεψε 14-37 μ.Χ.) κατέλαβε με τα στρατεύματά του την πόλη. Δεν θα ήταν πια η Tadmor, αλλά η «Palmyra» («Παλμύρα»), δηλαδή στα ελληνικά «ο τόπος των φοινίκων». Από τότε, ο τόπος των φοινίκων εξελίχθηκε ραγδαία. Όταν το 106 μ.Χ., οι Ρωμαίοι προσάρτησαν στην αυτοκρατορία τους την Ναβαταία, την περιοχή της αραβικής φυλής των Ναβαταίων, η Παλμύρα έκλεψε την δόξα της πρωτεύουσάς τους, της Πέτρας.

Πήρε την θέση της και ανέβηκε λέβελ. Καθιερώθηκε ως η σημαντικότερη όαση των καραβανιών που μετέφεραν εμπορεύματα από Ανατολή σε Δύση. Έγινε μία από τις κύριες στάσεις τους και ως εκ τούτου και κέντρο ανταλλαγής πολιτισμικών στοιχείων. Τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ., η Παλμύρα έγινε το χωνευτήρι των ακμαίων αρχαίων πολιτισμών της περιόδου. Σε αυτήν, έρχονταν σε επαφή άνθρωποι της Άπω Ανατολής, της Εγγύς Ανατολής και της θάλασσας της Μεσογείου.

Η πόλη μεταμορφώθηκε, αποκτώντας κτήρια τα οποία συνδύαζαν την αρχαιοελληνική και την ρωμαϊκή αρχιτεκτονική με τις παραδόσεις και τα στοιχεία της Συρίας και της Περσίας. Ήταν το μέρος όπου συνομιλούσαν οι τέχνες τριών ηπείρων, Ευρώπης, Αφρικής και Ασίας, και κατέληξε να κουβαλά τον θαυμαστό τίτλο της κορυφαίας αραβικής πόλης και του σημαντικότερου εμπορικού και πολιτισμικού κέντρου της Εγγύς Ανατολής.

Οι κάτοικοι όλο και πλήθαιναν. Κατοικίες και διαφόρων ειδών ναοί χτίστηκαν σε κάθε γωνιά της. Ο κεντρικός άξονας της πόλης, στολιζόταν από ψηλές κιονοστοιχίες και στις δύο πλευρές του και είχε μήκος 1.100 μέτρα. Αν έστριβε κανείς στους διάφορους διασταυρούμενους δρόμους, που επίσης ξεχώριζαν από τις κιονοστοιχίες τους, μπορούσε να φτάσει σε κάποια από τα δημόσια μνημεία της, όπως τον θαυμαστής τεχνοτροπίας Ναό του Βάαλ, το Στρατόπεδο του Ρωμαίου αυτοκράτορα Διοκλητιανού, την Αγορά και το θέατρο. 

Μετά από διάφορες διαμάχες στην περιοχή, η ρωμαϊκή κυριαρχία άρχιζε να κλονίζεται. Ο Σεπτίμιος Οδαίναθος, επικεφαλής μιας εξέχουσας αραβικής οικογένειας, ο οποίος κατείχε την εξουσία της πόλης και σύμμαχος των Ρωμαίων, ηγήθηκε σε εκστρατείες εναντίον της Σασσανιδικής αυτοκρατορίας του Ιράν. Όταν δολοφονήθηκε το 267 μ.Χ., ανέλαβε η σύζυγός του.

Η βασίλισσα Ζηνοβία, είχε αραβικές ρίζες. Όταν πέθανε ο άνδρας της, ανέλαβε την εξουσία της Παλμύρας και κυβέρνησε στο όνομα του γιου της. Ανακηρύχθηκε «Αυγούστα», ρωμαϊκός τίτλος με τον οποίο χαρακτηριζόταν μια γυναίκα ως «αυτοκράτειρα». Η Ζηνοβία εξαπέλυσε τα στρατεύματά της και επέκτεινε τα εδάφη της. Κατάφερε να φτάσει και να κατακτήσει περιοχές της Αιγύπτου και μεγάλο μέρος της Μικράς Ασίας. 

Με αυτόν τον τρόπο, ανεξαρτητοποιήθηκε από τους Ρωμαίους και έφτιαξε την δική της μικρή αυτοκρατορία με έδρα και κέντρο την Παλμύρα, μέσα σε μόλις 5 χρόνια. Η επιτυχία της αυτή, όμως, δεν κράτησε για πολύ. Αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο και έκπληκτοι, λογικά, από την ταχέως αυξανόμενη δύναμη της βασίλισσας, οι Ρωμαίοι ανέλαβαν δράση. Το 272 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός ανακατέλαβε την Παλμύρα. 

Τα ρωμαϊκά στρατεύματα αιχμαλώτισαν την Ζηνοβία, την έβαλαν σε ένα πλοίο και την μετέφεραν μέχρι την Ρώμη. Ο θρύλος λέει, ότι καθώς περπατούσε μέχρι να φτάσει στο αυτοκρατορικό παλάτι, την είχαν δέσει με χρυσές αλυσίδες…

Η λαμπρή εμπορική όαση, μετά από κάποιους αιώνες άρχισε να ανταγωνίζεται κι άλλα εμπορικά και πολιτισμικά κέντρα. Κάποια στιγμή, γνώρισε και την εγκατάλειψη. Τον 17ο και 18ο αιώνα, διάφοροι ταξιδιώτες βρέθηκαν να αλωνίζουν στην συριακή έρημο. Τότε, μέσα από τον καυτό άνεμο και τους αμμόλοφους, άρχισαν να φαίνονται τα ερείπια της. Μια ερειπωμένη αρχαία πόλη ανάμεσα σε φοίνικες. 

Τον Μάιο του 2015, μέλη της ISIS κατέλαβαν την Πλαμύρα. Την σύγχρονη και την αρχαία. Προς μεγάλη λύπη της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας, πολλά αρχαία μνημεία καταστράφηκαν. Μέχρι σήμερα, η UNESCO προσπαθεί να διασώσει και να προστατεύσει ό,τι μπορεί, με στόχο να διατηρήσει τις υλικές μαρτυρίες και τους αρχαιολογικούς θησαυρούς αυτής της άλλοτε περίφημης εμπορικής και πολιτισμικής όασης της Συρίας.

 

Βιβλιογραφία:

The Metropolitan Museum of Art

Britannica

UNESCO

archaiologia.gr