Στον καιρό της αντιμνημονιακής υστερίας ο ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε απαξιωτικά προς τους πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες, που κατάλαβαν νωρίς αυτό που δεν είχε καταλάβει η ανερμάτιστη Αριστερά (το κατάλαβε εμπράκτως ο Τσίπρας και οδυνηρά η χώρα).
Ότι δηλαδή δεν υπήρχε εναλλακτική λύση εκτός μνημονίων. Κάποιοι εξ αυτών, όπως ο Γιώργος Νταλάρας που προσπάθησε σε έμπρακτη ένδειξη αλληλεγγύης στον λαό με δωρεάν συναυλίες, αντιμετωπίστηκαν με μέγιστη εχθρότητα, βρισιές και χειροδικίες.
Παρόμοιες βρισιές αντιμετώπισε και η Αλκηστις Πρωτοψάλτη τις ημέρες της καραντίνας, όταν με πρωτοβουλία του δημάρχου Αθηναίων Μπακογιάννη, προσπάθησε να διασκεδάσει τον κόσμο στις γειτονιές. Ο ΣΥΡΙΖΑ έβγαλε ανακοίνωση κατά της κυβέρνησης και του δημάρχου, γιατί δήθεν συνωστίστηκε ο Μητσοτάκης με το επιτελείο του Μαξίμου, βγαίνοντας στο πεζοδρόμιο να χειροκροτήσουν την καλλιτέχνιδα.
Στην ίδια όμως το κόμμα δεν έκανε καμία αναφορά. Έδωσε γραμμή στα troll στα social media να την ανασκολοπίσουν ηθικά, ως συμμετέχουσα στην κυβερνητική παράσταση δημοσίων σχέσεων και απαξιωτικά για στενές σχέσεις με την οικογένεια Μητσοτάκη.
Παρόμοιες επιθέσεις δέχτηκαν και πνευματικοί άνθρωποι, όπως δύο εξέχοντες: Ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος και η ποιήτρια Κική Δημουλά. Έκαναν το μέγα έγκλημα να ταχθούν υπέρ του ΝΑΙ στο γελοίο δημοψήφισμα Τσίπρα.
Αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ φέρθηκε έξυπνα. Δεν επιτέθηκε ως κόμμα σε όλους τους ανωτέρω. Αυτό το ανέλαβαν οι εν διατεταγμένη υπηρεσία οπαδοί του στο διαδίκτυο με κατηγορίες που άγγιζαν τα όρια του εμέσματος.
Το ΠΑΣΟΚ έχει, και είχε και τότε, ισχνή παρουσία στις νέες μορφές επικοινωνίας. Αυτό συνάδει και με το προφίλ των ψηφοφόρων του. Και να υπήρχαν στα social media, ήταν αρκετά μετριοπαθείς και λελογισμένοι, έτσι που καμία σχέση δεν είχαν με το αφρισμένο λεφούσι του ΣΥΡΙΖΑ. Και στα κοινωνικά δίκτυα ακούγονται όσοι κραυγάζουν.
Αντιθέτως με τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ με μια αλλόκοτη ενέργεια, επιτέθηκε στην συγγραφέα Σώτη Τριανταφύλλου, και μάλιστα σε ανώτατο επίπεδο, αφού την ανάρτηση του στελέχους του ΠΑΣΟΚ Μαρινίκης Οικονόμου, θεώρησε έξυπνο να τη αναπαραγάγει ο πρόεδρος του κόμματος Νίκος Ανδρουλάκης.
Η κα. Τριανταφύλλου σε τηλεοπτική εκπομπή στο One είχε δηλώσει μεταξύ άλλων, ότι η διαφορά της χώρας μας με τις υπόλοιπες είναι ότι δεν αναγνωρίζουμε πως κάτι είναι έγκλημα. Δεν υπάρχει κανένα ηθικό έρεισμα. Η ιστορία της Ελλάδας είναι μια ιστορία αδιαφάνειας και αδικιών. Έχουμε γαλουχηθεί στην ατιμωρησία, τη μη λογοδοσία.
Και στην συνέχεια πρόσθεσε ότι «το ΠΑΣΟΚ ως κόμμα, πιθανότατα και η υπόλοιπη Αριστερά, δεν δικαιούται να ομιλεί με ηθικούς όρους, που επί 20 χρόνια έκανε ό,τι έκανε. Το ακούω ότι έχουν ακουστεί πολλά και για την οικογένεια Μητσοτάκη, όχι για τον ίδιο, σε επίπεδο φημολογίας».
