Σε μια συγκυρία όπου η Μέση Ανατολή μετατρέπεται εκ νέου σε επίκεντρο παγκόσμιας αστάθειας, η αντιπαράθεση Ισραήλ–Ιράν δεν μπορεί πλέον να διαβαστεί ως ακόμη ένα επεισόδιο περιφερειακής έντασης. Η άμεση αμερικανική εμπλοκή, η πίεση στις ενεργειακές και ναυτιλιακές οδούς, η αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον του ιρανικού καθεστώτος και η δοκιμασία των κανόνων του διεθνούς δικαίου συνθέτουν ένα σκηνικό με χαρακτηριστικά ευρύτερης συστημικής κρίσης.
Το Liberal.gr συζητά με τον Αναπληρωτή Καθηγητή Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου του ΑΠΘ, Μιλτιάδη Σαρηγιαννίδη, για τα νομικά, στρατηγικά και γεωπολιτικά διακυβεύματα της σύγκρουσης, για τον ρόλο των ΗΠΑ και της Τουρκίας, αλλά και για το πώς οφείλει να τοποθετηθεί η Ελλάδα σε μια περίοδο όπου η γεωγραφία επιστρέφει βίαια στο κέντρο της πολιτικής.
Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο
Κύριε Σαρηγιαννίδη, μετά την ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση Ισραήλ–Ιράν και την άμεση αμερικανική εμπλοκή, βρισκόμαστε πλέον μπροστά σε έναν νέο τύπο περιφερειακού πολέμου που υπερβαίνει τα μέχρι τώρα «proxy fronts»; Πώς αλλάζει αυτό τη νομική και στρατηγική εικόνα της Μέσης Ανατολής;
Η σύρραξη του περασμένου Ιουνίου μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ και του Ιράν μας προϊδέασε για την επερχόμενη σύρραξη, η οποία υπερκεράζει το μοτίβο της αντιπαράθεσης με τους πληρεξούσιους (proxies), καθώς το Ισραήλ έχει επιτύχει σε μεγάλο βαθμό να αποστερήσει από το Ιράν την πρόσβαση στα πολιτικοστρατιωτικά ενεργούμενά του στην περιοχή. Απομένει το ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο, ενώ παράλληλα οι Χούθι παραμένουν ένα σιωπηλό ερωτηματικό. Δεν αποκλείεται πάντως, οι υεμενίτες φανατικοί να προετοιμάζονται διατηρώντας το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, ειδικά στην περίπτωση που η Τεχεράνη αποφασίσει να διευρύνει το πεδίο των επιχειρήσεων στην Ερυθρά Θάλασσα και στη ράχη των μοναρχιών της σαουδαραβικής χερσονήσου.
Ασφαλώς και η τρέχουσα κατάσταση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια περιφερειακή ένοπλη σύρραξη, υπό προϋποθέσεις που εξαρτώνται από την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και την στοχοθεσία ΗΠΑ και Ισραήλ, και από την επιλογή του ιρανικού καθεστώτος να προκαλέσει τη διάχυση της σύρραξης γύρω από τον Περσικό Κόλπο και πέρα από αυτόν ως τις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, δηλαδή, να εξελιχθεί η παρούσα ένοπλη σύρραξη σε περιφερειακή, που θα περιλαμβάνει περισσότερα εμπόλεμα κράτη, και ενδεχομένως θα απαιτεί χερσαίες επιχειρήσεις, έστω και περιορισμένες, θα πρέπει, πρώτον οι στρατιωτικές επιχειρήσεις να διαρκέσουν περισσότερο χρόνο απ’ όσο διαρρέουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ και δεύτερον να στοχοποιήσει το Ιράν αμάχους και ενεργειακούς πόρους και υποδομές στα γειτονικά κράτη, ώστε να μην αφήσει στις ηγεσίες τους κανένα διπλωματικό περιθώριο να κρατηθούν μακριά από την στρατιωτική εμπλοκή.
