Κερδίζει χρόνο ως φαίνεται το καθεστώς του Ιράν, αλλά ο ορίζοντας είναι πεπερασμένος εάν δεν παίξει «καλό σκάκι», ήτοι εάν δεν κάνει «διορθωτικές» κινήσεις εντός και εκτός συνόρων, επισημαίνει ο Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αφεντούλης Λαγγίδης σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη στη σκιά του μαζικού κύματος αμφισβήτησης της θεοκρατίας που έχει οδηγήσει τη χώρα σε ιστορικό σταυροδρόμι.
Ο κ. Λαγγίδης αποκωδικοποιεί το πλαίσιο εντός του οποίου ζυγίζει τις κινήσεις του ο Ντόναλντ Τραμπ, από την απουσία ενιαίας αντιπολίτευσης, που αποτελεί και την πεμπτουσία του ζητήματος όπως αναφέρει, και την αμφιβολία κατά πόσο μία επέμβαση θα ήταν πράγματι επιτυχής και δεν εγκυμονούσε τον κίνδυνο ευρύτερης αποσταθεροποίησης, έως τα ήδη ανοιχτά μέτωπα στη Μέση Ανατολή και διεθνώς και φυσικά τις ισορροπίες και το κλίμα στο εσωτερικό των ΗΠΑ με φόντο και τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Η «φωτογραφία της στιγμής» απεικονίζει ότι οι συνθήκες δεν είναι ώριμες για μια άμεση πτώση ενός καθεστώτος που ελέγχει τις δομές του κράτους και τις υπηρεσίες ασφαλείας εδώ και δεκαετίες. Ούτε και διαφαίνεται ότι η πρόθεση Τραμπ είναι να αναλάβει μια στρατιωτική δράση, στην οποία αυτή τη στιγμή δεν «βλέπει» ότι θα έχει κάποιο καταλυτικό αποτέλεσμα. Το καθεστώς, ωστόσο, κάνει τον κύκλο του και πρέπει αναγκαστικά να αλλάξει εάν θέλει να διασφαλίσει την επιβίωσή του - ειδάλλως αυτή θα είναι μόνο μία ανάπαυλα πριν το επόμενο «κύμα», κατά την «ανάγνωση» του κ. Λαγγίδη, ο οποίος εξηγεί επίσης γιατί τα κράτη του Κόλπου είπαν στον Αμερικανό πρόεδρο «όχι τώρα» όσον αφορά στρατιωτική δράση, αλλά και τι ανησυχεί την Τουρκία σε μία ενδεχόμενη πτώση του καθεστώτος Χαμενεΐ.
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης
Κύριε Λαγγίδη, πώς βλέπετε την εικόνα να διαμορφώνεται στο Ιράν; Διαδηλώσεις, κλυδωνισμός καθεστώτος, προθέσεις Τραμπ
Να ξεκινήσουμε από τη γενική εικόνα. Σε σύγκριση με τις προηγούμενες ημέρες, οι τόνοι δεν δείχνουν τόσο εκρηκτικοί. Οι διαδηλώσεις με τα πλήθη που συνέρρεαν μαζικά στους δρόμους δεν φαίνεται να συνεχίζονται σε αυτή την έκταση, τουλάχιστον όπως έχει διαφανεί το τελευταίο διήμερο. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οι λόγοι που πυροδότησαν τις διαδηλώσεις έχουν εκλείψει. Είναι άλλο το γεγονός ότι οι πολίτες βγήκαν μαζικά στους δρόμους, πιστεύοντας ίσως και στην έξωθεν παρέμβαση, και άλλο οι βαθύτερες αιτίες που προκάλεσαν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Η δυσαρέσκεια υπάρχει και ενδεχομένως και να ενισχυθεί, αλλά με την έννοια της φυσικής παρουσίας στους δρόμους δεν βλέπουμε, τη στιγμή που μιλάμε πάντοτε, να εκφράζεται με την ίδια ένταση όπως το προηγούμενο διάστημα.