Ταπεινή μας γνώμη είναι ότι έχει εν μέρει άδικο η συγγραφέας. Όπως αναγνωρίζει ότι για τον Μητσοτάκη δεν έχει ακουστεί τίποτα προσωπικό, το ίδιο θα έπρεπε να αναγνωρίσει και για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Επίσης, το ΠΑΣΟΚ είναι εκλεγμένο κοινοβουλευτικό κόμμα, αξιωματική αντιπολίτευση, και «δικαιούται δια να ομιλεί», όπως θα έλεγε και ο μακαρίτης Μένιος Κουτσόγιωργας.
Άλλωστε μην κοροϊδευόμαστε. Η διαφθορά που υπήρξε επί ΠΑΣΟΚ, ως αποτέλεσμα της άφθονης ροής κρουνών κοινοτικού χρήματος, είχε την αμέριστη αποδοχή και συμμετοχή του λαού πασών των κομματικών αποχρώσεων, γι αυτό το ΠΑΣΟΚ δεν πολυέκανε διακρίσεις. Άλλωστε το σημερινό ΠΑΣΟΚ δείχνει κάπως αποκαθαρμένο από εκείνη την περίοδο, και δεν υποχρεούται η ηγεσία του να βαρύνεται από τα προπατορικά αμαρτήματα.
Από την άλλη αυτό δεν σημαίνει ότι η σημερινή ηγεσία είναι αμώμου συλλήψεως. Ο Νίκος Ανδρουλάκης και οι φίλοι του που κατακλύζουν τα τηλεοπτικά πάνελ, θα μπορούσαν να είναι πιο μετριοπαθείς στις εκφράσεις τους όταν καταγγέλλουν τη διαφθορά ως Ροβεσπιέροι. Προς το συμφέρον τους, για να είναι πιο πιστευτοί.
Πέραν αυτών, ουδεμία δικαιολογία υπάρχει να ξεκινά επώνυμη διαμάχη με έναν συγγραφέα επειδή εξέφρασε την προσωπική του γνώμη. Ουδεμία δικαιολογία υπάρχει ακόμη και για επώνυμη κριτική σε δημοσιογράφο, όταν αυτός αρκείται σε πολιτικό σχολιασμό, και δεν λειτουργεί ως ρεπόρτερ που κάνει αποκάλυψη εις βάρος του κόμματος.
Ειδικά το ΠΑΣΟΚ, που διαχρονικά ήταν το πιο ανεκτικό κόμμα στην κριτική, ακόμη και στην πολεμική εναντίον του. Η μόνη καλύτερη - του ΠΑΣΟΚ - περίπτωση στην ανεκτικότητα κριτικής, ανάγεται στη μακρινή δεκαετία των 70s και αφορά το «ΚΚΕ εσωτερικού».
Δεν είπε κάτι παράλογο ή αγενές η κα. Θεοδώρου. Υπεραμύνθηκε του δικαιώματος του ΠΑΣΟΚ στην κριτική της κυβέρνησης ενώ διερωτήθηκε από πότε η ηθική είναι προνόμιο συγκεκριμένων και «αλάθητων». Και επανέλαβε την σεχταριστική μεγαλοστομία του ΠΑΣΟΚ ότι δικαιούται στην κριτική «τώρα που η διαφθορά» απλώνεται παντού».
Το πρόβλημα είναι οτι την ανήρτησε και ο πρόεδρος του κόμματος, ενώ η συγγραφέας δεν είναι πολιτικό στέλεχος. Δικαιούται στην έκφραση της άποψής της χωρίς να αιωρείται επάνω της η δαμόκλειος σπάθη όποιου κόμματος, και δη του αρχηγού του.
Τα ισχνά ποσοστά όμως είναι κακός σύμβουλος. Οδηγούν σε άσκοπες διαμάχες και στον μεγαλόστομο σεχταρισμό, όπως περί της «διαφθοράς που απλώνεται παντού». Την ίδια εκφραστική μετέρχεται και ο ΣΥΡΙΖΑ σε ανακοινώσεις, δηλώσεις και ομιλίες. Τα … πειστικά αποτελέσματα φαίνονται στις δημοσκοπήσεις.
