Αλ. Δεσποτόπουλος: «Κλειδί» η παρέμβαση των ΗΠΑ για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης
Shutterstock
Shutterstock

Αλ. Δεσποτόπουλος: «Κλειδί» η παρέμβαση των ΗΠΑ για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης

Την εκτίμηση ότι η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης είναι προ των πυλών, χάρη στην παρέμβαση του Αμερικανού πρέσβη στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, εκφράζει ο διεθνολόγος, Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, σε συνέντευξή του στο Liberal.

Σύμφωνα με τον κ. Δεσποτόπουλο, το θέμα της επαναλειτουργίας της Χάλκης είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, να «καλοπιάσει» τον Αμερικανό ομόλογό του, Ντόναλντ Τραμπ, σε μια εποχή κατά την οποία η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με αρκετές επικρίσεις ως προς τα ζητήματα των ελευθεριών και των δικαιωμάτων.

«Θα είναι μια καλή χειρονομία, μια επίδειξη καλής θέλησης τόσο προς την Αμερική όσο και προς την Ευρώπη. Θα δείχνει ότι Τουρκία κάνει κάποια μεταρρυθμιστικά βήματα», σημειώνει.

Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο

Κύριε Δεσποτόπουλε, πώς ερμηνεύετε το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα θέτει δημόσια συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα, τον Σεπτέμβριο του 2026, για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης; Πρόκειται για πραγματική δέσμευση της Άγκυρας ή για μια ακόμη διπλωματική «πρόσκληση αισιοδοξίας»;

Το θέμα έχει επανέλθει με δριμύτητα μετά τη δημόσια υπόσχεση του Προέδρου Τραμπ προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, κατά την τελευταία επίσκεψή του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και πιθανολογώ ότι, για να υπάρξει αυτή η δημόσια παρέμβαση του Αμερικανού πρέσβη στην Άγκυρα, έχουν γίνει σχετικές συνεννοήσεις.

Δηλαδή, εκτιμώ ότι, για να υπάρχει αυτή η δημόσια παρέμβαση, έχει προηγηθεί συμφωνία με την Τουρκία. Άρα, πιθανολογώ ότι πράγματι η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής, αυτής της ανώτατης σχολής, είναι προ των πυλών.

Πρόκειται για μια πραγματική δέσμευση από πλευράς της Άγκυρας ή για μία ακόμη, θα το λέγαμε, διπλωματική «πρόσκληση σε αισιοδοξία»; Πώς το βλέπετε εσείς;

Δεν μπορούμε να έχουμε βεβαιότητες. Διότι η αλήθεια είναι ότι ο κ. Ερντογάν έχει ο ίδιος επανειλημμένα επαναφέρει το θέμα της Χάλκης, λέγοντας ότι το αντιμετωπίζουν θετικά, «και γιατί όχι, να το δούμε». Αλλά μέχρι σήμερα δεν έχουμε δει κάποιο απτό αποτέλεσμα. Έχω, όμως, την αίσθηση ότι αυτή τη φορά είμαστε πιο κοντά. Είμαστε κοντά για διάφορους λόγους.

Πρώτα απ’ όλα, θέλει οπωσδήποτε ο Τούρκος Πρόεδρος – επιτρέψτε μου την έκφραση – να καλοπιάσει, να φανεί καλός στον Αμερικανό Πρόεδρο. Θέλει να διατηρήσει την προσωπική σχέση που έχουν, ελπίζοντας ότι αυτή κάποια στιγμή θα επηρεάσει θετικά και τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, οι οποίες δεν είναι στα καλύτερά τους. Έπειτα, θα βοηθήσει την Τουρκία να αποκρούσει κάπως τις διεθνείς πιέσεις ως προς την εικόνα της στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, διότι κατηγορείται για καταπίεση της ελευθερίας του Τύπου, για το γεγονός ότι μετέτρεψε την Αγία Σοφία σε τζαμί, περιορίζοντας και θρησκευτικές ελευθερίες.

Γενικά, θα δώσει ένα σήμα που, κατά τη δική του οπτική, θα απαντά σε όλα αυτά. Θα είναι μια καλή χειρονομία, μια επίδειξη καλής θέλησης τόσο προς την Αμερική όσο και προς την Ευρώπη. Θα δείχνει ότι κάνει κάποια μεταρρυθμιστικά βήματα.

Την ίδια στιγμή, θα εμφανιστεί ως «καλός γείτονας» της Ελλάδας στα μάτια των μελών του Κογκρέσου που εξακολουθούν να ασκούν πιέσεις, που μπλοκάρουν την αγορά των F-35. Τώρα, μπορεί στην πορεία να ζητήσει και κάποιο αντάλλαγμα από την Ελλάδα. Δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι, τουλάχιστον στο εσωτερικό της χώρας του, που να τον εμποδίζει να το κάνει.

