Διλήμματα, κίνδυνοι και νέες διεθνείς συντεταγμένες: Τη νέα και εξαιρετικά κρίσιμη φάση του πολέμου στην Ουκρανία, τις γεωπολιτικές συνέπειες στο απευκταίο ενδεχόμενο να ξεφύγει από τα όρια της σύγκρουσης μεταξύ διαδόχων κρατών της Σοβιετικής Ένωσης και την εσφαλμένη σύνδεση της αναγκαίας ενίσχυσης της αμυντικής υπόστασης της Ευρώπης με τη συνέχιση του πολέμου, αποτυπώνει ο καθηγητής Κώστας Λάβδας σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη.
Για ένα κρίσιμο «σταυροδρόμι» για το μέλλον της Ουκρανίας, τη συνοχή της Δύσης, τις σχέσεις Ευρώπης-Ηνωμένων Πολιτειών και τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος, κάνει λόγο ο καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Δεν είναι πιθανό ότι η Ουκρανία θα αποφύγει σημαντικές εδαφικές απώλειες. Το πλέον δύσκολο αλλά και καθοριστικό ζήτημα παραμένουν οι εγγυήσεις ασφαλείας, που θα καθορίσουν και τα όρια των διαφορετικών σφαιρών επιρροής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ανεξαρτήτως διακυβέρνησης, βρίσκονται σε τροχιά να απομακρυνθούν σταδιακά από την Ευρώπη. Δίχως λύση στο Ουκρανικό μεσομακροπρόθεσμα, το «διαζύγιο» Ευρώπης-ΗΠΑ προδιαγράφεται επώδυνο, επισημαίνει ο κ. Λάβδας στο πλαίσιο μία συνολικής αποτίμησης για όσα διακυβεύονται για την Ευρώπη και διεθνώς.
Εάν ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχιστεί πέραν του χειμώνα, η Ρωσία αναμένεται να επιδιώξει περαιτέρω μαξιμαλιστικούς στόχους και η Ευρώπη θα κινδυνεύσει να μείνει να διαχειρίζεται τον πόλεμο μόνη, δηλώνει. Εάν, δε, η σύρραξη γενικευτεί, θα θέσει την Ευρώπη αντιμέτωπη με ανυπέρβλητες προκλήσεις, καθώς σαφώς δεν διαθέτει τις απαραίτητες συμβατικές δυνάμεις για να την αντιμετωπίσει δίχως τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ρωσία διαθέτει δόγμα χρήσης τακτικών πυρηνικών -και η χρήση των τακτικών πυρηνικών επί του πεδίου διαφοροποιείται από την κλασική στρατηγική αποτροπή-, ενώ περιφερειακοί δρώντες (Ιράν, Βόρεια Κορέα) μπορεί να ανακινηθούν.
«Δεν μπορούμε στη φάση που εισερχόμαστε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να κινηθούμε υπνοβατώντας -για να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο του εξαιρετικού έργου του Κρίστοφερ Κλαρκ για την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, «Οι Υπνοβάτες»- προς μία κολοσσιαία σύγκρουση. Αυτή τη στιγμή φαίνεται απίθανο στο μέτρο που παραμένουν οριοθετημένοι οι διακρατικοί πόλεμοι των διαδόχων της Σοβιετικής Ένωσης και, παρά την προφανή εκμετάλλευση από τρίτους, καταβάλλονται και πάλι προσπάθειες, μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ, για μια κατά το δυνατόν συμβιβαστική επίλυση, με την οποία θα αποφευχθεί η διάχυση της σύγκρουσης πέρα από αυτό το πλαίσιο», αναφέρει ο διακεκριμένος καθηγητής του Παντείου.
Σύμφωνα με τον Κώστα Λάβδα, η Ευρώπη δεν διαθέτει σήμερα στρατηγική οπτική και παράγοντές της έχουν συνδέσει «ατυχέστατα και πολύ επικίνδυνα» την, αναγκαία κατά τα άλλα, προσπάθεια οικοδόμησης ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας με τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία. Όσο για τη Γερμανία, ο ίδιος θεωρεί ότι εντάσσεται, λόγω δυσκολιών της, σε ένα πλαίσιο που σμιλεύτηκε από την Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής, που έχουν διεξάγει ένα είδος «αεροπειρατείας» της ευρωπαϊκής στρατηγικής αντίληψης. Τοποθετώντας τη σύγκρουση στο παγκόσμιο πλαίσιο, ο κ. Λάβδας αναφέρει ακόμη ότι από την πρώτη στιγμή ο Παγκόσμιος Νότος δεν συμβάδιζε με τη Δύση ως προς την αντιμετώπιση του πολέμου, ενώ στοιχειοθετεί γιατί δεν τελεί υπό συγκρότηση ένας ασιατικός πόλος, ούτε και -παρά τα φαινόμενα, όπως λέει- αναδύεται ένας νέος διπολισμός.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
Κύριε Λάβδα, βρισκόμαστε πλέον σε μια ιδιαίτερα σύνθετη και ρευστή φάση του πολέμου στην Ουκρανία. Ποιοι είναι, κατά την εκτίμησή σας, οι καθοριστικοί παράγοντες που διαμορφώνουν τη νέα αυτή πραγματικότητα και πώς επηρεάζουν την πορεία της σύγκρουσης;
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 έθεσε σε κίνηση εξελίξεις που επηρεάζουν καθοριστικά όχι μόνο το περιφερειακό αλλά και το διεθνές σύστημα. Η ίδια η εισβολή αποτελεί προφανώς καταδικαστέα ενέργεια ενώ και οι συνέπειές της δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστούν με τρόπο που να δώσει την εντύπωση ότι νομιμοποιείται η πολιτική των τετελεσμένων. Παράλληλα, οι κίνδυνοι διάχυσης της σύγκρουσης αυξάνουν και αποτελούν κρίσιμο στοιχείο που πρέπει να συνυπολογιστεί, ενώ η εξέλιξη του πολέμου δημιουργεί πολλαπλά ρήγματα τόσο στη Δύση όσο και στον Παγκόσμιο Νότο.
Την τελευταία περίοδο η ρωσο-ουκρανική σύγκρουση έχει πλέον εισέλθει σε μία νέα, ιδιαίτερα κρίσιμη φάση, και αυτό οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Πρώτον, σχετίζεται με τις εντεινόμενες αμερικανικές διπλωματικές πρωτοβουλίες, οι οποίες ασκούν σημαντική πίεση στους εμπλεκόμενους και, παράλληλα, τείνουν να παρακάμπτουν τις ευρωπαϊκές αντιλήψεις και προσεγγίσεις στο Ουκρανικό ζήτημα. Μόλις την Πέμπτη, ο Πούτιν δήλωσε ότι το σχέδιο ειρηνευτικών προτάσεων που συζητήθηκε στη Γενεύη από τις ΗΠΑ και την Ουκρανία θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια μελλοντική συμφωνία. Επανέλαβε όμως ότι αν δεν υπάρξει συμφωνία, ο πόλεμος θα συνεχιστεί.
