Οι αγορές ποντάρουν στον φόβο και στη μεταβλητότητα
Shutterstock
Shutterstock

Οι αγορές ποντάρουν στον φόβο και στη μεταβλητότητα

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην οικονομία, μέσω ενός νέου κύματος ακρίβειας, αλλά η ένταση θα αποκλιμακωθεί σχετικά γρήγορα, με αποτέλεσμα να μην αφήσει βαθιές πληγές στις αγορές. Αυτή είναι η πεποίθηση που κυριαρχεί σήμερα στον επενδυτικό κόσμο και γι’ αυτό τα χρηματιστήρια δεν διορθώνουν βίαια. 

Το αμέσως επόμενο - και χειρότερο για τις αγορές - σενάριο είναι να κρατήσει για καιρό η άνοδος των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια και να αρχίσουν να «κοκκινίζουν» όλοι οι δείκτες που προμηνύουν ύφεση. 

Για όσο διαρκεί η κρίση, οι αγορές θα ποντάρουν στον φόβο και στην αβεβαιότητα, δύο στοιχεία που εκτινάσσουν τη μεταβλητότητα και δημιουργούν ευκαιρίες για το λεγόμενο έξυπνο χρήμα. Τους μεγάλους επενδυτές δηλαδή που διαθέτουν τη γνώση, τον χρόνο και το μέγεθος να αντέξουν σε περιβάλλον συνεχών και έντονων αναταράξεων, σε αντίθεση με τους ερασιτέχνες επενδυτές που συνήθως βγαίνουν χαμένοι σε παρόμοιες καταστάσεις. 

Τι πρέπει, λοιπόν, να προσέξουν οι επενδυτές για να βγουν αλώβητοι ή με τις λιγότερες δυνατές απώλειες από την τρέχουσα κρίση; Η ερώτηση του… ενός εκατομμυρίου που καλούνται να απαντήσουν είναι η εξής: ποιο είναι το σημείο πυροδότησης μίας παρατεταμένης ή/και μεγάλης χρηματιστηριακής διόρθωσης; 

Είναι η στιγμή να αγοράσουν στην πτώση, στο λεγόμενο buy the dip ή να μείνουν για λίγο εκτός αγορών, αναμένοντας να ξεκαθαρίσει το τοπίο;

Σημειώνεται ότι η δεύτερη εβδομάδα του πολέμου ολοκληρώθηκε με τους δείκτες της Wall Street να καταγράφουν πτώση μικρότερη του 2% στην εβδομάδα και έως και 4,5% από την έναρξη του πολέμου. Στη Γηραιά Ήπειρο, οι πανευρωπαϊκοί δείκτες ολοκλήρωσαν την εβδομάδα σχεδόν αμετάβλητοι, ωστόσο οι απώλειες κατά τη διάρκεια της σύρραξης στη Μέση Ανατολή αγγίζουν το 7%.

Το κακό είναι ότι στην εποχή της ακραίας μόχλευσης και της απίστευτης ταχύτητας μετάδοσης των πληροφοριών, οι αντιδράσεις των αγορών μπορούν να γίνουν τρομακτικά απότομες. Συνήθως, ωστόσο, όταν έχουμε να κάνουμε με γεωπολιτικούς κινδύνους, οι αγορές περιμένουν να λάβει χώρα ένα γεγονός και δεν το προεξοφλούν, όπως κάνουν λ.χ. με τις οικονομικές εξελίξεις. Από τις οικονομικές εξελίξεις, οι επενδυτές έχουν τη δυνατότητα να εντοπίσουν ορισμένα προειδοποιητικά σημάδια.

Μία από τις πιο αξιόπιστες μεθόδους πρόβλεψης των… δεινών που έρχονται για οικονομία και χρηματιστήρια, όπως μία ύφεση ή μία μεγάλη πτώση των μετοχών, είναι η αύξηση της ανεργίας. 