Σε κάθε περίπτωση, τα πάντα θα κριθούν από τη δυνατότητα να επιτευχθεί ο σαφής αμερικανικός στόχος, που δεν είναι άλλος από την αλλαγή καθεστώτος. Παρά την αμοιβαιότητα συμφερόντων μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ, οι ΗΠΑ έχουν να προωθήσουν περισσότερα συμφέροντα στην περιοχή. Το Ισραήλ ενδιαφέρεται για την ασφάλειά του, και συνεπώς είναι μάλλον φυσιολογική η επιδίωξή του να εξουδετερώσει όχι μόνο τους πληρεξούσιους της Τεχεράνης αλλά και τις βαλλιστικές ικανότητες και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Ενδεχομένως, και η αλλαγή καθεστώτος να ήταν καλοδεχούμενη εξέλιξη για το Ισραήλ, όμως αυτή η απόφαση ανήκει στην Ουάσιγκτων.
Οι ΗΠΑ μάλλον έδειξαν απροσδόκητη υπομονή στις πολύχρονες διαπραγματεύσεις και την κωλυσιεργία του ιρανικού καθεστώτος σχετικά με τις επιθεωρήσεις των υποδομών του, όπου διεξάγει το πυρηνικό του πρόγραμμα για τον εμπλουτισμό ουρανίου. Και η Ουάσιγκτον δεν θα μπορούσε να διακινδυνεύσει την απόκτηση πυρηνικού όπλου από το μη-συνεργάσιμο και καθ’ όλα εχθρικό καθεστώς της Τεχεράνης.
Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ δεν θα ήθελαν απέναντί τους μια «Βόρεια Κορέα» στη Μέση Ανατολή, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα μετέτρεπε τα κράτη του Κόλπου σε δορυφόρους του Ιράν και θα αποδυνάμωνε σημαντικά την αμερικανική επιρροή στην περιοχή. Σε ένα τέτοιο, διόλου απίθανο σενάριο, οι ενεργειακοί πόροι της Μέσης Ανατολής θα μετατρέπονταν με τη μεσολάβηση του Ιράν σε προνομιακό πεδίο εκμετάλλευσης για τους BRICS, και η περιοχή θα εξελισσόταν σε ένα θερμοκήπιο ισλαμικής ριζοσπαστικοποίησης.
Επομένως, ανεξάρτητα από τον ένοικο του Οβάλ Γραφείου, ήταν δεδομένο πως κάποια στιγμή θα φθάναμε και στη χρήση ένοπλης βίας, εφόσον το Ιράν συνέχιζε το πυρηνικό του πρόγραμμα και επέμενε στον εμπλουτισμό ουρανίου για την κατασκευή πυρηνικού όπλου.
Απλά, η ρητορική του Αμερικανού Προέδρου, η στρατηγική ασάφεια και η διπλωματική διγλωσσία με την οποία αντιμετωπίζει την κατάσταση, δημιουργούν την εντύπωση πως κάποιος άλλος στη θέση του δεν θα προσέφευγε στον ένοπλο εξαναγκασμό του Ιράν. Ωστόσο, αν πράγματι το Ιράν βρισκόταν/βρίσκεται κοντά στην κατασκευή πυρηνικού όπλου, τα περιθώρια για αποτελεσματική διπλωματική προσέγγιση με αυτό το καθεστώς στην Τεχεράνη, είχαν πλέον εξαντληθεί.
Βέβαια, η απόφαση των ΗΠΑ για τη χρήση στρατιωτικών μέσων σε βάρος του Ιράν δεν έχει να κάνει μόνο με την πρόοδο του ιρανικού προγράμματος εμπλουτισμού του ουρανίου.
Για την Ουάσιγκτον, πλέον είναι σημαντική και η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη. Μια μεταβατική κυβέρνηση μετριοπαθών στην Τεχεράνη που θα εγγυόταν τη συμμόρφωση με τη διεθνή νομιμότητα, τη συνεργασία με τις ΗΠΑ και την απομάκρυνση από την επιρροή της Κίνας και της Ρωσίας, θα ενίσχυε τα σχέδια των ΗΠΑ στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ και την επιτυχία του εγχειρήματος για τον μεσανατολικό διάδρομο που θα συνδέει την Ινδία και τη Μεσόγειο.