Δεύτερον, συνδέεται με την εσωτερική κρίση που έχει αναδυθεί στο ουκρανικό καθεστώς το τελευταίο διάστημα. Πιο πρόσφατη έκφανση αυτής της κρίσης ήταν η παραίτηση του Αντρίι Γέρμακ, κεντρικού διαπραγματευτή και προσωπάρχη του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, λόγω εμπλοκής του ονόματός του σε υποθέσεις διαφθοράς. Πρόκειται, ωστόσο, για μια κρίση με πολύ βαθύτερες ρίζες: αντανακλά σοβαρές διαφορές και αντιθέσεις στο εσωτερικό της ουκρανικής πολιτικής αλλά και της κοινωνίας σχετικά με το πώς πρέπει να προσεγγιστεί η επόμενη φάση του πολέμου. Ας μην ξεχνάμε ότι όταν ο Ζελένσκι εξελέγη πρόεδρος της Ουκρανίας νικώντας τον Ποροσένκο το 2019 είχε πραγματοποιήσει προεκλογική εκστρατεία με κύρια στοιχεία την προοπτική ειρήνευσης με τη Ρωσία και την πάταξη της διαφθοράς. Η διαφθορά ενισχύθηκε, λόγω και της προβληματικής διαχείρισης της μεγάλης βοήθειας από τη Δύση μετά το 2022, ενώ ο πόλεμος έχει αποδεκατίσει τις υποδομές και έχει στοιχίσει ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπινων απωλειών.
Τρίτον, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η έλευση του χειμώνα. Για το Κίεβο -ανεξάρτητα από τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις- το μεγάλο δίλημμα είναι εάν θα πρέπει να αποδεχθεί την πιθανότητα να αναμένει χωρίς εκεχειρία διαρκείας το τέλος του χειμώνα, γύρω στον Απρίλιο. Αν μέχρι τότε δεν έχει διαμορφωθεί κάποια ουσιαστική προοπτική ειρήνευσης, το πιθανότερο είναι ότι η ρωσική προέλαση θα συνεχιστεί, μάλιστα με αυξημένη ένταση.
Τέταρτον, όλο και περισσότεροι δρώντες στη Δύση και διεθνώς, και ακόμη περισσότερο στον Παγκόσμιο Νότο, αρχίζουν να προβληματίζονται έντονα σχετικά με το ερώτημα κατά πόσο η σύγκρουση μπορεί να παραμείνει οριοθετημένη, εάν δεν υιοθετηθούν, έστω σε κάποια παραλλαγή ή σε νέα εκδοχή τους, οι αμερικανικές προτάσεις για ειρήνευση. Ο συνδυασμός των δύο τελευταίων παραγόντων είναι καθοριστικός: αν δεν υπάρξει πρόοδος σε μια διαδικασία ειρήνευσης μέχρι τον Απρίλιο, η Ρωσία είναι πολύ πιθανό να εντείνει την επιθετική της στρατηγική, κλείνοντας θύλακες και σταδιακά κινούμενη ακόμη και προς το Κίεβο. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όπου οι ρωσικές δυνάμεις θα μπορούσαν, μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα, να απειλήσουν σοβαρά ή και να καταλάβουν την ουκρανική πρωτεύουσα, εγείρεται το κρίσιμο ερώτημα: θα παραμείνει άραγε η σύγκρουση οριοθετημένη ή θα υπάρξει δυτική αντίδραση που θα οδηγούσε σε γενικευμένη ανάφλεξη; Εδώ βρίσκεται η ουσία του τέταρτου παράγοντα στον οποίο αναφέρθηκα.
Οι τέσσερις αυτοί παράγοντες καταδεικνύουν με σαφήνεια ότι έχουμε εισέλθει σε μια νέα και εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο. Η έκβασή της μπορεί να οδηγήσει είτε σε ειρήνευση -ή τουλάχιστον σε μια μακρά εκεχειρία με προοπτική σταδιακής μετατροπής της σε ειρηνευτική συμφωνία- είτε σε επανάληψη των έντονων αλλά ανεπιτυχών διαπραγματευτικών προσπαθειών του Μαρτίου και Απριλίου 2022. Από τότε έως σήμερα, η Ουκρανία έχει βρεθεί σε σαφώς δυσμενέστερη θέση.
Όπως εξηγούσαμε πριν ένα χρόνο, αυτή η μεγάλη σύγκρουση έχει κατεξοχήν να κάνει με τη συστημική μετάβαση που βιώνουμε. Αφορά ευθέως την μετάβαση διότι πρόκειται, όπως επισημαίνουμε από το 2014, για πολέμους μεταξύ των διαδόχων κρατών της πάλαι ποτέ Σοβιετικής αυτοκρατορίας. Όπως και σε περίπτωση άλλων αυτοκρατοριών του παρελθόντος που διαλύθηκαν με διάφορους τρόπους, μπορεί να έχουμε για μεγάλο διάστημα συγκρούσεις μεταξύ των διαδόχων κρατών. Όμως αυτή είναι, μέχρι στιγμής, η βασική διάσταση του Ρωσοουκρανικού πολέμου. Είναι σύγκρουση διαδόχων κρατών της Σοβιετικής αυτοκρατορίας. Με τη διάλυση της ΕΣΣΔ, ξεκίνησαν συγκρούσεις, που αφορούσαν κράτη που ανήκαν σε αυτή. Όσα πρόλαβαν και μπήκαν στο ΝΑΤΟ, όπως οι Βαλτικές χώρες, οι οποίες ήταν κομμάτι της Σοβιετικής Ένωσης, όχι απλά της ζώνης επιρροής της, βρίσκονται σε ένα σχετικά ασφαλές σύστημα. Εκείνα τα οποία έμειναν πέριξ της Ρωσικής ομοσπονδίας, ως ανεξάρτητα κράτη, βρίσκονται σε αυτή τη δίνη των συγκρούσεων, όπως η Ουκρανία, η Γεωργία, η Μολδαβία, αλλά και η Αρμενία με το Αζερμπαϊτζαν.
Βρισκόμαστε ουσιαστικά σε σταυροδρόμι. Ο φετινός χειμώνας -από τώρα έως περίπου τον Απρίλιο του 2026- θα είναι κρίσιμος για το μέλλον της Ουκρανίας και συνολικά της διεθνούς πολιτικής. Διότι, εάν η Ρωσία αφεθεί χωρίς ένα πλαίσιο που να μπορεί κατ’ αρχήν να αποδεχθεί, τότε είναι πολύ πιθανό μετά τον Απρίλιο να επιδιώξει μαξιμαλιστικούς στόχους, εξέλιξη η οποία θα μπορούσε να πυροδοτήσει δυτική αντίδραση. Η Ουάσινγκτον διαρρέει ότι η παρούσα αμερικανική προσέγγιση (για να πιεστούν και οι Ευρωπαίοι που δίνουν, βάσιμα ή μη, μεγαλύτερες ελπίδες στον Ζελένσκι) θα υιοθετήσει μια προσέγγιση που βασίζεται πρώτα σε εκεχειρία διαρκείας και μετά στη συζήτηση για τις εγγυήσεις ασφαλείας. Αυτό είναι κάτι που το Κίεβο θα δυσκολευτεί να αποδεχθεί.