Όλες οι περίοδοι ύφεσης από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά εμφανίζουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: την άνοδο της ανεργίας κατά τουλάχιστον 1%, λίγο πριν ή μαζί με την ύφεση. Επίσης, είναι συχνό φαινόμενο να έχει κορυφωθεί η ανεργία πριν ξεκινήσει μία σημαντική χρηματιστηριακή πτώση. Που συνεπάγεται ότι καθώς αυξάνεται η ανεργία ή απειλεί να αυξηθεί, τα χρηματιστήρια ενδέχεται να αντιδράσουν προληπτικά. 

Σε μία τέτοια συνθήκη, η πτώση των μετοχών θα είναι σχεδόν παράλληλη με την άνοδο της ανεργίας μέχρι να κορυφωθεί το φαινόμενο. Βλέπετε, όταν οι επιχειρήσεις αρχίσουν να μειώνουν τις θέσεις εργασίας και αυτό εξελίσσεται σε κυρίαρχη τάση, είναι εύλογο να υποχωρεί η καταναλωτική ζήτηση και να μειώνονται οι επενδύσεις.

Τα στοιχεία σήμερα δείχνουν ότι βρισκόμαστε σε μία τέτοια φάση, χωρίς ωστόσο να έχει ενεργοποιηθεί το σημείο που θα πυροδοτήσει την bear market. Και εξηγούμαστε: σύμφωνα με τον κανόνα Sahm (από την οικονομολόγο Κλόντια Σαμ), αν η ανεργία αυξηθεί κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το χαμηλό 12μήνου, συνήθως σημαίνει ότι έχει ξεκινήσει ύφεση, με αποτέλεσμα να πέφτουν στη συνέχεια οι μετοχές. 

Ιστορικά, ο κανόνας έχει λειτουργήσει καθώς τέτοια σήματα έχουν προηγηθεί σχεδόν όλων των μεγάλων υφέσεων των τελευταίων δεκαετιών και συχνά συνοδεύτηκαν από μεγάλες χρηματιστηριακές πτώσεις, το 1990, το 2001, το 2008 και τα 2020. 

Σήμερα, η αύξηση της ανεργίας είναι πολύ μικρότερη από το όριο. Το χαμηλό 12μήνου είναι το 4,1% του Ιουνίου 2025 ενώ τα στοιχεία Φεβρουαρίου 2026 έδειξαν ότι ο το ποσοστό ανεργίας διαμορφώνεται στο 4,4%. Πρέπει τουλάχιστον να φτάσουμε στο 4,6% για να ενεργοποιηθεί ο κανόνας που παρακολουθεί η Wall Street, ως προάγγελος ύφεσης.

Αυτό που μπορεί εύκολα να επιταχύνει τις εξελίξεις είναι ένα ενεργειακό σοκ διαρκείας. Η παραμονή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι για μήνες θα λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής οικονομικής επιβράδυνσης, αφού αυξάνει το κόστος παραγωγής και μεταφορών, συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους και περιορίζει την κατανάλωση. Το πάγωμα των προσλήψεων ή ακόμα και οι απολύσεις αποτελούν φυσική συνέπεια και κάπως έτσι ξεκινά η κρίση. 

Κατά συνέπεια, οι επενδυτές μπορούν να παρακολουθούν τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας των ΗΠΑ (όπως λχ τα στοιχεία για τις νέες αιτήσεις επιδομάτων ανεργίας που δημοσιεύονται σε εβδομαδιαία βάση) και να τις αξιοποιούν, ως μηχανισμό μετάδοσης του ενεργειακού σοκ στις αγορές. Αν το πετρελαϊκό σοκ δείξει ότι μπορεί να οδηγήσει την ανεργία προς το 4,6%-4,8%, οι αγορές θα αντιδράσουν γιατί θα πιστεύουν ότι ενεργοποιείται το «trigger point» που ιστορικά σηματοδοτεί την έναρξη της ύφεσης ή ακόμα και μίας bear market.