Ιστορική στιγμή, χαρακτηρίζει ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος την υπογραφή κοινής διακήρυξης ανάμεσα στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον Πάπα Λέοντα ΙΔ', στην Κωνσταντινούπολη.
Σε συνέντευξή του στο Liberal, ο επίσκοπος Μεσσηνίας εξηγεί ότι οι προκαθήμενοι των δύο Εκκλησιών στέλνουν μήνυμα, ειρήνης, συνεργασίας και καταλλαγής, σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη εποχή εξαιτίας των εντάσεων και των πολέμων που επικρατούν στον πλανήτη.
Παράλληλα, ο κ. Χρυσόστομος εκτιμά πως η δήλωση περί κοινού εορτασμού του Πάσχα «αποτελεί ένα σημείο ενότητας» και πως «αυτά τα οποία είπαν και συνυπέγραψαν οι δύο προκαθήμενοι δεν είναι θέματα καιρικά, στιγμιαία· είναι πανανθρώπινες αρχές και αξίες, που πάντα έχουν τη δική τους σημασία και τη δική τους επικαιρότητα».
Εξάλλου, τονίζει πως ο διάλογος ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. «Πρέπει να συνεχιστεί και θα συνεχιστεί, και οι καρποί της θα φαίνονται μέσα στην πορεία του χρόνου», αναφέρει.
Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο
Σεβασμιότατε, πώς ερμηνεύετε εσείς την κοινή διακήρυξη που εξέδωσαν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Πάπας Λέων ο ΙΔ’ για την ενότητα των Χριστιανών και για το κοινό Πάσχα, 1.700 χρόνια μετά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας; Πρόκειται, κατά τη γνώμη σας, για ένα συμβολικό γεγονός ή είναι πράγματι μια ιστορική στιγμή;
Νομίζω ότι σε αυτή τη δήλωση αποτυπώνεται η ουσία, η σημασία και η σπουδαιότητα αυτής της συναντήσεως που έγινε αυτές τις μέρες στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν το μήνυμα το οποίο έστειλαν οι δύο προκαθήμενοι προς τον κόσμο, ότι πρέπει να επικρατήσει η ειρήνη, η συνεργασία, η καταλλαγή, η συναλληλία και, επιπλέον, θα πρέπει να επικρατήσει η αλήθεια, η οποία πάντα οικοδομεί προς το αγαθό.
Η δήλωση περί κοινού εορτασμού του Πάσχα είναι μια δήλωση η οποία αποτελεί ένα σημείο της ενότητας. Δεν οδηγεί στην ένωση· είναι ένα σημείο ενότητας των Εκκλησιών.
Γι’ αυτό και αυτή ακριβώς η προτροπή έχει τη δική της σημασία και το δικό της ουσιαστικό περιεχόμενο. Νομίζω ότι οι θέσεις τις οποίες συνυπέγραψαν οι δύο προκαθήμενοι σε αυτή τη δήλωση είναι αυτό που πρέπει να καταλάβουν οι ισχυροί της γης και να εφαρμόσουν, ώστε να εκλείψουν από την ανθρωπότητα οι πόλεμοι, οι διχοστασίες, ο θάνατος, η καταστροφή και, πάνω απ’ όλα, για να αποφευχθεί ένας θρησκευτικός πόλεμος. Θα πρέπει να ακούσουν τη φωνή και να ενστερνιστούν αυτά τα οποία οι δύο προκαθήμενοι συνυπέγραψαν.
Πολλοί θα ρωτήσουν, Σεβασμιότατε, «γιατί τώρα και όχι πιο πριν;» Τι είναι αυτό που, κατά την κρίση σας, ωρίμασε εκκλησιαστικά, θεολογικά ή και γεωπολιτικά, ώστε να καταστεί εφικτή μια τέτοια κοινή δήλωση;
Κατ’αρχάς, πάντα η επίσκεψη του Πάπα στην Κωνσταντινούπολη είχε ένα ιδιαίτερο γεγονός που τη χαρακτήριζε: ήταν η υπογραφή ή η συνυπογραφή μιας κοινής δηλώσεως μεταξύ των προκαθημένων. Αυτό έγινε και με τον Βενέδικτο, αυτό έγινε και με τον Πάπα Ιωάννη Παύλο τον Β, αυτό έγινε και με τον Φραγκίσκο.
Γιατί τώρα; Διότι ο νέος Πάπας εξελέγη λίγους μήνες πριν. Όλη αυτή η συνάντηση είχε προγραμματιστεί, για να γίνει επί Πάπα Φραγκίσκου. Όμως η ασθένεια του Πάπα και, στη συνέχεια, ο θάνατός του πήγαν τα θέματα πάρα πολύ πίσω.
Αυτά τα οποία είπαν και συνυπέγραψαν οι δύο προκαθήμενοι δεν είναι θέματα καιρικά, στιγμιαία· είναι πανανθρώπινες αρχές και αξίες, που πάντα έχουν τη δική τους σημασία και τη δική τους επικαιρότητα.
Και το ότι τα συνυπογράφουν τώρα, που έχει φτάσει στο απόγειο η ρήξη μεταξύ ομοδόξων, ετεροδόξων κρατών και λαών, και υπάρχουν πάρα πολύ βαθιές και ουσιαστικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις, νομίζω ότι επιβεβαιώνει πως δεν έχει χαθεί η επικαιρότητα αυτών των αρχών και των αξιών, αλλά, μάλλον, επιβεβαιώνεται η διαχρονία τους.
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και να παραβλέπουμε όλοι ότι, μετά το ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη, στην Άγκυρα και γενικότερα στην Τουρκία, ο Πάπας θα πάει στον Λίβανο, που ξέρετε ότι είναι μια ευαίσθητη περιοχή, πολυθρησκευτική, πολυπολιτισμική, και εκεί πάει πάλι να κάνει μια πορεία ειρήνης και ένα διάγγελμα ειρήνης.
Εάν επιχειρούσατε να περιγράψετε αυτό που λέμε «την επόμενη μέρα», μετά από αυτό το ιστορικό προσκύνημα και αυτή την κοινή διακήρυξη, ποιο θα λέγατε ότι είναι το ρεαλιστικό διακύβευμα για τις σχέσεις Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών; Επειδή κάνατε λόγο για «σημείο ενότητας», μπορούμε να μιλήσουμε για σταδιακή άρση ιστορικών φορτίων και προκαταλήψεων ή διαβλέπετε, έστω σε βάθος χρόνου, κάποιες προϋποθέσεις για μια ουσιαστική προσέγγιση, ακόμα και στο θέμα του Σχίσματος του 1054;
Οι σχέσεις των Ορθοδόξων με τους Ρωμαιοκαθολικούς, ουσιαστικά, στον 20ό αιώνα ξεκίνησαν από το 1964 και εξής. Από τότε υπάρχει μια πορεία δυναμική. Μια πορεία, η οποία βαίνει κάθε τόσο επί τα βελτίω και, μέσα κυρίως από τον θεολογικό διάλογο, προσπαθούμε από το 1980 μέχρι και σήμερα να επιλύσουμε θέματα τα οποία και ενώνουν, αλλά και χωρίζουν τις δύο Εκκλησίες.
Αυτή η διαδικασία δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Πρέπει να συνεχιστεί και θα συνεχιστεί, και οι καρποί της θα φαίνονται μέσα στην πορεία του χρόνου. Παράλληλα, όμως, αυτό δεν εμποδίζει να αναπτυχθούν και άλλες μορφές συνεργασίας και άλλες μορφές διαλόγου, που θα έχουν να κάνουν, πρώτον, με τον ρόλο των Εκκλησιών μέσα στον κόσμο και, δεύτερον, με το να ευαισθητοποιήσουν και πολιτικά και θρησκευτικά πρόσωπα, ώστε να υπάρξει μια πανθρησκειακή συνάντηση, μέσα από την οποία θα καταγραφεί μια Χάρτα αυτών των αξιών. Και αυτή θα είναι πλέον μια πρόκληση για τους ισχυρούς της γης, ως προς το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την παγκόσμια κοινότητα.
Πώς πιστεύετε εσείς ότι θα υποδεχθούν αυτό το κάλεσμα ενότητας οι λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες, ιδίως εκείνες που διατηρούν επιφυλάξεις απέναντι στον θεολογικό διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία;
Σήμερα, κύριε Παναγόπουλε, καμία Εκκλησία δεν εκφράζει επιφύλαξη για τη συνέχιση και την πραγματοποίηση του θεολογικού διαλόγου. Όσες Εκκλησίες διαφοροποιούνται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, από την Εκκλησία της Ελλάδος, της Κύπρου και της Αλεξανδρείας, είναι Εκκλησίες οι οποίες εξυπηρετούν γεωπολιτικές σκοπιμότητες και δεν ενεργούν με βάση εκκλησιολογικά ή θεολογικά κριτήρια.
Οπότε δεν ξέρω ποιος θα έχει την τόλμη, εκ των λοιπών προκαθημένων, να βγει και να πει ότι αυτή η συνυπογραφή του κειμένου της κοινής δηλώσεως δεν είναι αποδεκτή από την Εκκλησία του. Δεν νομίζω ότι θα γίνει κάτι τέτοιο.
Ως Μητροπολίτης μιας ζώσας ελληνικής επαρχίας, της Μεσσηνίας, πώς μπορεί, κατά τη γνώμη σας, να μεταφραστεί στη ζωή των πιστών αυτό το μήνυμα ενότητας που έρχεται αυτές τις μέρες από την Κωνσταντινούπολη;
Ακούστε, η Εκκλησία – και προπαντός η Ορθόδοξη Εκκλησία – καθημερινά, στο κήρυγμά της και τη διδασκαλία της, υποδεικνύει έναν τρόπο, αυτόν τον οποίο υπέδειξε ο ίδιος ο Χριστός, για να μπορέσει να επικρατήσει στον κόσμο η ειρήνη, η καταλλαγή, η συνεργασία, η ευημερία και η ανάπτυξη. Θα πρέπει όλοι να ενστερνιστούμε το μήνυμα της αγάπης του Χριστού.
Μιας αγάπης που δεν είναι απλώς ένας συναισθηματισμός, όπως μπορεί να αγαπιούνται δύο άνθρωποι ερωτευμένοι ή δύο φίλοι μεταξύ τους, αλλά αγάπης που έχει τη δυναμική της θυσίας, της προσφοράς και του σεβασμού του άλλου. Εάν δεν μάθουμε να αγαπούμε τον άλλον και να επιβεβαιώνουμε μέσα από την αγάπη μας τον σεβασμό μας προς αυτόν, τότε, όποια μορφή αγάπης κι αν εκδηλώνουμε, δεν θα είναι η σωστή αγάπη.
* Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Γ΄ είναι θεολόγος, πανεπιστημιακός και επίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Υπηρετεί ως μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας από τον Μάρτιο του 2007. Είναι τακτικός καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2023 ήταν εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος στον διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.