Αν οι αμερικανικές πιέσεις οδηγούν σε εδαφικές παραχωρήσεις χωρίς άμεσες εγγυήσεις ασφαλείας, τότε για ποια Ουκρανία θα μιλάμε; Και τι σημαίνει ευρύτερα για το διεθνές σύστημα το μελλοντικό καθεστώς της Ουκρανίας;
Το ζήτημα των εδαφικών παραχωρήσεων φαίνεται πως έχει πλέον ωριμάσει σε ένα βαθμό. Το δυσκολότερο ζήτημα αφορά τις εγγυήσεις ασφαλείας: το πώς θα διαμορφωθεί στο μέλλον η Ουκρανία - αν θα πρόκειται για μια εν μέρει αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη ή όχι και ποιο θα είναι το επίπεδο και η φύση της στρατιωτικής της ισχύος. Αυτά τα ζητήματα είναι καθοριστικά και παραμένουν ανοιχτά, παρότι η αρχική αμερικανική προσέγγιση έβαζε το «ταβάνι» σε μια δύναμη 600.000 στρατιωτών και ανάλογες αμυντικές ρυθμίσεις.
Δεν πιστεύω ότι υπάρχει πραγματικά κάποιος στην Ουκρανία που να θεωρεί ρεαλιστικό ότι μπορεί να αποφευχθούν σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις, δεδομένης της πορείας του πολέμου. Ούτε πιστεύω ότι υπάρχει κάποιος που να θεωρεί, παρά τις δημόσιες δηλώσεις, πως η Κριμαία μπορεί να παραμείνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Το δυσκολότερο ζήτημα είναι οι εγγυήσεις.
Η απάντηση στο ερώτημα για ποια Ουκρανία θα μιλάμε μεταπολεμικά παραμένει ανοιχτή και θα αποδειχτεί καθοριστική για πολλές πτυχές της παγκόσμιας πολιτικής. Ανάλογα με το καθεστώς της μεταπολεμικής Ουκρανίας, θα αναδιαμορφωθούν και οι ευρύτερες ισορροπίες. Το ερώτημα αφορά το κατά πόσο η Ρωσία θα αφεθεί να διαθέτει μια αναγνωρισμένη «ζώνη επιρροής» ή ένα «μαξιλάρι ασφαλείας» πέρα από αυτή - κάτι που επιδίωκε το Κρεμλίνο ήδη από τη δεκαετία του 1990 και που, στην αρχή τουλάχιστον, είχαν αποδεχθεί οι Δυτικοί, και συγκεκριμένα οι Αμερικανοί αλλά και οι Δυτικογερμανοί μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
Η πραγματικότητα είναι ότι ενώ αναδυόταν μία πιο ισχυρή Ρωσία υπό τον Βλαντιμίρ Πούτιν, η Δύση ταυτόχρονα ανταποκρίθηκε στις ανησυχίες και τα αιτήματα πολλών κρατών της περιοχής, εξασφαλίζοντας το μέλλον του ίδιου του ΝΑΤΟ, προχωρώντας σε διαδοχικά κύματα διεύρυνσης. Οι κινήσεις αυτές ικανοποίησαν τα κράτη που εντάχθηκαν, αλλά θεωρήθηκαν απειλητικές από το Κρεμλίνο. Όλοι γνωρίζαμε ότι η Ουκρανία αποτελεί την απόλυτη «κόκκινη γραμμή». Δεν υπήρξε ποτέ πραγματική αμφιβολία ως προς αυτό.
Παραπέμπετε στις εγγυήσεις ασφαλείας που ζητούσε ο Πούτιν από τη διακυβέρνηση Μπάιντεν και το ΝΑΤΟ το 2021 προ της εισβολής στην Ουκρανία, και στις δηλώσεις του που θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως τότε μας εξαπάτησαν, τώρα μας αγνοούν...
Ακριβώς, αυτή μάλιστα η συζήτηση πηγαίνει πίσω στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι συμφωνίες του 1990-1991, με τις οποίες συγκροτήθηκαν τα διάδοχα κράτη της ομοσπονδιακής Σοβιετικής Ένωσης, αντικατόπτριζαν τη σοβιετική -και σήμερα ρωσική- αντίληψη ότι η επανένωση της Γερμανίας κατέστη δυνατή, διότι αυτό ήταν ένα κρίσιμο ζήτημα το 1990, αλλά μόνο υπό συγκεκριμένους όρους. Ένας εκ των οποίων ήταν ο περιορισμός της μελλοντικής διεύρυνσης του ΝΑΤΟ. Αυτή η άποψη δεν είναι προϊόν ρωσικής προπαγάνδας. Τεκμηριώνεται σε σοβαρές δυτικές, κυρίως αμερικανικές έρευνες, σε διεθνολογικές και ιστορικές μονογραφίες και, γενικώς, στη σοβαρή ακαδημαϊκή βιβλιογραφία της πλειοψηφίας των ειδικών εκείνης της περιόδου. Την άποψη αυτή υποστήριξαν τόσο ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ όσο και εξέχουσες δυτικές προσωπικότητες, όπως ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ και ο ΥΠΕΞ Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ, Αμερικανοί πολιτικοί όπως ο Τζέϊμς Μπέϊκερ και ο Χένρι Κίσσιντζερ, ο πρώην επικεφαλής της CIA Ρόμπερτ Γκέϊτς καθώς και πολλοί διακεκριμένοι διπλωμάτες, μεταξύ άλλων και ο θρυλικός Τζώρτζ Κένναν (για μια γρήγορη επισκόπηση βλ. π.χ., National Security Archive, The George Washington University, «NATO Expansion: What Gorbachev Heard», 12/12/2017).
Όπως εύστοχα συνοψίζει τη σχετική επιστημονική συζήτηση ο Μαρκ Τράχτενμπεργκ, η διερεύνηση της διαμάχης υπό το πρίσμα των αποδεικτικών στοιχείων «οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι ρωσικοί ισχυρισμοί δεν είναι σε καμία περίπτωση αβάσιμοι, γεγονός που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κατανοηθεί η σχέση ΗΠΑ-Ρωσίας σήμερα» (Mark Trachtenberg, «The United States and the NATO Non-extension Assurances of 1990: New Light on an Old Problem?», International Security 45.3 (2021): 162-203).
Ενδεχομένως για κάποιους η πραγματικότητα αυτή δεν σημαίνει τελικώς σήμερα και πάρα πολλά, διότι οι μεγάλες δυνάμεις -μεταξύ τους και οι Σοβιετικοί, από τους κορυφαίους άλλωστε διδάξαντες- έχουν μακρά παράδοση στο να αθετούν συμφωνίες και να προσαρμόζονται κατά το δοκούν. Αυτό πράττει και η Δύση, με την εξαίρεση της νέας κυβέρνησης Τραμπ η οποία -για τους δικούς της λόγους- επιχειρεί, με δυσκολία, να οδηγήσει τη σχέση με τη Ρωσία σε μια περίοδο ύφεσης και, δυνητικά, επιλεκτικής συνεργασίας. Σε κάθε όμως περίπτωση, το ρωσικό επιχείρημα βασίζεται σε υπαρκτό υπόβαθρο και δεν πρόκειται περί παρανόησης ή προπαγάνδας, όπως εξακολουθούν να επιμένουν κάποιοι σήμερα στη Δύση.