Επιπλέον, η επιρροή των ΗΠΑ στο Ιράν θα απέκοπτε την Κίνα από έναν σημαντικό προμηθευτή πετρελαίου, ενώ η Ρωσία θα έχανε έναν προμηθευτή βαλλιστικών πυραύλων και μη-επανδρωμένων αεροχημάτων που χρησιμοποιεί αδιάκριτα σε βάρος στόχων στο έδαφος της Ουκρανίας. Επομένως, τα ζητούμενα για τις ΗΠΑ συνδέονται άρρηκτα και με τα γεωπολιτικά συμφέροντά τους στην περιοχή και τον ανταγωνισμό με την Κίνα στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.
Φυσικά, αυτό είναι το σχετικά καλό σενάριο, που βασίζεται σε μια ομαλή φιλοδυτική πολιτική μετάβαση, ακόμη και με πολιτικές προσωπικότητες που έχουν ρόλο στην τρέχουσα ιρανική πολιτική σκηνή, και την υιοθέτηση πολιτικών που θα ικανοποιούσαν και τα αιτήματα του ιρανικού λαού.
Αν ο ιρανικός λαός δεν κατέβει μαζικά στους δρόμους, με την υποστήριξη μέρους τουλάχιστον του ιρανικού στρατού, η εκρίζωση του ιεραρχικής διοικητικής δομής που συγκροτούν οι μουλάδες και οι Φρουροί της Επανάστασης, ουσιαστικά το βαθύ κράτος του Ιράν, είναι σίγουρα ανέφικτη μόνο με τη διενέργεια πυραυλικών χτυπημάτων και αεροπορικών βομβαρδισμών. Όμως, σε περίπτωση που δεν επικρατήσει η πολιτική μετριοπάθεια και μια μεταβατική διαδικασία διακυβέρνησης, τότε το ενδεχόμενο ενός εμφυλίου με διαστάσεις εθνοτικές και θρησκευτικές, θα μπορούσε να οδηγήσει σε τραγικές συνέπειες τη χώρα και την περιοχή, ανάλογες με εκείνες της επέμβασης στο Ιράκ το 2003.
Εξυπακούεται, βέβαια, πως οι υποθέσεις εργασίας έχουν νόημα μόνο εφόσον οι ΗΠΑ έχουν σχέδιο για την επόμενη ημέρα στο Ιράν και φυσικά στρατηγική εξόδου από τη σύρραξη.

Η Ουάσιγκτον ανεβάζει περαιτέρω τους τόνους, με τον Ντόναλντ Τραμπ να μιλά για «άνευ όρων παράδοση» του Ιράν. Από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου, τέτοιου είδους δημόσιες διατυπώσεις αποτελούν απλή πολεμική ρητορική ή σηματοδοτούν μετατόπιση προς λογική επιβολής πολιτικής αλλαγής καθεστώτος;
Η σχέση Τράμπ και διεθνούς δικαίου είναι εξόχως προβληματική, ήδη από την ομιλία που εκφώνησε την πρώτη ημέρα της ανάληψης των καθηκόντων του. Ο Αμερικανός Πρόεδρος είναι ένας άνθρωπος της αγοράς και όχι της πολιτικής, και συνεπώς η προσέγγισή του είναι καθαρά συναλλακτική, και καθόλου κανονιστική.
Προφανώς, θεωρεί πως οι κανόνες της αγοράς μπορούν και πρέπει να εφαρμοστούν στην πολιτική καθημερινότητα, είτε αυτή αφορά στο εσωτερικό των ΗΠΑ είτε στη διεθνή πολιτική. Επομένως, δεν εκπλήσσουν οι αγοραίες διατυπώσεις που χρησιμοποιεί εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο και φυσικά η περιφρόνηση που δείχνει απέναντι στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, την πολυμερή διπλωματία και τους διεθνείς θεσμούς, ενώ την ίδια στιγμή επικαλείται, αν δεν καυχιέται κιόλας, την προσωπική ηθική του.
Ούτε και είναι πολύ μακρινή η εποχή που ο Τζώρτζ Μπους (ο νεότερος) απαξίωνε την κανονιστικότητα του διεθνούς δικαίου ενόψει της αμερικανοβρετανικής στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράκ.
Φυσικά, δεν είναι μόνο πρόεδροι των ΗΠΑ που έμμεσα ή πιο ωμά δείχνουν την περιφρόνησή τους απέναντι στους κανόνες. Άλλωστε, ηγεσίες και άλλων κρατών το κάνουν, περισσότερο ή λιγότερο προσχηματικά.