Πιάνομαι από αυτή την απάντησή σας, γιατί είδαμε το τελευταίο διάστημα ότι πράγματι το ζήτημα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης επανέρχεται σε υψηλότερο επίπεδο συνομιλιών, ακόμα και στις επαφές του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον Ντόναλντ Τραμπ. Πιστεύετε ότι η επαναλειτουργία της Χάλκης μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης, θα το πούμε, «συμφωνίας πακέτου» ΗΠΑ–Τουρκίας, μαζί με ζητήματα όπως είναι ο ρόλος της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, οι αμυντικές προμήθειες και η στάση της Άγκυρας στη Δημοκρατία αλλά και στη Μέση Ανατολή;

Ο Τραμπ οδεύει – το ξέρουμε πολύ καλά – στο τέλος του χρόνου σε εκλογική αναμέτρηση, στις ενδιάμεσες εκλογές, σωστά; Έτσι. Θέλει λοιπόν οπωσδήποτε οτιδήποτε αυτή τη στιγμή μπορεί να τον ενισχύσει, οτιδήποτε μπορεί να τονώσει το θρησκευτικό του προφίλ, το οποίο προωθεί· κάνει συχνές αναφορές στον Θεό, στον Χριστιανισμό κ.λπ. Σίγουρα θεωρεί ότι αυτό θα τον βοηθήσει. Και, οπωσδήποτε, θέλει να κρατήσει με το μέρος του και την ελληνορθόδοξη κοινότητα, η οποία διατηρεί έναν όχι ευκαταφρόνητο αριθμό ψήφων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Νομίζω ότι εκεί κυρίως αποσκοπεί ο κ. Τραμπ. Έχει βρει ένα θέμα που είναι μάλλον εύκολο για τον κ. Ερντογάν να το περάσει στο εσωτερικό της Τουρκίας – δεν θα έχει ιδιαίτερα προβλήματα, ίσα-ίσα μπορεί να δείξει ότι δίνει λύση σε ιστορικά θέματα και ότι μπορεί, κατά κάποιον τρόπο, να «ελέγξει» και το Πατριαρχείο, χωρίς να το χάνει προς τη Δύση, κατά τη δική του λογική. Και, ταυτόχρονα, να ικανοποιήσει τον Αμερικανό Πρόεδρο, ο οποίος με τη σειρά του μπορεί να γυρίσει και να πει στους Ελληνοαμερικανούς και γενικά στους Ορθόδοξους που είναι ενεργοί στις Ηνωμένες Πολιτείες: «Κοιτάξτε, εγώ σας έλυσα ένα θέμα πολλών ετών, ένα θέμα που εκκρεμεί από το 1971».

Παραδοσιακά, η Άγκυρα – και ιδίως ο Ερντογάν – συνδέει την υπόθεση της Χάλκης με τα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη. Και θέλω να σας ρωτήσω: πόσο ισχυρή παραμένει σήμερα αυτή η, να το πω, λογική της αμοιβαιότητας; Και πού μπορεί να αποδειχθεί παγίδα για την ελληνική πλευρά ως προς τη διαχείριση του ζητήματος;

Η οποία, ας μην το ξεχνάμε, απολαμβάνει πλέον πλήρους φάσματος δικαιωμάτων. Άρα, η Ελλάδα δεν νομίζω ότι θα μπορέσει –ούτε και πρέπει– να αλλάξει μια πάγια πολιτική ετών για να ανοίξει η Θεολογική Σχολή. Από την άλλη, η Τουρκία νομίζω ότι στο συγκεκριμένο θέμα θα πιέζει, πιθανότατα για να κερδίσει και κάτι, αλλά εκτιμώ ότι θα το κάνει ούτως ή άλλως, στη λογική που σας προανέφερα.

Διότι τι λέει η Τουρκία; Λέει: «Ζητάτε να λειτουργήσει η Σχολή της Χάλκης αυτοδιοικούμενη. Αυτό ήταν που την έκλεισε το 1971». Το 1971, επειδή είχαμε τη νέα νομοθεσία στην Τουρκία, η οποία δεν επέτρεπε ιδιωτικά τριτοβάθμια ιδρύματα παρά μόνο υπό τον έλεγχο του τουρκικού κράτους, το Πατριαρχείο δεν το δέχτηκε και έκλεισε η Σχολή. Τώρα η Τουρκία λέει στην Ελλάδα: «Ορίστε, θέλετε αυτοδιοίκητο; Θέλετε να αυτορρυθμίζεστε εσείς τη Σχολή; Αφήστε κι εμάς να αυτορρυθμίσουμε τα του οίκου μας».

Εδώ, όμως, μιλάμε για μια τελείως διαφορετική κατάσταση, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται, δεν πρέπει να συγκρίνεται. Και επίσης, η Τουρκία δεν έχει κανέναν ρόλο, ούτε πρέπει να έχει λόγο, στα εσωτερικά της Ελλάδας. Στην Ελλάδα έχουμε θρησκευτική μειονότητα. Στην Τουρκία έχουμε ελληνική μειονότητα. Αυτό έχουμε υπογράψει και οι δύο και αυτό πρέπει να σεβόμαστε.