Σε αυτό το πλαίσιο, στην τελευταία περίοδό της η σοβιετική κυβέρνηση Γκορμπατσόφ και οι ρωσικές κυβερνήσεις της περιόδου Γέλτσιν βρέθηκαν σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, με οικονομικά και δημογραφικά προβλήματα και ζητήματα εσωτερικής τάξης. Έκαναν σειρά υποχωρήσεων θεωρώντας ότι το ΝΑΤΟ δεν θα φτάσει στα σύνορά τους. Όμως συνέβη. Και σήμερα βλέπουμε μια Ρωσία που, μετά από χρόνια εσωτερικής ανασυγκρότησης, ενίσχυσης της κρατικής εξουσίας και ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ κράτους και ολιγαρχών, έχει αναστήσει και σημαντικό μέρος της συμβατικής στρατιωτικής της ισχύος, πέρα από το βαρύ πυρηνικό της οπλοστάσιο.
Με αυτά τα δεδομένα, η ρωσική δυσαρέσκεια δεν προκαλεί έκπληξη ενώ θα πρέπει και να ληφθεί υπόψη, ανεξαρτήτως των χαρακτηριστικών και της ποιότητας της ηγεσίας του Κρεμλίνου. Πραγματική και εξαιρετικά δυσάρεστη έκπληξη θα είναι αν πάψει να είναι οριοθετημένος αυτός ο πόλεμος και μετατραπεί από μία σύγκρουση διαδόχων κρατών της Σοβιετικής Ένωσης σε κάτι ευρύτερο.
Υπό αυτό το πρίσμα, πώς πρέπει να χειριστεί την κατάσταση και την τρέχουσα φάση των διαπραγματεύσεων η Ευρώπη;
Η Ευρώπη, παραδόξως, άργησε να επενδύσει στη διπλωματία. Η διπλωματία δοκιμάστηκε τον Μάρτιο του 2022 και εγκαταλείφθηκε, για να επανέλθει μόνο το 2025 με την ανάληψη της αμερικανικής προεδρίας από τον Τραμπ. Σήμερα, οι παρεμβάσεις με δηλώσεις αξιωματούχων της ΕΕ και με ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν σημαίνουν πολλά. Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη βρίσκεται σε δυσχερή θέση, και αυτό σε δυο επίπεδα. Πρώτον, διότι κατά την περίοδο Μπάιντεν ακολουθούσε πολύ πιστά την αμερικανική στρατηγική αλλά και τις επιμέρους τακτικές στο Ουκρανικό. Έτσι, με τη μετάβαση στη δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ και την αιφνίδια αλλαγή στρατηγικής των ΗΠΑ, η Ευρώπη περιήλθε σε αμηχανία. Το δεύτερο, και ιδιαίτερα κρίσιμο επίπεδο, αφορά τις προσπάθειες ορισμένων ευρωπαϊκών ηγεσιών να αξιοποιήσουν την πολεμική συγκυρία ώστε να επιταχύνουν τη δημιουργία μιας πιο ισχυρής και, ει δυνατόν, πιο αυτόνομης ευρωπαϊκής αμυντικής διάστασης. Από αξιολογική άποψη, αυτό βεβαίως είναι και θεμιτό και αναμενόμενο και πρέπει να το υποστηρίξουμε σθεναρά ως Ευρωπαίοι.
Ωστόσο, από αναλυτική άποψη, η σύνδεση της προσπάθειας επίτευξης αυτής της στρατηγικής αυτονομίας και της αμυντικής ανάτασης με τη συνέχιση του πολέμου είναι προβληματική. Από πολλές απόψεις. Βλέπουμε παραδείγματος χάριν τις τελευταίες ημέρες ότι οι ευρωπαϊκές χρηματαγορές δείχνουν ξεκάθαρα το βαθμό αυτής της επικίνδυνης διασύνδεσης: κάθε φορά που το σχέδιο Τραμπ φαίνεται να γίνεται δεκτό -ιδίως όταν δημοσιοποιήθηκε ότι και η ουκρανική πλευρά το αποδέχεται σε γενικές γραμμές- οι μετοχές των ευρωπαϊκών, ιδιαίτερα των γερμανικών, αμυντικών βιομηχανιών κατακρημνίζονται. Η πορεία της μετοχής της Rheinmetall είναι χαρακτηριστική και μπορεί κανείς να εξάγει πολλά συμπεράσματα.
Αυτή η σύνδεση που έχει γίνει είναι ατυχέστατη και το ζήτημα είναι να μην αποδειχθεί μοιραία. Πέραν της αμηχανίας της Ευρώπης με την αλλαγή διακυβέρνησης στις ΗΠΑ -όταν ήλθε δηλαδή σε θέση να μην μπορεί απλά να ακολουθεί πειθήνια τους Αμερικανούς, κάτι για το οποίο ορθώς διαμαρτυρόταν τότε η Γαλλία και ο Εμανουέλ Μακρόν-, το έτερο επίπεδο, αυτό της σύνδεσης της συνέχισης του πολέμου με την προσπάθεια και τη νομιμοποίηση της ενίσχυσης της αμυντικής υπόστασης της Ευρώπης, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο και κατά την άποψή μου πρέπει πάση θυσία να διαχωριστεί.
Υπάρχουν σαφέστατα δυνάμεις στην Ευρώπη σήμερα που θέλουν τη συνέχιση του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Όχι επειδή πιστεύουν ότι η Ουκρανία μπορεί να επανέλθει στα σύνορά της - αυτό δεν γίνεται ή για να το πω απλά δεν γίνεται χωρίς είτε παγκόσμιο πόλεμο είτε αλλαγή καθεστώτος στο Κρεμλίνο, που τέτοια ενδείξη δεν έχουμε. Αυτό συμβαίνει γιατί θεωρούν ότι όσο διαρκεί ο πόλεμος, η Ευρώπη μπορεί να στραφεί όλο και περισσότερο προς μία πιο αυτόνομη και πιο ισχυρή αμυντική υπόσταση. Πρόκειται περί συσχέτισης εξαιρετικά επικίνδυνης. Η Ευρώπη ούτως ή άλλως όφειλε, ανεξαρτήτως ρωσο-ουκρανικού, να επιχειρήσει τη συστηματική αναβάθμιση της αμυντικής υπόστασής της. Άλλωστε υπάρχουν πολλές απειλές, συμβατικές, μη συμβατικές, ασύμμετρες, ακόμη και πυρηνικές, ανεξαρτήτως Ουκρανίας.
Περνώντας στην επικείμενη επίσκεψη Γουίτκοφ στη Μόσχα, δίνεται η εντύπωση ότι τόσο η Ουκρανία όσο και η Ρωσία αναμένουν ποια θα απορρίψει πρώτη το σχέδιο Τραμπ, ώστε να στρέψει ο Ντόναλντ Τραμπ εκεί την ευθύνη. Πώς βλέπετε τις κινήσεις της Μόσχας; Και μπορεί πράγματι να ρισκάρει η Ευρώπη μία αποδέσμευση των ΗΠΑ από τη διαδικασία διευθέτησης του Ουκρανικού;
Είναι σαφές ότι η Ρωσία θα μπορούσε να συζητήσει καλύτερα με τις Ηνωμένες Πολιτείες παρά με την Ευρώπη. Η Ευρώπη στηρίζει τον Ζελένσκι, αλλά η προοπτική αυτής της στήριξης είναι ασαφής. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν είναι έτοιμος να μεταθέσει την ευθύνη στην Ευρώπη σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων. Το ίδιο πιθανότατα θα πράξει και ο Τραμπ. Αν τελικά η Ευρώπη μείνει με την «καυτή πατάτα» του ρωσο-ουκρανικού και ο πόλεμος παραταθεί για ένα, δύο ή τρία χρόνια, τότε όλα τα σενάρια φαίνονται πάλι ανοιχτά.
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες δεν φαίνεται να έχουν σταθμίσει επαρκώς το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης σύρραξης. Γιατί, αν υπάρξει γενίκευση του πολέμου, η Ευρώπη δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της τη Ρωσία. Θα στραφεί και πάλι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με τις σημερινές συμβατικές της δυνάμεις, η Ευρώπη είναι αδύνατο να αντιμετωπίσει, αυτή τη στιγμή, μία ενδεχόμενη σύρραξη με τη Ρωσία. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε πώς θα μπορούσαν να αντιδράσουν άλλες χώρες με στενές σχέσεις με τη Ρωσία. Δεν μιλάμε για πόλεμο με την Κίνα - πρόκειται για απίθανο και παράλογο σενάριο, αν και φτάνει να συζητείται από ορισμένους ακόμα και αυτό. Δεν γνωρίζουμε όμως πώς θα κινούνταν πιθανώς η Βόρεια Κορέα, ούτε σε τι είδους αναζωπυρώσεις θα μπορούσε να οδηγήσει στη Μέση Ανατολή, με το Ιράν να προσπαθεί να κερδίσει έδαφος αν υπάρξει σύρραξη Ευρώπης και Ρωσίας.
Όλα αυτά πρέπει να απασχολήσουν σοβαρά τις ευρωπαϊκές ηγεσίες, οι οποίες κυριολεκτικά πελαγοδρομούν μεταξύ αμηχανίας και πολεμοκαπηλείας. Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ρωσία, πέρα από τα στρατηγικά πυρηνικά της, διαθέτει δόγμα που προβλέπει και χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων. Τα όπλα αυτά έχουν ενδεχομένως μικρότερη ισχύ από τα στρατηγικά, αλλά η ουσιαστική διαφορά δεν αφορά το μέγεθος και την ποιότητα των όπλων. Αφορά τη χρήση. Τα στρατηγικά πυρηνικά λειτουργούν αποτρεπτικά μέσω του τρόμου των συνεπειών της χρήσης τους. Τα τακτικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πεδίο για να αποτραπεί μια επίθεση ή να παρακαμφθεί ένα εμπόδιο. Αυτό είναι παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Με λίγα λόγια, εκτιμώ ότι είναι σημείο-κλειδί η λανθασμένη σύνδεση μεταξύ της προσπάθειας ευρωπαϊκής αμυντικής ανάτασης και της συνέχισης του πολέμου. Σύνδεση που, δυστυχώς, καθοδηγεί τη σκέψη πολλών Ευρωπαίων. Ενώ διαπιστώνουμε και δηλώσεις που ξεφεύγουν και πέραν αυτού του επικίνδυνου συσχετισμού και αγνοούν κάθε ρεαλιστική αποτίμηση. Οι πρόσφατες, ειλικρινώς ανεκδιήγητες δηλώσεις της Κάγια Κάλας, περί ανάγκης να ηττηθεί η Ρωσία και να οριστεί «ταβάνι» στις στρατιωτικές της δυνατοτήτες, δεν αντανακλούν σοβαρή αποτίμηση της σημερινής πραγματικότητας.
Συνεπώς, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες πρέπει να είναι περισσότερο προσεκτικές γιατί μπορεί να καταλήξουν να πρέπει να διαχειριστούν μόνες τους τον πόλεμο - και εάν ο πόλεμος συνεχιστεί για άλλα δύο ή τρία χρόνια, μπορεί πλέον να κινδυνεύει να γενικευτεί στην Ευρώπη, την ίδια στιγμή που θα μπορούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες να συζητούν με τη Ρωσία για ζητήματα από την προτεινόμενη υπόγεια σύραγγα στον Βερίγγειο Πορθμό έως τις προτάσεις την εξερεύνηση φυσικών πόρων.
Όπως έχω γράψει και παλαιότερα στο Liberal, η έκβαση του Oυκρανικού θα επηρεάσει και τον τρόπο που θα εξελιχθεί η σχέση και το ενδεχόμενο «διαζύγιο» Ευρώπης-Ηνωμένων Πολιτειών. Αν δεν υπάρξει λύση μεσομακροπρόθεσμα, το «διαζύγιο» αυτό θα είναι άσχημο, και σε αυτό θα περιλαμβάνεται και η αμερικανική καταγγελία ότι η Ευρώπη είναι υπεύθυνη για τον πόλεμο που συνεχίζεται. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος θα αυξήσει τόσο τις πιθανότητες γενικότερης ανάφλεξης όσο και τις εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ -Ευρώπης.
Από την παρούσα διακυβέρνηση ή ενδεχομένως και μία επόμενη;
Πιθανότατα και από μία επόμενη, ακόμη και των Δημοκρατικών. Υπάρχουν διαφορές αλλά υπάρχουν και συνέχειες. Η πρώτη διακυβέρνηση Τραμπ ήταν κάπως διαφορετική από την παρούσα, μας «κληροδότησε» και ορισμένα πολύ σημαντικά βήματα, όπως οι Συμφωνίες του Αβράμ, οι οποίες και παραμένουν ζωντανές παρά τις προσπάθειες των τρομοκρατών της Χαμάς να τις εκτροχιάσουν. Ανεξαρτήτως τώρα των υπαρκτών ιδιαιτεροτήτων της δεύτερης περιόδου Τραμπ, σχεδόν οποιαδήποτε επόμενη κυβέρνηση θα συνεχίσει τον αργό δρόμο επικέντρωσης στον Ινδο-Ειρηνικό. Αυτές είναι ιστορικές καμπές που μπορεί να διαρκέσουν δύο ή 20 χρόνια. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μακροπρόθεσμα οι Ηνωμένες Πολιτείες σταδιακά απομακρύνονται από την Ευρώπη, άλλωστε η τάση ξεκίνησε επί Μπους και συνεχίστηκε ιδιαίτερα επί Ομπάμα.
Και ενώ βεβαίως μας ικανοποιούν σήμερα εξελίξεις όπως ο Κάθετος Διάδρομος ή η Αλεξανδρούπολη, πρέπει να θυμόμαστε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επενδύουν στο δικό τους συμφέρον μέσω ενεργειακών συμφωνιών και μεταφοράς LNG. Αυτά ισχύουν βραχυπρόθεσμα - ίσως και μεσοπρόθεσμα. Αλλά η προοπτική παραμένει η σταδιακή απομάκρυνση. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ θα καταρρεύσει, αλλά σε κάθε περίπτωση αποκλείεται στο προβλεπτό μέλλον να έχει την Ουκρανία στους κόλπους του και να υπάρχουν ταυτόχρονα και συνθήκες ειρήνης. Σε αυτά τα ζητήματα εκτιμώ ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει ξεκάθαρα να κάνουν πίσω και να αποφύγουν να δοκιμάσουν στην πράξη την προσήλωση των ΗΠΑ στη συλλογική άμυνα και το Άρθρο 5 της Συμμαχίας.
Ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών θα βρίσκεται τη Δευτέρα στη Ρωσία και ο ίδιος ο Πούτιν θα πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη στην Ινδία την επόμενη εβδομάδα, για συνομιλίες με τον Ναρέντρα Μόντι. Τι «σήματα» στέλνει η Μόσχα για τη θέση προς την οποία μπορεί να κλίνει το διεθνές σύστημα, όσο το Ουκρανικό παραμένει ανοιχτό - και πόσο αντανακλούν αυτά τη μεγάλη εικόνα όσων διακυβεύονται;
Οι ισχυρότερες χώρες του Παγκόσμιου Νότου δεν αντιμετώπισαν εξαρχής τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο με τον τρόπο που τον αντιμετώπισε η Δύση. Το βλέπουμε τόσο σε χώρες που ήταν παραδοσιακά σχετικά εχθρικές ή ανταγωνιστικές προς τη Δύση, όσο και σε χώρες που την τελευταία μεγάλη περίοδο είναι φιλικές προς τη Δύση, όπως η Ινδία. Από διαφορετική οπτική γωνία η κάθε μία, ούτε η Κίνα ούτε η Ινδία είδαν με τον ίδιο τρόπο με τη Δύση τον πόλεμο. Θεωρούσαν ότι θα έπρεπε να υπάρξει ένας συμβιβασμός. Η Κίνα δεν ήταν αρχικά αρνητική στη συνέχιση του πολέμου· η Ινδία όμως δεν ήθελε μια Ρωσία αποδυναμωμένη και εξαρτημένη από την Κίνα, μια γονατισμένη Ρωσία που θα καταστεί ως επικουρικό στοιχείο της Κίνας. Για διαφορετικούς λόγους, συνεπώς, οι δυνάμεις του Παγκόσμιου Νότου -και κυρίως η Ινδία που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα- δεν επιθυμούν τη συνέχιση του πολέμου.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η δασμολογική πολιτική Τραμπ, με παλινωδίες και συχνά τιμωρητική, όχι εμπορική λογική, έχει επηρεάσει αρκετές πρωτεύουσες. Πόσο τις έχει επηρεάσει και με τι προοπτική; Το Νέο Δελχί έχει καταφανώς επηρεαστεί, αλλά το ερώτημα είναι αν αυτή η επίδραση θα είναι βραχυπρόθεσμη ή μεσοπρόθεσμη. Και όλα δείχνουν ότι είναι βραχυπρόθεσμη. Δεν βρίσκεται, κατ’ επέκταση, υπό συγκρότηση ένας ευρύτερος ασιατικός πόλος. Η προσέγγιση Ινδίας-Κίνας είναι, κατά την άποψή που, παροδική και επιλεκτική. Δεν θα σταματήσω να επαναλαμβάνω ότι διαχρονικά οι σινο-ινδικές συμφωνίες είχαν στόχο την αποφυγή πολέμου και την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η συμφωνία του 2013. Σημαντική, αλλά τελικώς δεν οδήγησε σε πραγματική προσέγγιση. Το ίδιο, κατά πάσα πιθανότητα, ισχύει και σήμερα.
Η Ινδία θέλει η Κίνα να συγκρατεί το Πακιστάν, το οποίο είναι επίσης πυρηνική δύναμη. Αλλά δεν προκύπτει ασιατικός πόλος - πρέπει να σημειωθούν τεράστιες μετατοπίσεις για να δούμε έναν ασιατικό πόλο, και κατ’ επέκταση να αρχίσουμε να μιλάμε για έναν νέο διπολισμό, όπως κάνουν ορισμένοι. Υπάρχουν παλινωδίες του Τραμπ σε σχέση με τη δασμολογική πολιτική και παλινωδίες σε σχέση με τον Ινδο-Ειρηνικό γενικότερα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως συγκροτείται ασιατικός πόλος.
Να μην ξεχνάμε επίσης ότι η νέα πρωθυπουργός της Ιαπωνίας Σαναέ Τακαΐτσι, παρότι έκανε μία δυναμική «είσοδο», στη συνέχεια -σύμφωνα με συστηματικές διαρροές στην Αμερική- δέχθηκε επίπληξη από την προεδρία Τραμπ να είναι πιο προσεκτική ως προς το πώς θέτει το ζήτημα της Ταϊβάν απέναντι στην Κίνα. Γιατί το επισημαίνω αυτό; Διότι, παρά τα όσα πιστεύουν πολλοί, ιδίως η παρούσα αμερικανική κυβέρνηση -παρά το ύφος και την επιθετικότητά της- δεν ευνοεί έναν διπολισμό.
Γι’ αυτό και, ως προς την μεγάλη εικόνα, θα επιμείνω στη θέση που εκφράζω εδώ και χρόνια. Παρά τα φαινόμενα, δεν οδεύουμε σε έναν νέο διπολισμό. Οδεύουμε προς μία αμερικανική δύναμη που είναι αρκετά «εισπρακτική», υπό την έννοια ότι ενδιαφέρεται να αποκομίζει συγκεκριμένα κέρδη και οφέλη από επιμέρους συναλλαγές, αλλά δεν είναι δύναμη που «χτίζει» πόλους. Κάθε άλλο.
Και εάν δεν υπάρχει πόλος στη Δύση, πολύ περισσότερο δεν υφίσταται ένας ασιατικός πόλος, από τη στιγμή που η Ινδία και η Κίνα διατηρούν δύσκολες σχέσεις, ενώ Ινδία και Πακιστάν παραμένουν ευθέως εχθρικές δυνάμεις. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα έχουν αναπτύξει αξιοζήλευτες συμβατικές δυνάμεις τα τελευταία δέκα χρόνια, ειδικά σε ναυτικό και αεροπορία. Παρόλα αυτά, προφανώς δεν ανήκουν σε κάποιον ασιατικό πόλο. Βρίσκονται πολύ κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες όμως δεν θέλουν να τις χρησιμοποιήσουν με τρόπο που θα έβλαπτε την ασιατική παρουσία - είτε μιλάμε για την Κίνα είτε, σε μικρότερο βαθμό, για την Ινδία. Άρα, καταληκτικά, παρά τα φαινόμενα που εντυπωσιάζουν και παρασύρουν, πιστεύω ότι τίποτα δεν δείχνει ότι συγκροτείται ένας ασιατικός πόλος και ότι οδεύουμε δήθεν προς έναν νέο διπολισμό.
Επιστρέφοντας στην Ευρώπη, εκφράσατε αμφιβολίες κατά πόσο οι ευρωπαϊκές ηγεσίες έχουν σταθμίσει σοβαρά την πιθανότητα γενίκευσης του πολέμου. Όσον αφορά εκτιμήσεις που θέλουν τη Γερμανία να παρασύρει την Ευρώπη σε δρόμους πιθανώς επικίνδυνους ως προς τη διόγκωση της ρωσικής απειλής, ποια η θέση σας;
Είναι σαφές ότι η νέα γερμανική κυβέρνηση υπό τον Φρίντριχ Μερτς συγκροτήθηκε υπό δύσκολες συνθήκες, σε ένα περιβάλλον όπου η Πολωνία και οι τρεις βαλτικές χώρες είχαν ήδη επηρεάσει σημαντικά τη συνολική αντίληψη περί διεθνούς πολιτικής που κυριαρχεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 ενίσχυσε αυτήν την τάση, καθώς οι εν λόγω χώρες έδωσαν στην Ευρώπη μία κατεύθυνση ωσάν το ρωσο-ουκρανικό αποτελεί το μοναδικό πρόβλημα. Σε αυτό το περιβάλλον ανέλαβε καθήκοντα η κυβέρνηση Μερτς.