Το κρίσιμο ζήτημα εδώ, είναι η νοοτροπία της ηγεσίας, που θεωρεί ότι υπερισχύει σε σχέση με την αντίπαλη πλευρά. Με άλλα λόγια, εκείνη η πλευρά που θεωρεί ότι μπορεί να κινητοποιήσει ισχύ και παράλληλα να προϋπολογίσει, ότι έτσι θα επιτύχει τον σκοπό της, παρά το γεγονός ότι θα παραβιάσει κανόνες του διεθνούς δικαίου, πολλές φορές αποδέχεται την παραβίαση της νομιμότητας προσδοκώντας πως η επίκληση της νομιμοποίησης θα της προσφέρει όχι μόνο το πρόσχημα, αλλά κυρίως το επαπειλούμενο μοτίβο συμπεριφοράς που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαμόρφωση νέων κανόνων που την εξυπηρετούν.
Επομένως, και εκείνη η πλευρά που παραβιάζει τους κανόνες, έχει την προσδοκία της τροποποίησής τους, ώστε να δημιουργηθεί μια διεθνής έννομη τάξη που θα εξυπηρετεί πιο αποτελεσματικά τα δικά της συμφέροντα.
Παρόμοια, η γενικότερη προσέγγιση Τράμπ δεν επικεντρώνει στην αδιαφορία για τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά στην à la carte εφαρμογή τους ανάλογα με τα συμφέροντα των ΗΠΑ, φυσικά, όπως η δική του κυβέρνηση τα οριοθετεί. Άλλωστε, κάποια στιγμή θα ακολουθήσουν από το Στέιτ Ντηπάρτμεντ και δηλώσεις που θα συσχετίζουν τη χρήση του ένοπλου εξαναγκασμού σε βάρος του Ιράν με τη διαχρονική άρνηση του καθεστώτος της Τεχεράνης να συμμορφωθεί με όσες υποχρεώσεις είχαν επιτευχθεί διπλωματικά στο παρελθόν αναφορικά με τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματός της και την παραβίαση της Σύμβασης για τη μη Διασπορά των Πυρηνικών.
Σε αυτή την περίπτωση, θα είναι φανερό πως οι ΗΠΑ θα χρειάζονται περισσότερη στήριξη και θα επενδύσουν στο διπλωματικό κεφάλαιο για να απομονώσουν το καθεστώς της Τεχεράνης και να αντιμετωπίσουν την αντιαμερικανική ρητορική σε διεθνείς θεσμούς και οργανισμούς, κυρίως δε στο Συμβούλιο Ασφαλείας και τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.
Συνεπώς, η τρέχουσα ρητορική Τράμπ περί «άνευ όρων παράδοση» δεν είναι τίποτε άλλο από ένα μεγαλόστομο σχήμα λόγου που σκοπό έχει να αναδείξει το μέγεθος της αμερικανικής ισχύος και να προεξοφλήσει τα αδιέξοδα της ιρανικής ηγεσίας, και φυσικά την αντικατάστασή της.

Βλέπουμε επίσης πλήγματα ή απειλές που επηρεάζουν κρίσιμες ενεργειακές και ναυτιλιακές οδούς, από τα Στενά του Ορμούζ έως την Ερυθρά Θάλασσα. Σε ποιο βαθμό η στοχοποίηση ή η έμμεση διατάραξη τέτοιων υποδομών μετατρέπει μια περιφερειακή σύγκρουση σε διεθνή συστημική κρίση με συνέπειες που υπερβαίνουν την περιοχή;
Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή αφορά σε μια ευρεία διεθνοπολιτική εικόνα για την οποία απαιτείται υψηλή στρατηγική και φυσικά συνεκτική και συνεπής πολιτική από τους ενδιαφερόμενους, τόσο εκείνους που επιδιώκουν ένα διαφορετικό μοντέλο σχέσεων όσο και τους περισσότερους που απλά αποδέχονται και αναμένουν τις αλλαγές στηρίζοντάς τες με την ανοχή τους.
Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το δεδομένο, πως πρόκειται για μια περιοχή, όπου σχεδιάζονται και συγκρούονται ανταγωνιστικές σφαίρες επιρροής και ενεργειακοί διάδρομοι και διασταυρώνονται εξίσου ανταγωνιστικές εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι ροές στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα, και η ενεργειακή ασφάλεια που αφορά σε πόρους και σε υποδομές αποτελούν προτεραιότητα για την Ουάσιγκτων στην προσπάθειά της να περιορίσει την οικονομική υπερεπέκταση του Πεκίνου στη λεκάνη του Ινδικού, που δεν περιορίζεται στη Μέση Ανατολή, αλλά περιλαμβάνει και την Ανατολική Αφρική.
Αν η κατάσταση στο Ιράν και τη γύρω περιοχή εξελιχθεί σε μια ευρύτερη περιφερειακή σύρραξη που θα διαρκέσει περισσότερο απ’ όσο επίσημα ανακοινώνεται, τότε ασφαλώς και θα προκληθεί συστημική κρίση με συνέπειες πέρα από τον Περσικό Κόλπο και αναλογίες με την εποχή των πετρελαϊκών κρίσεων.
Άλλωστε, αυτή την προοπτική φαίνεται πως θα επιδιώξει το καθεστώς της Τεχεράνης. Θεωρητικά, αυτό το καθεστώς είναι προετοιμασμένο και προσανατολισμένο σε μια σύρραξη φθοράς που θα διαρκέσει καιρό και θα ανεβάσει σε μη-διαχειρίσιμο επίπεδο το πολιτικό και οικονομικό κόστος για όσους αποδέχονται σιωπηρά την αμερικανική επέμβαση, αλλά και δευτερευόντως και για τις ΗΠΑ. Άρα, η ανθεκτικότητα του Ιράν, και αντίστροφα η αποτελεσματικότητα των ΗΠΑ και του Ισραήλ θα κρίνουν τελικά, αν μεταπέσουμε σε μια συστημική κρίση.
Σε αυτή την περίπτωση, η αναστάτωση στα χρηματιστήρια, οι καθυστερήσεις και διακοπές στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και τη ναυτιλία, η απώλεια ενεργειακών πόρων, οι ενδεχόμενες εντάσεις στις μεταναστευτικές ροές και η πιθανότητα τρομοκρατικών επιθέσεων είτε μεμονωμένα είτε οργανωμένα, θα συνθέσουν ένα δυστοπικό σενάριο, όπου όλοι θα βρεθούν χαμένοι, ειδικά τα κράτη που είναι περισσότερο ευάλωτα στις παραπάνω απειλές.

Μετά και τη διάχυση της περιφερειακής σύγκρουσης προς τον άξονα Συρίας–Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και το περιστατικό με ιρανικό πύραυλο που, σύμφωνα με τουρκικές αναφορές, εισήλθε στον τουρκικό εναέριο χώρο, πώς επηρεάζεται η θέση της Τουρκίας απέναντι στο Ισραήλ; Μπορεί η Άγκυρα να συνεχίσει να ισορροπεί ανάμεσα στη ρητορική καταγγελίας, τη νατοϊκή της ιδιότητα και στην ανάγκη να αποτρέψει μια γενικευμένη ανάφλεξη στην περιοχή;
Η Τουρκία ζει την «ημέρα της μαρμότας», καθώς παρόμοιες προκλήσεις αντιμετώπισε το 1991 κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καταιγίδα της Ερήμου», αλλά και το 2003 με την αμερικανοβρετανική επέμβαση στο Ιράκ. Βέβαια, σήμερα η Τουρκία έχει επιτύχει πολύ μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία σε σχέση με το 1991, ή ακόμα και το 2003, όταν δεν επέτρεψε στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν την επικράτειά της για να μεταφερθούν αμερικανικές χερσαίες ένοπλες δυνάμεις και τη βάση στο Ιντσιρλίκ για να βομβαρδίσουν στόχους στην ιρακινή επικράτεια.
Επομένως, η Τουρκία καλείται να ισορροπήσει επιδέξια, προκειμένου να αποφύγει τη διατάραξη των σχέσεών της τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με την Τεχεράνη.
Αν δεν υπάρξει αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, τότε δεν υπάρχουν ζητήματα για την τουρκική εξωτερική πολιτική. Αν όμως υπάρξει αλλαγή καθεστώτος που ενδεχομένως θα ήταν φιλοδυτικό και θα ελεγχόταν από τις ΗΠΑ, τότε η Άγκυρα θα πρέπει να προσπαθήσει πολύ, για να μην υποβαθμιστεί η δική της γεωπολιτική αξία.
Σε αυτή την περίπτωση, ένα φιλοδυτικό Ιράν, ή τουλάχιστον ένα καθεστώς που δεν θα ήταν εχθρικό προς τις ΗΠΑ, αλλά πρόθυμο να συνεργαστεί, θα πρόσφερε μια κρίσιμη περιοχή για την εξασφάλιση των αμερικανικών συμφερόντων, όπως ο διάδρομος IMEC που θα ξεκινά από την Ινδία και θα καταλήγει στο λιμάνι της Χάιφα. Αντίστοιχα, ένα φιλοδυτικό ή έστω συνεργάσιμο Ιράν, θα ναρκοθετούσε τον Δρόμο του Μεταξιού, αν δεν τον ανέστειλε κιόλας, στρέφοντας την Κίνα οριστικά προς την Ανατολική Αφρική.
Με άλλα λόγια, η γεωπολιτική αναβάθμιση του Ιράν θα λειτουργήσει αντιστρόφως ανάλογα για την Τουρκία, η οποία ενδεχομένως θα επιχειρήσει να αντισταθμίσει μια τέτοια εξέλιξη με τη συμμετοχή της σε πρωτοβουλίες και θεσμικά σχήματα που ανήκουν στους BRICS και τον Παγκόσμιο Νότο. Άλλωστε, ο αντιαμερικανισμός στην Τουρκία είναι διαδεδομένος, και επομένως ενδεχόμενες εναλλακτικές επιλογές της τουρκικής ηγεσίας θα ωφελήσουν πολιτικά τον Πρόεδρο Ερντογάν ενόψει των εκλογών.
Τέλος, αν μια νέα ιρανική ηγεσία αποκαταστήσει και τις σχέσεις με το Ισραήλ, τότε η Τουρκία ίσως επιδιώξει να καταλάβει το κενό που θα αφήσει το Ιράν στον χώρο του Ισλάμ, στην προσπάθειά της τόσο να αναδειχθεί σε χώρα ηγέτιδα στον ισλαμικό κόσμο όσο και να δημιουργήσει ευρασιατικά στηρίγματα για να συγκροτήσει ένα άξονα κατά του Ισραήλ και να αποτρέψει την εξομάλυνση των σχέσεων των αραβικών κρατών με το τελευταίο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ποια θα μπορούσε να είναι μια ρεαλιστική οδός αποκλιμάκωσης; Μπορεί να υπάρξει διπλωματική έξοδος όσο οι επιχειρήσεις επεκτείνονται και η ρητορική σκληραίνει, ή έχουμε ήδη περάσει σε φάση όπου η διπλωματία απλώς ακολουθεί τα τετελεσμένα του πεδίου;
Νομίζω ότι είναι πολύ νωρίς για να συζητήσουμε το ενδεχόμενο αποκλιμάκωσης μέσω της διπλωματικής οδού. Αν δεν προκύψει κάποια έκπληξη σε επιχειρησιακό επίπεδο που θα οδηγούσε σε αυτό που ο Πρόεδρος Τράμπ αντιλαμβάνεται ως «παράδοση άνευ όρων», τότε θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για περαιτέρω κλιμάκωση και σκλήρυνση των στόχων και από τις δύο πλευρές. Ασφαλώς και ορισμένοι ηγέτες θα προσπαθήσουν να αποκομίσουν οφέλη αναλαμβάνοντας μονομερώς πρωτοβουλίες μεσολάβησης.
