Μια εξαιρετικά σοβαρή υπόθεση κυβερνοεπίθεσης φέρνει στο προσκήνιο πιθανές αδυναμίες στις κρίσιμες τεχνολογικές υποδομές της Κίνας.
Σύμφωνα με ειδικούς στην κυβερνοασφάλεια, ένας χάκερ ή ομάδα χάκερ φέρεται να υπέκλεψε πάνω από 10 petabytes ευαίσθητων δεδομένων από το Εθνικό Κέντρο Υπερυπολογιστών στην Τιαντζίν, έναν βασικό κρατικό κόμβο που εξυπηρετεί χιλιάδες επιστημονικούς, βιομηχανικούς και αμυντικούς φορείς. Αν επιβεβαιωθεί, η υπόθεση ενδέχεται να αποτελεί τη μεγαλύτερη γνωστή κλοπή δεδομένων από κινεζικό σύστημα.
Όπως μετέδωσε το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο CNN, το υλικό που φέρεται να έχει διαρρεύσει περιλαμβάνει, σύμφωνα με τα δείγματα που δημοσιεύθηκαν στο Telegram από λογαριασμό με την ονομασία FlamingChina, έγγραφα με διαβάθμιση «μυστικό», σχέδια και προσομοιώσεις πυραυλικών και βομβιστικών συστημάτων, καθώς και ερευνητικό υλικό που σχετίζεται με την αεροδιαστημική, τη στρατιωτική τεχνολογία, τη βιοπληροφορική και τις προσομοιώσεις σύντηξης. Οι ειδικοί θεωρούν ότι το εύρος του υλικού ταιριάζει με το προφίλ ενός υπερυπολογιστικού κέντρου που παρέχει υπηρεσίες σε πολλούς διαφορετικούς οργανισμούς, μεταξύ των οποίων και φορείς υψηλής στρατηγικής σημασίας.
Σύμφωνα με τον ερευνητή Marc Hofer, ο φερόμενος ως δράστης ισχυρίστηκε ότι απέκτησε πρόσβαση μέσω παραβιασμένου domain VPN και στη συνέχεια εγκατέστησε botnet, δηλαδή δίκτυο αυτοματοποιημένων προγραμμάτων, για να εξαγάγει σταδιακά τα δεδομένα σε διάστημα περίπου έξι μηνών. Η μέθοδος αυτή, όπως σημειώνει ο Dakota Cary της SentinelOne, δεν θεωρείται τεχνικά πρωτοφανής, αλλά βασίστηκε στην αρχιτεκτονική του συστήματος και στη διασπορά της μεταφοράς των δεδομένων, ώστε να μειωθούν οι πιθανότητες εντοπισμού.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ο πραγματικός επιχειρησιακός και πληροφοριακός πλούτος μιας τέτοιας διαρροής είναι τόσο μεγάλος, ώστε μόνο κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών ή αντίστοιχοι μηχανισμοί θα μπορούσαν να τον αξιοποιήσουν πλήρως. Η υπόθεση αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για τα χρόνια προβλήματα κυβερνοασφάλειας στην Κίνα, σε μια περίοδο κατά την οποία το Πεκίνο επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο του στην τεχνολογία αιχμής και στην τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα, αναδεικνύει ότι η ασφάλεια κρίσιμων υποδομών παραμένει κομβικός παράγοντας εθνικής ισχύος και στρατηγικής ανθεκτικότητας.