Η προηγούμενη κυβέρνηση Σολτς είχε επιδείξει πολύ μεγαλύτερη προσοχή στις εξελισσόμενες ισορροπίες του διεθνούς περιβάλλοντος. Όμως ο Μερτς αναλάμβανε ταυτόχρονα σε μια φάση επιδείνωσης των γερμανικών οικονομικών προβλημάτων και έβλεπε στην κατεύθυνση αυτή μία ενδεχόμενη διέξοδο.
Αυτές οι οποίες οδήγησαν στην «αεροπειρατεία» της στρατηγικής αντίληψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι οι τρεις βαλτικές χώρες και βεβαίως η Πολωνία, η οποία εξοπλίζεται με τρόπο εντυπωσιακό τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια. Έχουν οδηγήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια δύσκολη φάση και αυτό πρέπει να λέγεται και να αναγνωρίζεται. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον και με την οικονομική κρίση η κυβέρνηση Μερτς αρχίζει να υπερθεματίζει, ακόμη και να υπερακοντίζει μερικές φορές τις θέσεις των βορειοανατολικών εταίρων.
Το ότι υπερθεματίζει ο Μερτς μπορεί να ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους. Ήδη, προανέφερα ότι παρακολουθώντας τις μετοχές μεγάλων γερμανικών εταιριών σε πεδία αμυντικών συστημάτων βλέπουμε ότι είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στις διπλωματικές κινήσεις στο ρωσο-ουκρανικό. Και έτσι δημιουργείται ο πειρασμός διατήρησης των εντάσεων για τη συνέχιση του επανεξοπλισμού. Άλλωστε η Γερμανία παραμένει μεγάλη βιομηχανική δύναμη, παρά τα προβλήματα. Ίσως πιστεύει η κυβέρνηση Μερτς ότι με περισσότερη βιομηχανική παραγωγή στο στρατιωτικό σκέλος μπορούν να λυθούν τα γερμανικά ή και κάποια από τα ευρωπαϊκά προβλήματα. Αλλά αποτελεί εξαιρετικά επικίνδυνη στρατηγική η σύνδεση αυτής της προσπάθειας με τη συνέχιση του ρωσο-ουκρανικού πολέμου.
Ειδικότερα στην Ελλάδα, τείνουν να κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα υπεραπλουστευκές ταυτίσεις και αυθαίρετες αναλογίες. Σε κάθε περίπτωση, η ουκρανική προπαγάνδα για τη δήθεν «φιλο-πουτινική πολιτική Τραμπ» είναι εξίσου επικίνδυνη (και ανόητη) με την ρωσική προπαγάνδα για το «ξανθό γένος» που δήθεν συνδέεται βαθύτερα με την Ελλάδα κλπ.
Για εσάς είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να στραφεί βραχυπρόθεσμα η Ρωσία κατά κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ;
Βραχυπρόθεσμα το θεωρώ αδιανόητο. Δεν προκύπτει από πουθενά, εκτός αν υπάρξουν συστηματικές προβοκάτσιες από κάποια πλευρά. Μέσο-μακροπρόθεσμα είναι μια εντελώς διαφορετική συζήτηση, η οποία εξαρτάται από πολλές μεταβλητές. Πάντως θα εξαρτηθεί πρωτίστως από το πώς εξελίσσεται η ρωσο-ουκρανική σύγκρουση. Διότι πλέον είναι σαφές ότι η σύγκρουση δυσκολεύεται πια να παραμείνει στο συγκεκριμένο πλαίσιο των διακρατικών πολέμων μεταξύ των διαδόχων κρατών της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό ήταν το πλαίσιο και αφορούσε και τη Γεωργία, τη Μολδαβία, τη σύγκρουση Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν, αύριο πιθανόν και το Καζακστάν. Εισερχόμαστε όμως σε μια φάση όπου φαίνεται ότι οι πόλεμοι αυτοί δυσκολεύονται πια να συγκρατηθούν σε αυτό το πλαίσιο.
Βραχυπρόθεσμα από πουθενά δεν προκύπτει στα σοβαρά ότι η Ρωσία έχει την ικανότητα ή και την θέληση για μια αναμέτρηση με την Ευρώπη, πόσο μάλλον με το ΝΑΤΟ. Εάν όμως η σύγκρουση συνεχιστεί για πολλά χρόνια, εκεί βεβαίως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι θα συμβεί. Όσα διαβάζω, και εκτός Ελλάδας, σε σχέση με αυτό βασίζονται σε υποθέσεις οι οποίες είναι θεωρητικές με την κακή έννοια του όρου. Με την έννοια ότι είναι υπερβολικά αφαιρετικές, ενώ συχνά βασίζονται και σε άγνοια του εμπειρικού υλικού.
Βεβαίως δεν μπορούμε στη φάση που εισερχόμαστε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να κινηθούμε υπνοβατώντας -για να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο του εξαιρετικού έργου του Κρίστοφερ Κλαρκ για την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, «Οι Υπνοβάτες»- προς μία κολοσσιαία σύγκρουση. Αυτή τη στιγμή φαίνεται απίθανο στο μέτρο που παραμένουν οριοθετημένοι οι διακρατικοί πόλεμοι των διαδόχων της Σοβιετικής Ένωσης και, παρά την προφανή εκμετάλλευση από τρίτους, καταβάλλονται και πάλι προσπάθειες, μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ, για μια κατά το δυνατόν συμβιβαστική επίλυση, με την οποία θα αποφευχθεί η διάχυση της σύγκρουσης πέρα από αυτό το πλαίσιο.
Η πιο επικίνδυνη χώρα προς την οποία να υπάρξει μία διάχυση της σύγκρουσης είναι πιθανότατα η Εσθονία. Διαθέτει σύνορα που είχαν αμφισβητηθεί από το 1991 και μια υπαρκτή ρωσόφωνη μειονότητα, για την οποία υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και εντός της Εσθονίας και βέβαια στο Κρεμλίνο, το οποίο θα μπορούσε να εργαλειοποιήσει τα όποια εκεί ζητήματα για να προκαλέσει κρίση. Υπήρξαν βήματα που ελήφθησαν από τις εσθονικές αρχές μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία που μπορεί να οδηγήσουν σε απρόβλεπτες συνέπειες. Το Ταλίν πρόσφατα άλλαξε τη νομοθεσία για την εκπαίδευση, με σκοπό τη σταδιακή κατάργηση όλων των ρωσόφωνων σχολείων. Αυτό αποτελεί εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα για τη ρωσόφωνη κοινότητα. Μπορεί να θεωρηθεί ότι με αυτά τα μέτρα οι Εσθονοί παραβιάζουν σαφώς τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων να λαμβάνουν εκπαίδευση στη μητρική τους γλώσσα, όπως ορίζεται τόσο σε έγγραφα του ΟΑΣΕ όσο και του Συμβουλίου της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης-Πλαισίου του ΣτΕ για τα Δικαιώματα των Εθνικών Μειονοτήτων του 1994. Η Εσθονία έχει επικυρώσει το τελευταίο έγγραφο μαζί με 37 άλλα κράτη του ΣτΕ. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τέτοια δικαιώματα μειονοτήτων έχουν θεσπιστεί όχι μόνο για την προστασία των μειονοτήτων, αλλά και για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην κοινωνία» (βλ. Security and Human Rights Monitor, «Alienating Russian speakers in Estonia could have destabilizing effects», 8/5/2025.