Και είναι περίπου βέβαιο ότι κάτι τέτοιο θα επιδιώξει ο Πρόεδρος Ερντογάν. Ωστόσο, τέτοια διπλωματικά πυροτεχνήματα δεν συνιστούν κινήσεις ουσίας, ειδικά εφόσον οι δύο εμπόλεμες πλευρές βρίσκονται σε τροχιά κλιμάκωσης. Επομένως, η διπλωματία θα ακολουθήσει τα τετελεσμένα στο πεδίο, τα οποία μάλιστα θα μπορούσαν να προκληθούν και με μη-στρατιωτικά μέσα. Δηλαδή, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα μπορούσαν να διακόψουν τις επιχειρήσεις για δύο τρεις ημέρες, ώστε να δώσουν χρόνο στους Ιρανούς και ενδεχομένως τον ιρανικό στρατό να επαναστατήσουν για να ανατρέψουν το βαθύ κράτος, δηλαδή, το ιερατείο των μουλάδων, τις πολιτοφυλακές τους και τους Φρουρούς της Επανάστασης. Και ενδεχομένως, αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γενικευμένης αστάθειας, με την κρίση να επηρεάζει άμεσα τη ναυσιπλοΐα, την Ανατολική Μεσόγειο, την Κύπρο και ευρύτερα τα ευρωπαϊκά συμφέροντα ασφαλείας, ποιος μπορεί και ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος της Ελλάδας; Μπορεί η Αθήνα να λειτουργήσει ως δύναμη σταθερότητας και διπλωματικός κόμβος, χωρίς να βρεθεί εκτεθειμένη στρατηγικά λόγω της γεωγραφικής της θέσης, των συμμαχικών της υποχρεώσεων και της σύνδεσής της με τις θαλάσσιες και ενεργειακές οδούς της περιοχής;
Αρχικά, τόσο για την Ελλάδα όσο και την υπόλοιπη Ευρώπη, θα υπάρξουν επιπτώσεις από τη σύρραξη στο Ιράν. Οι καθυστερήσεις και διακοπές στην εφοδιαστική αλυσίδα οδηγούν πάντα σε άνοδο των τιμών σε βασικά αγαθά και δυστυχώς και σε φαινόμενα αισχροκέρδειας σε βάρος του καταναλωτή. Βέβαια, από την άλλη πλευρά, οι συρράξεις σε περιοχές που υπάρχουν κρίσιμοι ενεργειακοί πόροι και υποδομές, αναδεικνύουν και την στρατηγική σημασία της επίτευξης ενεργειακής αυτονομίας για τη χώρα μας, και φυσικά τη βαρύτητα που διαδραματίζουν εγκαταστάσεις, όπως η Ρεβυθούσα και η Αλεξανδρούπολη. Παρόμοια, και η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ανέδειξε τον σημαντικό ρόλο της Ελλάδας για τη βαλκανική ενδοχώρα σχετικά με την ενεργειακό εφοδιασμό των χωρών της.
Περαιτέρω, δεν πρέπει να αγνοήσουμε τις επιπτώσεις στη ναυτιλία, και ειδικά στα τάνκερ ελληνικών συμφερόντων. Στο πρόσφατο παρελθόν, οι Φρουροί της Επανάστασης είχαν συλλάβει ελληνικά τάνκερ με διάφορα προσχήματα. Οι δε αρνητικές συνέπειες από το ενδεχόμενο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και την στοχοποίηση τάνκερ θα πλήξουν τόσο την ελληνική ναυτιλία όσο και το ελληνικό χρηματιστήριο.
Επομένως, η χώρα μας πρέπει να λειτουργήσει με τέτοιον τρόπο, ώστε να συμβάλει στην σταθερότητα της περιοχής μας και να περιορίσει τις αρνητικές συνέπειες από τη σύρραξη στο Ιράν. Η αποστολή ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο και πλησίον της Βουλγαρίας μετά από αιτήματα των δύο χωρών, δείχνει την ετοιμότητα της χώρας μας και την ικανότητα να συμβάλει άμεσα στην ασφάλεια της περιοχής μας. Παρόμοια, θα έρθει και η στιγμή της ενεργοποίησης της χώρας μας στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και του Συμβουλίου του Διεθνούς Οργανισμού Ναυτιλίας. Η δε επόμενη μέρα, δείχνει και το μέγεθος και τη σημασία των ρόλων που καλείται να αναλάβει η χώρα μας για την ενεργειακή ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο.
* Ο Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου και Αναπληρωτής Κοσμήτορας στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ).
