Η Βρετανία εξετάζει το ενδεχόμενο στρατιωτικών επιχειρήσεων για την κατάσχεση εκατοντάδων δεξαμενόπλοιων που ανήκουν στον λεγόμενο «σκιώδη στόλο» της Ρωσίας, αφού κυβερνητικοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι υπάρχει πλέον σαφές νομικό έρεισμα για τέτοιες ενέργειες.
Σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας The Times, πλοία που τελούν υπό καθεστώς κυρώσεων και εντοπίζονται να πλέουν με ψευδή σημαία κινδυνεύουν να αποτελέσουν στόχο εκτεταμένων κοινών επιχειρήσεων, στις οποίες είναι πιθανό να συμμετάσχουν το Βασιλικό Ναυτικό, η Βασιλική Αεροπορία, ειδικές δυνάμεις και σύμμαχοι του ΝΑΤΟ.
Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει επιβάλει κυρώσεις σε 520 πλοία που συνδέονται με τον σκιώδη στόλο της Ρωσίας, ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο σε όλο τον κόσμο και, σύμφωνα με εκτιμήσεις, απέφερε πέρυσι περίπου 100 δισ. λίρες στο πολεμικό ταμείο του Κρεμλίνου.
Πολλά από τα πλοία αυτά φέρεται να πλέουν χωρίς νόμιμη σημαία, γεγονός που πλέον θα μπορούσε να τα καταστήσει στόχο στρατιωτικής δράσης. Τον τελευταίο μήνα, πλοία του σκιώδους στόλου που φοβήθηκαν ενδεχόμενη αναχαίτιση από τις ΗΠΑ έσπευσαν να αλλάξουν σημαία και να εγγραφούν ως ρωσικά, σε μια προφανή προσπάθεια να εξασφαλίσουν προστασία από το Κρεμλίνο.
Την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου, Τζον Χίλι, δεσμεύτηκε να «πατάξει» το δίκτυο των σκιωδών πλοίων, μετά τη συμμετοχή της Βρετανίας σε επιχείρηση των αμερικανικών δυνάμεων για την κατάληψη του δεξαμενόπλοιου Marinera.
Το πλοίο αυτό, το οποίο είχε αλλάξει σημαία, είχε τεθεί υπό αμερικανικές κυρώσεις για μεταφορά πετρελαίου για λογαριασμό της Βενεζουέλας, της Ρωσίας και του Ιράν.
Μέχρι σήμερα, καμία βρετανική στρατιωτική δύναμη δεν έχει πραγματοποιήσει επιδρομή σε πλοίο του σκιώδους στόλου. Ωστόσο, υπουργοί εξετάζουν τις τελευταίες εβδομάδες ποια μέτρα θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μια τέτοια στρατιωτική επέμβαση.
Πηγή του υπουργείου Άμυνας ανέφερε ότι τα σχέδια βρίσκονται ακόμη «σε πρώιμο στάδιο», εκτιμώντας ωστόσο ότι οποιαδήποτε επιχείρηση θα ήταν «μια μεγάλη κοινή επιχείρηση», παρόμοια με την κατάληψη του Marinera.
Όπως σημείωσε, «υπάρχει ευρύτερη διάθεση σε όλη την Ευρώπη να γίνουν περισσότερα, είτε με μεγαλύτερη βρετανική συμμετοχή σε επιχειρήσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών είτε μέσω κοινών δράσεων. Αυτού του είδους οι επιχειρήσεις είναι ιδιαίτερα σύνθετες».