Με δυο λόγια, η Εσθονία φαίνεται η πιο ευάλωτη σε προβοκάτσιες ή και πραγματική επιθετική ενέργεια, η οποία θα μπορούσε να ξεκινήσει χωρίς να είναι σαφές πώς και η οποία θα αφορά τους ρωσόφωνους, σε συνάρτηση και με τις παλαιότερες διαφωνίες για τη χάραξη του συνόρου σε συγκεκριμένα σημεία. Ωστόσο, προς το παρόν, αυτά είναι απλώς σενάρια.
Εάν παραμείνει οριοθετημένη η σύγκρουση, πάμε σε μια εκεχειρία και μετά ξεκινήσει μια διαδικασία ορθολογικά ρεαλιστικής διαπραγμάτευσης, τότε μπορεί η σύγκρουση στην Ουκρανία να αντιμετωπιστεί με έναν τρόπο που θα είναι κάπως προβλέψιμος. Δεν είναι, όμως, ακόμα σαφές προς τα που κατευθυνόμαστε. Είναι μαξιμαλιστικές ορισμένες απόψεις που εξακολουθούν να ακούγονται και από τις δυο πλευρές, εάν αναλογιστούμε την κατάσταση στο πεδίο. Παραδείγματος χάριν το να «μπαίνει» η Κριμαία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από το Κίεβο είναι ουσιαστικά άνευ αντικειμένου. Υπενθυμίζω άλλωστε ότι αν η Κριμαία την εποχή του Χρουτσόφ είχε παραμείνει στη ρωσική διοίκηση και δεν είχε μετακινηθεί το 1954 στην ουκρανική διοίκηση εντός της ΕΣΣΔ, τότε η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1990 θα την έβρισκε υπό ρωσική διοίκηση. Επειδή όμως ο Χρουτσόφ τη μετακίνησε, την βρήκε η διάλυση στην ουκρανική διοίκηση.
Γενικότερα, είχε υπάρξει και παλαιότερα, επί Στάλιν (ο οποίος μάλιστα είχε αρχικά διατελέσει και Κομισσάριος Εθνοτήτων, μεταξύ 1917-1923) μια προσπάθεια εφαρμογής πολιτικών που ταυτόχρονα αναγνώριζαν εθνότητες αλλά υπέσκαπταν τις δυνατότητες διακριτής διοικητικής και πολιτικής έκφρασής τους, με τακτικές δημιουργικής χάραξης εσωτερικών συνόρων, μετακίνησης ομάδων όπως επίσης και αλλαγής διοικητικής ένταξης. Τα διάδοχα κράτη πληρώνουν, μεταξύ άλλων, και αυτή την κληρονομιά, σε συνάρτηση με τη σημερινή εμμονή του Κρεμλίνου για την αναβίωση μιας σφαίρας επιρροής πέριξ της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Με δυο λόγια, πρόκειται για θέματα που δεν είναι δυνατό να προσεγγιστούν με λογικές άσπρου-μαύρου. Κάθε γενίκευση περί δυνάμεων του καλού και του κακού ή προσεγγίσεων του λευκού και του μαύρου στη διεθνή πολιτική, συνιστά επικίνδυνη και παραπλανητική υπεραπλούστευση.
Παρά τις όποιες δηλώσεις των Ευρωπαίων ηγετών, η συνέχιση της σύγκρουσης δεν συμφέρει την Ευρώπη. Ούτε είναι το Βερολίνο το πρόβλημα. Πράγματι, ακούμε και κάποιες αντιγερμανικές τοποθετήσεις από Ευρωπαίους, αλλά η ευθύνη της Γερμανίας σε αυτή τη φάση δεν είναι κυρίαρχη. Η Γερμανία υπερθεματίζει, όμως η κυβέρνηση έχει εισέλθει σε μια νέα κουλτούρα που αρχίζει να διαμορφώνεται, και αυτή τη νέα κουλτούρα διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό η Πολωνία και οι τρεις βαλτικές χώρες. Επιπλέον, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ορισμένες ευρωπαϊκές επιλογές σε επίπεδο ηγετικών θέσεων αντανακλούν τάσεις της περιόδου Μπάιντεν. Το ότι πρόσωπα όπως η κυρία Κάλας βρέθηκαν σε αυτές τις θέσεις, οφείλεται στις ευρωατλαντικές αντιλήψεις της συγκεκριμένης περιόδου. Αν είχε αλλάξει η αμερικανική κυβέρνηση ή οι συνθήκες νωρίτερα, οι θέσεις αυτές πιθανότατα θα είχαν καταληφθεί από άλλα στελέχη.
Παράλληλα, χώρες που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο και να αναπτύξουν πρωτοβουλίες, όπως η Γαλλία, αντιμετωπίζουν εσωτερικά πολιτικά προβλήματα, τα οποία στην περίπτωση της Γαλλίας δεν υποβαθμίζουν τη σημασία της. Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι η Γαλλία, αν και αρχικά δεν υποστήριζε τη συνέχιση της σύγκρουσης, αυτή τη στιγμή σε τελική ανάλυση είναι ωφελημένη. Έχει σκαρφαλώσει στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας αγοράς οπλικών συστημάτων -από την τέταρτη θέση- ξεπερνώντας τη Ρωσία. Ο πόλεμος, υπό αυτή την έννοια, δεν της δημιουργεί μόνο προβλήματα, παρά τις εσωτερικές πολιτικές διενέξεις και τα στοιχεία πολιτικής αστάθειας.
Το βασικό ζητούμενο, κατά την άποψή μου, είναι ότι πρέπει να αποσυνδεθεί η αναγκαία προσπάθεια δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής αμυντικής ταυτότητας από τη νομιμοποίησή της μέσω της συνέχισης του πολέμου. Η Ευρώπη έχει χάσει τη στρατηγική οπτική της, ενώ η Γαλλία, η οποία προφανώς διαθέτει στρατηγική προοπτική, βρίσκεται σε εσωτερική πολιτική περιδίνηση. Δεν είναι εύκολο για τον Μακρόν αυτή τη στιγμή,ακόμη και αν το επιθυμεί, να προβάλλει διαφορετικό προφίλ σε σχέση με τη Γερμανία και τη Βρετανία. Το αρχικό γαλλικό ένστικτο -ότι η Ρωσία πρέπει να μην αφεθεί να κυριαρχήσει στην Ουκρανία αλλά όχι να γονατίσει- ήταν κατά την άποψή μου σωστό. Η Ευρώπη δεν μπορεί παρά να θεωρεί την Ρωσία, αύριο και μεθαύριο, κομμάτι των ευρωπαϊκών και ευρασιατικών ισορροπιών. Ο τυχοδιωκτισμός του Κρεμλίνου από την μια και οι προσπάθειες εργαλειοποίησης του Ουκρανικού για την εξασθένιση της Ρωσίας από την άλλη δεν θα πρέπει να ακυρώνουν την ανάγκη περιορισμού και οριοθέτησης του Ρωσο-ουκρανικού πολέμου με παράλληλη διάσωση των ευρωατλαντικών δεσμών στη νέα εκδοχή τους. Εάν οι προσπάθειες ειρήνευσης αποτύχουν, είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν επικίνδυνες εξελίξεις και στα δυο επίπεδα.
* O Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής και Πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στη London School of Economics και κάτοχος της Έδρας Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στη Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts στις ΗΠΑ.