Όσον αφορά το εσωτερικό του Ιράν, το πλέον σημαντικό ζήτημα, το οποίο έχει θέσει εμμέσως και ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, είναι ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη άμεση λύση διαδοχής στην περίπτωση που ανατραπεί το καθεστώς. Δηλαδή, ποιος θα βγει μπροστά.
Η αντιπολίτευση μπορεί να εμφανίζεται ενιαία στο επίπεδο της διαμαρτυρίας στους δρόμους, όμως δεν ισχύει το ίδιο στο επίπεδο της αντιπολίτευσης στην πολιτική σκηνή, δηλαδή υπό την έννοια των πολιτικών σχηματισμών και των προσώπων. Καταγράφεται και στον διεθνή Τύπο ότι οι περισσότερες πολιτικές αντιδράσεις από οργανώσεις και κινήματα προέρχονται από την ιρανική διασπορά. Αυτό όμως δεν αρκεί για να ανατρέψει ένα καθεστώς το οποίο, παρότι έχει χάσει στήριξη, δεν έχει χάσει τα βασικά του ερείσματα.
Απονομιμοποίηση στην κοινωνία, αλλά χωρίς ρωγμές στο σύστημα ασφαλείας και στις ελεγχόμενες κρατικές δομές. Άρα, όχι ακόμη αντίστροφη μέτρηση;
Ακριβώς. Και δεδομένου αυτού, λογικό είναι να βγει ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, και να πει ότι δεν θα πραγματοποιηθούν εκτελέσεις συλληφθέντων διαδηλωτών τουλάχιστον για τις επόμενες ώρες ή ημέρες. Κατάλαβε ότι αν συνεχίζονταν οι εκτελέσεις, τότε, θέλοντας και μη -γιατί άλλο το τι θέλεις και άλλο το τι κάνεις- η εξωτερική παρέμβαση θα ερχόταν. Όταν βλέπεις αιματοχυσία, είναι δύσκολο να μην αντιδράσεις. Άρα, ένα επιπλέον στοιχείο είναι ότι και το ίδιο το καθεστώς φρόντισε να κάνει αυτές τις κατευναστικές δηλώσεις με το βλέμμα στην κοινή γνώμη στο εξωτερικό και τις ΗΠΑ.
Ένα ακόμη στοιχείο, που συνδέεται με όσα προανέφερα για την αντιπολίτευση, είναι ότι πρόσωπα όπως ο Ρεζά Παχλαβί, ο γιος του Σάχη, δρουν αποκλειστικά από το εξωτερικό, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το ίδιο ισχύει και για πολλές άλλες προσωπικότητες και οργανώσεις που καλούν τον κόσμο σε αντιδράσεις. Δρουν από το εξωτερικό. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν άμεση πρόσβαση στον κόσμο που κατεβαίνει στον δρόμο. Τους καλούν φυσικά να διαδηλώσουν, όμως δεν κινητοποιούν στο έπακρον εκείνους που είναι δυσαρεστημένοι.
Και αυτό διότι πολλοί από αυτούς παραμένουν αρνητικοί είτε απέναντι στη μοναρχία, δηλαδή στους υποστηρικτές του Σάχη, είτε απέναντι σε άλλες οργανώσεις, όπως οι Μουτζαχεντίν του Λαού (Μουτζαχεντίν Χαλκ), που επίσης δρουν από το εξωτερικό. Οι τελευταίοι αντιμετωπίζονται εξίσου με μεγάλη εναντίωση λόγω του παρελθόντος τους. Θα λέγαμε ενός ένοχου παρελθόντος, καθώς κατηγορούνται ότι κατά τη δεκαετία του ’80, στον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, έδρασαν πολεμώντας εναντίον του Ιράν.
Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι η αντιπολίτευση δεν είναι ενιαία. Δεν έχει βρει έναν ηγέτη που θα μπορούσε να την εκφράσει. Αυτή είναι η πεμπτουσία του ζητήματος. Ακόμη κι αν υπάρχει στήριξη από το εξωτερικό, δεν υπάρχει ενιαίο πρόσωπο, δεν εμφανίζεται μια προσωπικότητα που να ενώνει. Ο Ρεζά Παχλαβί, δεν διακρίνω ότι, τουλάχιστον ακόμη, θα μπορούσε να διαδραματίσει αυτόν τον ρόλο.
Δεν φαίνεται και ο ίδιος ο Τραμπ να έχει εμπιστοσύνη στον Παχλαβί ότι θα μπορούσε να «σηκώσει» μία μετάβαση
Δεν το πιστεύει καθόλου. Δεν είναι μόνο ότι δεν μιλάει καλά περσικά, κάτι που ήταν αναμενόμενο αφού μεγάλωσε στο εξωτερικό. Οι Αμερικανοί δεν μιλούν αυθαίρετα. Βασίζονται σε εκθέσεις μυστικών υπηρεσιών που βρίσκονται στο έδαφος και παρακολουθούν τις εξελίξεις από κοντά. Όταν βλέπεις διαδηλώσεις και ακούς σποραδικά συνθήματα όπως «Ζήτω ο Ρεζά», «Ζήτω ο Σάχης» και τα λοιπά, δεν σημαίνει ότι απηχούν την πραγματική κατάσταση, την οποία οι Αμερικανοί γνωρίζουν και καταγράφουν.
Πώς βλέπετε, λοιπόν, τις προθέσεις, τα διλήμματα και τους συλλογισμούς του Ντόναλντ Τραμπ μπροστά σε αυτή την κατάσταση; Ποιες παραμέτρους συνολικά εξετάζει;
Πολλοί στέκονται στο ότι ο Τραμπ είναι απρόβλεπτος. Είναι πράγματι απρόβλεπτος. Όμως το γεγονός ότι δεν έλαβε την απόφαση για πλήγμα δεν οφείλεται απλώς στη μη προβλεψιμότητά του. Πάντα δυστυχώς ξεχνάμε ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική, όπως εκφράζεται από τον πρόεδρο, είναι ταυτόχρονα και εσωτερική πολιτική. Ο πρόεδρος, δηλαδή, βλέπει τον αντίκτυπο στο εσωτερικό της χώρας. Κάθε Αμερικανός πρόεδρος, όχι μόνο ο Τραμπ, όταν διαπιστώνει, για παράδειγμα, ότι η «λύση» στη Γάζα δεν προχωράει και δεν του έχει προσφέρει αύξηση στη δημοτικότητά του, όταν βλέπει επίσης ότι το χτύπημα στη Βενεζουέλα δεν του αποφέρει επίσης δημοσκοπικά τίποτα, αυτό το προσμετρά.
Οι δημοσκοπήσεις θα μπορούσαν να είναι έως και κατευθυνόμενες, αλλά σε έναν μεγάλο βαθμό αντανακλούν την πραγματικότητα, γιατί δεν μιλάμε για ένα αυταρχικό καθεστώς. Όλα αυτά τα παρακολουθεί ένας Αμερικανός πρόεδρος, πολλώ δε μάλλον ο Τραμπ που έχει εκλεγεί με το σύνθημα «όχι στους αιώνιους πολέμους» και αντίθετα ο μέσος Αμερικανός βλέπει το ένα εξωτερικό μέτωπο να διαδέχεται το άλλο, και αρχίζει να ανησυχεί για το πού οδεύουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η ανησυχία αποτυπώνεται στις απαντήσεις των δημοσκοπήσεων και αυτές οι δημοσκοπήσεις λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από οποιονδήποτε πρόεδρο. Το τονίζω: όχι μόνο από τον Τραμπ.
Ειδικά προφανώς εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου
Φυσικά. Εάν χαθεί η πλειοψηφία στο ένα Σώμα του Κογκρέσου, αν όχι και στα δύο, τότε οποιοσδήποτε πρόεδρος αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα. Ειδικά ο Τραμπ, που από την αρχή είχε δυσκολίες, κινδυνεύει να καταστεί αυτό που λένε στην αγγλική «lame duck», δηλαδή «κουτσή πάπια». Δεν θα μπορεί να κάνει σχεδόν τίποτα.
Γι’ αυτό πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός. Οποιαδήποτε αντίδρασή του, και στο Ιράν, θα πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι θα αποφέρει θετικά και όχι αρνητικά αποτελέσματα. Αυτή τη στιγμή, τέτοια στοιχεία δεν υπάρχουν. Εκτιμώ ότι οι υπολογισμοί του για να μην προχωρήσει σε χτύπημα βασίστηκαν και σε αυτό: ότι δεν υπάρχουν δεδομένα που να του δίνουν την εντύπωση πως μια τέτοια κίνηση θα λειτουργούσε ως ώθηση. Δεν υπάρχουν τέτοια δεδομένα. Σύμφωνα με τελευταία δημοσκόπηση του Reuters/Ipsos, η δημοφιλία του είναι μόλις λιγότερο από δύο μονάδες υψηλότερη. Αυτό δεν είναι τίποτα. Κυμαίνεται στα όρια του στατιστικού λάθους.
Άρα, έχουμε τα εσωτερικά της Αμερικής. Έχουμε, από την άλλη, το γεγονός ότι «τρέχουν» -χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν αποδώσει- οι προσπάθειες για τη Γάζα. Υπάρχει βέβαια και το τεράστιο ζήτημα με το μέτωπο της Ουκρανίας, το οποίο πάλι προσωρινά ξεχάστηκε, παρότι η Ουκρανία βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.
Όλα διακλαδώνονται ουσιαστικά και ο Τραμπ προσμετρά τους κινδύνους από το να ανοίξει ένα νέο μέτωπο με απρόβλεπτες συνέπειες δηλαδή
Το είπε και ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος ότι δεν θα κάνει κάτι που θα οδηγούσε σε παρατεταμένη σύγκρουση. Δηλαδή, οποιοδήποτε πλήγμα θα αφορούσε συγκεκριμένους στόχους και, φυσικά, χωρίς καμία μορφή παρουσίας Αμερικανών η οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν «regime changer», δηλαδή να υποστηρίξει την αλλαγή του καθεστώτος. Πώς μπορεί να συμβεί αυτό; Απλά και μόνο με αεροπορικά πλήγματα;
Για να συμβεί κάτι τέτοιο, τα πλήγματα θα έπρεπε, πρώτον, να είναι απολύτως χειρουργικά, ώστε να μην υπάρξουν θύματα που θα προκαλέσουν μαζικές αντιδράσεις. Και, δεύτερον, θα έπρεπε αυτά τα πλήγματα να επιδεινώσουν μια ήδη εξαιρετικά δύσκολη οικονομική κατάσταση. Προσωπικά δεν διακρίνω πώς με μεμονωμένα πλήγματα σε εγκαταστάσεις ή υποδομές θα άλλαζε άρδην και ριζικά η εικόνα.
Πόσο μέτρησαν τα μηνύματα που έλαβαν οι ΗΠΑ από τις χώρες του Κόλπου, που αποστρέφονται μεν το καθεστώς αλλά έδειξαν να φοβούνται ευρύτερη αποσταθεροποίηση;
Σε ό,τι αφορά μια αμερικανική επίθεση, υπήρξαν φόβοι ότι μπορεί να οδηγηθούμε σε μια κατάσταση με απρόβλεπτες συνέπειες. Ακριβώς αυτό το απρόβλεπτο είναι που τους απασχολεί.
Δηλαδή, μπορεί να γίνει κάτι, αλλά αυτό που θα γίνει θα πρέπει να έχει τουλάχιστον κάποια δείγματα, κάποια ψήγματα θετικού αποτελέσματος, όπως το να αλλάξει το καθεστώς. Δεν βλέπουν, όμως, ούτε οι χώρες του Κόλπου -η Σαουδική Αραβία και οι άλλες- ότι κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί απλώς με στρατιωτικά μέσα. Γι’ αυτό και, εμμέσως, του είπαν: «Μην το κάνεις τώρα». Αυτή τη στάση κράτησαν, φοβούμενοι το απρόβλεπτο.
Πιστεύουν περισσότερο ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ τους. Γι’ αυτό είπαν «όχι τώρα». Ο χρόνος μπορεί να λειτουργήσει υπέρ μιας μετάβασης ήπιας. Και αυτή η ήπια μετάβαση είναι το ζητούμενο για τις χώρες του Κόλπου: μια μετάβαση με ευρεία λαϊκή στήριξη.
Δηλαδή, μπορείς να σκοτώσεις τον Χαμενεΐ, μπορείς να τον εντοπίσεις και να τον εξοντώσεις, όπως και κάποιους άλλους. Αλλά αυτό θα επιφέρει ριζική αλλαγή στο καθεστώς; Μιλάμε για ένα καθεστώς που υπάρχει από το 1979 και διαθέτει δομές. Είναι αυτό που επισήμανα και στην αρχή: έχει ακόμη δομές. Και ποιος επίσης εγγυάται ότι αυτοί που θα έρθουν μετά δεν θα είναι ακόμη πιο σκληροπυρηνικοί; Μπορεί να είναι και χειρότεροι. Αυτό φοβούνται οι χώρες του Κόλπου.
Είναι αντίθετοι με το καθεστώς, αλλά αν δουν ότι μια εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει σε κάτι χειρότερο, δεν θα τη στηρίξουν. Δεν γνωρίζουν ακόμη τι θα συμβεί. Γι’ αυτό και είπαν «όχι τώρα». Δεν βλέπουν τις κατάλληλες συνθήκες.
Να περάσουμε σε ένα σχόλιό σας για την Ρωσία και την Κίνα. Πώς βλέπουν τις εξελίξεις;
Η Ρωσία και η Κίνα αυτή τη στιγμή ενδιαφέρονται πιο άμεσα, για τα οικονομικά τους συμφέροντα. Τους ενδιαφέρει το ιρανικό πετρέλαιο να συνεχίσει να ρέει. Τους απασχολεί έντονα το ενδεχόμενο διακοπής της τροφοδοσίας, ιδίως το Πεκίνο. Και δεν θέλουν, σε καμία περίπτωση, το Ιράν να «περάσει» στη Δύση και να τροφοδοτεί άλλες αγορές. Αυτό είναι η βασική τους ανησυχία.
Και στο κεφάλαιο Τουρκία: Πώς «διαβάζει» τα γεγονότα και τι φοβάται σε μια ενδεχόμενη ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος;
Δεν πρόκειται απλώς για έναν γενικό φόβο στην Τουρκία σχετικά με μια αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Υπάρχει και ο φόβος του ίδιου του Ερντογάν -ίσως και προσωπικά- ότι μπορεί να είναι ο επόμενος στη σειρά. Είναι ένας φόβος σχεδόν αυτονόητος: ότι η διαδικασία μπορεί να μην σταματήσει εδώ, αλλά μπορεί να επεκταθεί.
Θα σταδώ εδώ ιδιαίτερα στο ιστορικό των σχέσεων του τριγώνου της παρουσίας της Δύσης στη Μέση Ανατολή. Η δυτική παρουσία στηριζόταν πριν από το 1979 σε τρία κράτη: Το προπύργιο, ο «χωροφύλακας» της Δύσης, όπως λέγαμε, ήταν το Ιράν. Σε δεύτερο ρόλο βρισκόταν η Τουρκία και ο τρίτος πόλος ήταν το Ισραήλ. Όταν βγήκε από το προσκήνιο το Ιράν, μοιραία η προσοχή της Δύσης -κυρίως των Αμερικανών- στράφηκε στη στήριξη της Τουρκίας.
Άρα υπάρχει η ανησυχία ότι, αν το Ιράν επανέλθει στο «δυτικό μαντρί», για να το πω σχηματικά, μπορεί να απομειωθεί ακόμη περισσότερο η στρατηγική και γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας. Υπάρχει, λοιπόν, σοβαρή ανησυχία, έστω κι αν δεν εκφράζεται με δραματικούς τόνους.
Αυτό που θα γίνει στο Ιράν θα επηρεάσει, αν όχι άμεσα, σίγουρα στο επόμενο διάστημα και την Τουρκία. Αν το Ιράν ξαναμπεί στη δυτική σκακιέρα, αλλάζουν τα δεδομένα. Και αλλάζουν και για άλλα κράτη: την Τουρκία, το Αζερμπαϊτζάν, την Αρμενία, δηλαδή γειτονικές χώρες, που θα επηρεαστούν αν όχι άμεσα, έμμεσα τουλάχιστον. Θα αλλάξει συνολικά η Μέση Ανατολή. Αυτό φοβούνται: ότι η αλλαγή μπορεί να φτάσει σε τόσο δραματικά επίπεδα ώστε να τους επηρεάσει άμεσα.
Δεν διακρίνετε εξελίξεις άμεσα· το καθεστώς Χαμενεΐ παραμένει όρθιο αλλά ποια τα όρια της αντοχής του; Και από τι συναρτάται η επιβίωσή του;
Δεν βλέπω πράγματι τη δεδομένη στιγμή που μιλάμε πάντα κάποια άμεση εξέλιξη. Φαίνεται όμως ότι πρόκειται για ένα καθεστώς του οποίου ο κύκλος ζωής έχει συντομεύσει - βρίσκεται πιο κοντά στα όριά του. Για να το πω αλλιώς, το Ιράν θα πρέπει να κάνει κάποιες «διορθωτικές» κινήσεις. Για να κατευνάσει τις εσωτερικές αντιδράσεις, θα πρέπει να σταματήσει να δίνει έμφαση στην πολεμική προετοιμασία και στην εξαγωγή της «επανάστασης» και να στραφεί στα προβλήματα του λαού.
Από εκεί ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις: από τη βαθιά οικονομική κρίση. Θα πρέπει, λοιπόν, να στρέψει την προσοχή του όχι σε όσα έκανε επί δεκαετίες, αλλά σε όσα επιβάλλει η οικονομική πραγματικότητα. Πρέπει να βελτιώσει την οικονομία. Εκτιμώ ότι το καθεστώς, ίσως όχι άμεσα -για να μη δώσει την εντύπωση ότι ενέδωσε- μπορεί να κάνει κάποιες κινήσεις. Κάτι αφέθηκε να εννοηθεί από το γεγονός ότι φάνηκαν πιο ανοιχτοί στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος.
Σε επίπεδο διαπραγμάτευσης, εκεί που έλεγαν ότι είναι αποκλειστικά δική τους υπόθεση, δείχνουν τώρα διάθεση να το επανεξετάσουν. Βέβαια, το έχουν πει πολλές φορές στο παρελθόν εμπαίζοντας τη διεθνή κοινότητα, αλλά φαίνεται ότι μπορεί να επιστρέψουν σε αυτή τη λογική. Κάτι πρέπει να γίνει που να έχει αντίκρισμα και στη Δύση. Και το πιο άμεσο πεδίο είναι το πυρηνικό πρόγραμμα. Ίσως εμφανιστούν, σχετικά πάντα, κάπως πιο συγκαταβατικοί και ενδεχομένως να περάσουν και σε κάπως πιο «ήπια» πολιτική στην πράξη.
Βρισκόμαστε στο σημείο όπου οι συνθήκες δεν φαίνονται ώριμες για μια άμεση αλλαγή καθεστώτος. Δεν διαφαίνεται, επίσης, πρόθεση του Τραμπ να αναλάβει μια στρατιωτική δράση, την οποία ο ίδιος δεν θεωρεί ότι θα είχε καταληκτικό αποτέλεσμα. Και, επιπλέον, δεν υπάρχει εγγύηση ότι μια τέτοια ενέργεια δεν θα οδηγούσε σε αποσταθεροποίηση.
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα προσεκτικό ζύγισμα από αμερικανικής πλευράς των θετικών και των αρνητικών που θα μπορούσαν να προκύψουν από μια στρατιωτική δράση. Παράλληλα, φαίνεται ότι και οι ίδιοι οι Αμερικανοί έχουν κουραστεί από τη ρητορική Τραμπ. Ούτε και υπήρξε αυτή η δραματική βελτίωση στους δείκτες και στις δημοσκοπήσεις. Δεν την είδαμε.
Όμως, δεν μπορεί σήμερα το καθεστώς να σταθεί με τους όρους που ίσχυαν πριν από δέκα χρόνια. Πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να γίνουν πολλά για να βελτιωθεί το βιωτικό επίπεδο και να περιοριστούν οι αντιδράσεις. Οι αντιδράσεις μπορεί να κοπάσουν για κάποιες ημέρες, αλλά αν συνεχιστεί η οικονομική δυσπραγία, μπορούν να επιστρέψουν.
Συνεπώς, το καθεστώς κερδίζει χρόνο, αλλά αβέβαιο ως πότε
Το Ιράν κερδίζει χρόνο, αλλά αυτός ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος· είναι πεπερασμένος. Αν δεν γίνουν κάποιες διορθωτικές κινήσεις ή αλλαγές, θα υπάρξει νέος γύρος αντιδράσεων. Θα χρειαστούν κάποιες αλλαγές, έστω και μικρές. Είτε σε επίπεδο ρητορικής είτε και έμπρακτα, σε σχέση με διαπραγματεύσεις και συζητήσεις με την Αμερική. Θα μπορούσε να επιχειρηθεί και μια εκ νέου προσέγγιση με την Ευρώπη, αν και η Ευρώπη πλέον δείχνει ότι δεν πείθεται εύκολα. Οι Γερμανοί πίεσαν, οι Γάλλοι πίεσαν για συζητήσεις, αλλά αυτό δεν έχει αποδώσει.
Πώς ερμηνεύσατε την προ ημερών δήλωση του Γερμανού καγκελάριου, Φρίντριχ Μερτς, ότι παρακολουθούμε τις τελευταίες ημέρες ή εβδομάδες του καθεστώτος;
Ήταν η εκτίμηση ότι το καθεστώς αυτό δεν μπορεί να συνεχίσει για πολύ ακόμη χωρίς να υπάρξει κάτι διαφορετικό. Η λογική ήταν πως οι μέρες κάθε καθεστώτος είναι μετρημένες, αν δεν προβεί σε διορθωτικές κινήσεις. Αυτό θεωρώ ήθελε να μεταφέρει. Δεν είναι ότι παρότρυνε προς μία στρατιωτική επέμβαση από τους Αμερικανούς τώρα ή χθες ή προχθές.
Βάσει της ανάλυσής σας, και προσμετρώντας επίσης και ότι ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ βρίσκεται στα 86 του χρόνια, πολλά φαίνεται να εξαρτώνται τελικά από το εάν το καθεστώς θα παίξει καλό σκάκι
Ακριβώς. Το «παιχνίδι» -είτε το πεις πινγκ-πονγκ, είτε τένις, είτε σκάκι- περνά στο τερέν του Ιράν. Το ερώτημα είναι αν η θεοκρατία θα παίξει σωστά ή λάθος.
Ένα Ιράν που θα «επέστρεφε» στη Δύση, τι θα σήμαινε για το Ισραήλ;
Πρώτα απ’ όλα, θα περιοριζόταν η στήριξη που παρείχε επί χρόνια το Ιράν σε οργανώσεις εχθρικές προς το Ισραήλ. Μιλάμε για τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο, τους Χούθι και άλλες οργανώσεις. Αν αυτές πάψουν να έχουν έμπρακτη, οικονομική και στρατιωτική στήριξη από το Ιράν, κανείς δεν μπορεί να πει ότι θα συνεχίσουν να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Αυτό είναι σαφώς θετικό για το Ισραήλ.
Ακόμη και αν το πυρηνικό πρόγραμμα «παγώσει» -δεν ξέρουμε τι ακριβώς θα προκύψει- το Ισραήλ εξασφαλίζει μια «νίκη στα σημεία». Δεν είναι νοκ άουτ, αλλά είναι νίκη στα σημεία.
Η συζήτηση δείχνει πλέον να μετατοπίζεται πλέον. Δεν αφορά τα άμεσα στρατιωτικά πλήγματα, αλλά αυτό που λέγαμε: μια ήπια διαδικασία. Το Ιράν κερδίζει χρόνο. Μπορεί να τον αξιοποιήσει θετικά. Μπορεί, όμως, αν δεν αλλάξει, να κερδίσει απλώς λίγες εβδομάδες ή μήνες. Μέχρι εκεί. Μετά, τα ίδια θα ξανασυμβούν.