Πώς θα επηρεάσει μια πραγματική επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης τη θέση αλλά και τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και συνολικά στον ορθόδοξο κόσμο; Δηλαδή, να το πω απλά: μπορεί η Χάλκη να εξελιχθεί σε ένα εργαλείο ήπιας ισχύος για την Τουρκία αλλά και για την Ελλάδα;

Οτιδήποτε διευρύνει τις δυνατότητες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οπωσδήποτε το ενισχύει. Και αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που οι Τούρκοι μέχρι σήμερα στερούσαν τη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής, διότι μπορεί να ξαναγίνει φάρος των απανταχού Ορθοδόξων. Ξέρετε, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν πια πάρα πολλές θεολογικές σχολές ανά τον κόσμο για ορθόδοξους ιερείς ή, τέλος πάντων, στελέχη της Εκκλησίας· είναι διασκορπισμένες.

Εάν επαναλειτουργήσει η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, θα αποτελέσει μια ανώτατη εκκλησιαστική σχολή, η οποία θα μπορέσει να προσελκύσει στελέχη των ορθόδοξων Εκκλησιών από όλον τον κόσμο. Και αυτό, προφανώς, θα επαναφέρει και θα ενισχύσει την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου, η οποία σήμερα πλήττεται σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι δεν μπορεί θεσμικά να λειτουργήσει μια ανώτατη σχολή, είτε για τα στελέχη του εκεί είτε για ορθόδοξα στελέχη από όλον τον κόσμο.

Από ελληνικής πλευράς, ποια θα πρέπει να είναι η στρατηγική της Αθήνας, με βάση και τη δική σας επιστημονική εμπειρία, σε ό,τι αφορά τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης; Θα πρέπει, για παράδειγμα, η Αθήνα να κρατήσει χαμηλούς τόνους και να αφήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Πατριαρχείο να «τρέξουν» το θέμα; Ή να επιδιώξει έναν πιο ενεργό ρόλο, αναδεικνύοντας διεθνώς τη διάσταση του σεβασμού των δικαιωμάτων του Πατριαρχείου;

Σε αυτό το συγκεκριμένο στάδιο που βρισκόμαστε, και επειδή υπάρχει πλέον έντονη ελπίδα ότι θα επαναλειτουργήσει η Σχολή μέχρι το τέλος του έτους, νομίζω ότι θα είναι σώφρον από πλευράς μας να κρατήσουμε χαμηλούς τόνους. Δεν έχουμε κανέναν λόγο να ανεβάσουμε τη ρητορική. Προφανώς, μπορούμε να συνεχίσουμε διπλωματικά να πιέζουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και οποιονδήποτε άλλο σύμμαχο έχουμε που ασκεί επιρροή στην Τουρκία, όχι μόνο για το συγκεκριμένο ζήτημα αλλά για όλα τα υπόλοιπα θέματα που αφορούν τον Ελληνισμό. Αυτή την περίοδο, όμως, το να έχουμε δημόσιες, αιχμηρές τοποθετήσεις ή μια επιθετική στάση –εντός εισαγωγικών– νομίζω ότι δεν θα βοηθούσε το ζήτημα.

Ως ερευνητής επί των τουρκικών σπουδών, πώς συνδέετε εσείς το ζήτημα της Χάλκης με τη μεγάλη συζήτηση για τον στρατηγικό προσανατολισμό της Τουρκίας; Μπορεί, για παράδειγμα, η επαναλειτουργία της να αποτελέσει χειροπιαστή ένδειξη ότι η Άγκυρα – έστω και τακτικά – ξαναγυρίζει προς τη Δύση και απομακρύνεται από τον άξονα Ρωσίας–Κίνας; Κάτι το οποίο έχετε αναλύσει και εσείς στο παρελθόν.

Η Τουρκία θέλει να έχει διαύλους με όλους. Θέλει να έχει διαύλους και με τη Ρωσία και με το Ιράν, να έχει διαύλους και με την Κίνα, να συνομιλεί με όλους αυτούς. Το άνοιγμα της Σχολής, από μόνο του, δεν είναι μία τόσο σημαντική συνιστώσα που θα αλλάξει τη βασική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Αντίθετα, μπορεί να λειτουργήσει λίγο αποπροσανατολιστικά, να δώσει δηλαδή ένα έρεισμα σε φίλους της Τουρκίας, ένα «όπλο» για να έχουν κάτι θετικό να λένε, αλλά το οποίο δεν θα αφορά την ουσία της πολιτικής της. Η Τουρκία δεν παύει να είναι μια δύναμη που ακολουθεί αναθεωρητική πολιτική, και όλα τα στοιχεία ισχύος – πληθυσμός, θρήσκευμα, ανάγκη για φυσικούς πόρους – όλα αυτά, δηλαδή, που διδάσκουμε στο τμήμα όταν κάνουμε γεωπολιτική ανάλυση, συνηγορούν ότι θα συνεχίσει αυτή την πολιτική.


* Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος είναι διεθνολόγος και ερευνητής στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ).