Προτάσεις για όσα διαβάζονται σήμερα
Το βλέμμα στο ράφι

Προτάσεις για όσα διαβάζονται σήμερα

T. G. Fraser, Σε ποιον ανήκει αυτή η γη; Η ιστορία της Μέσης Ανατολής από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα, μτφρ. Στέφανος Καββαλιεράκης, εκδ. Μεταίχμιο, σελ 416

Το Βιβλίο του T. G. Fraser επιχειρεί την αφήγηση της ιστορίας της Μέσης Ανατολής από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα, έχοντας ως βασικό του στοίχο να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η έννοια της «ιστορίας» στη Μέση Ανατολή συγκροτείται μέσα από σύγκρουση, διαρκή διαπραγμάτευση και ατελή κυριαρχία. Ο τίτλος λειτουργεί ταυτόχρονα κυριολεκτικά και πολιτικά. Τα εδάφη παραμένουν αμφισβητούμενα σε γεωγραφικό, ιστορικό, θεσμικό και αφηγηματικό επίπεδο.

Από την πρώτη κιόλας σελίδα καθίσταται σαφές ότι ο Fraser προσεγγίζει τη Μέση Ανατολή έξω από το σχήμα μιας γεωγραφικής περιοχής με αυτονόητη συνοχή. Τη θεωρεί έναν χώρο πολιτικά κατασκευασμένο, κυρίως μέσα από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την επιβολή ευρωπαϊκών μορφών κυριαρχίας. Τα σύνορα που χαράχθηκαν μετά το 1918 προέκυψαν ως αποτέλεσμα διπλωματικών συμβιβασμών, στρατηγικών υπολογισμών και αποικιακής λογικής, σε απόσταση από ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες.

Εδώ αναδύεται μια σκέψη που βαραίνει ολόκληρο το εγχείρημα: πρόκειται για ένα λάθος που επαναλαμβάνεται διαρκώς ή για μια αλήθεια που παραβλέπεται συστηματικά με σχεδόν μαζοχιστική εμμονή. Μια πολιτική που σπανίως λύνει προβλήματα και καταλήγει σε απώλειες για όλους τους εμπλεκόμενους.

Η λογική αυτή εμφανίζεται επανειλημμένα στο όνομα της «οικονομίας» και της «σταθερότητας». Η χάραξη συνόρων στο Ιράκ και τη Συρία αγνόησε φυλετικές, θρησκευτικές και κοινοτικές πραγματικότητες, με αποτέλεσμα κράτη εύθραυστα, εξαρτημένα από καταστολή ή εξωτερική στήριξη. Η περίπτωση της Παλαιστίνης ανέδειξε μια διεθνή διαχείριση που προέταξε γεωπολιτικούς και οικονομικούς συσχετισμούς, υποτιμώντας τη βαρύτητα της ιστορικής μνήμης και της πολιτισμικής ταυτότητας. Αντίστοιχα, η εμμονή σε πετρελαϊκές ισορροπίες στον Περσικό Κόλπο ενίσχυσε κρατικές μορφές χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση, καλλιεργώντας μακροχρόνιες εντάσεις.

Η Ιστορία δείχνει ότι, όταν οι πολιτισμικές παράμετροι αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες λεπτομέρειες μπροστά στην οικονομία ή τη γεωστρατηγική, το αποτέλεσμα παραμένει ασταθές. Η ιστορία της Μέσης Ανατολής αποκτά έτσι τον χαρακτήρα μιας διαρκούς υπενθύμισης: τα κράτη μπορεί να σχεδιάζονται σε χάρτες, οι κοινωνίες όμως ζουν, θυμούνται και αντιδρούν.

Ο Fraser επιμένει, και εδώ βρίσκεται η ουσιαστική συμβολή του, ότι η κρίση της Μέσης Ανατολής προκύπτει από την ασυμβατότητα ανάμεσα σε επιβεβλημένες κρατικές μορφές και κοινωνίες που είχαν διαμορφωθεί πριν από αυτές. Το κράτος συγκροτήθηκε πρώτο και το έθνος κλήθηκε εκ των υστέρων να το δικαιολογήσει· αυτή η αντιστροφή σφραγίζει ολόκληρο τον 20ό αιώνα.

Στο Σε ποιον ανήκει αυτή η γη;, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, πέρα από χρονολογικό σημείο εκκίνησης, αναδεικνύεται σε ιδρυτικό τραύμα. Οι μυστικές συμφωνίες, οι υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν, οι αντιφατικές δεσμεύσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων δημιούργησαν ένα πεδίο μόνιμης αστάθειας. Η αποικιακή διοίκηση δεν εγκαθίδρυσε βιώσιμες πολιτικές δομές, αλλά μηχανισμούς ελέγχου.

Ο συγγραφέας αποφεύγει τη ρητορική της «προδοσίας» και προτιμά μια πιο ψυχρή, αλλά ουσιαστικότερη διατύπωση: οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να συγκροτήσουν πολιτική νομιμοποίηση στη Μέση Ανατολή. Το ζητούμενο ήταν η διαχείριση, όχι η συναίνεση.

Ένα από τα κεντρικά θέματα του βιβλίου είναι η γένεση των εθνικισμών στη Μέση Ανατολή. Ο Fraser δείχνει με καθαρότητα ότι αυτοί οι εθνικισμοί δεν αναπτύχθηκαν οργανικά, όπως στην Ευρώπη, αλλά σε συνθήκες εξωτερικής πίεσης και εσωτερικής ασυνέχειας. Η ιδέα του έθνους εισάγεται ως εργαλείο διεκδίκησης, όχι ως φυσική εξέλιξη.

Αυτό οδηγεί σε μια σειρά κρατών που διαθέτουν διεθνή αναγνώριση αλλά στερούνται εσωτερικής συνοχής. Οι κοινωνίες παραμένουν πολυθρησκευτικές, πολυεθνοτικές, συχνά φυλετικά οργανωμένες, ενώ τα κράτη απαιτούν ομοιογένεια. Το αποτέλεσμα είναι μια μόνιμη ένταση ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια, ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία.

Χωρίς να μονοπωλεί το βιβλίο, το Παλαιστινιακό ζήτημα γίνεται το συμπυκνωμένο παράδειγμα όλων των αντιφάσεων που εξετάζει ο Fraser. Εδώ συγκρούονται αποικιακές δεσμεύσεις, εθνικά οράματα, θρησκευτικές διεκδικήσεις και διεθνείς ισορροπίες. Η Παλαιστίνη λοιπόν δεν συνιστά εξαίρεση αλλά τον κανόνα της μεσανατολικής γεωγραφίας: ένα έδαφος όπου η ιστορία, το δίκαιο και η βία δεν συμπίπτουν ποτέ.

Πολύ σημαντικό είναι ότι ο συγγραφέας αποφεύγει τον ηθικό διδακτισμό. Αντί να πάρει θέση, επιμένει να δείχνει πώς κάθε αφήγημα γεννιέται μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Και αυτή ακριβώς η επιλογή καθιστά το βιβλίο πολιτικά σημαντικό.

Στο δεύτερο μισό του βιβλίου, η Μέση Ανατολή μετατρέπεται σε πεδίο ανταγωνισμού υπερδυνάμεων. Ο Fraser δείχνει πώς ο Ψυχρός Πόλεμος δεν έφερε ιδεολογική σαφήνεια, αλλά επέτεινε την αυθαιρεσία των καθεστώτων. Η στήριξη αυταρχικών κυβερνήσεων στο όνομα της «σταθερότητας» διέβρωσε περαιτέρω την πολιτική νομιμοποίηση.

Τα πραξικοπήματα, οι στρατιωτικές χούντες, η υπερτροφία των μηχανισμών ασφαλείας δεν παρουσιάζονται ως παρεκκλίσεις, αλλά ως λογική συνέχεια ενός κρατικού μοντέλου που δεν στηρίχθηκε ποτέ σε κοινωνικό συμβόλαιο. Με δυο λόγια, σπάνια διέθεταν εσωτερική νομιμοποίηση.

Φτάνοντας στο παρόν, το βιβλίο αποκτά έναν σχεδόν προφητικό τόνο. Η διάλυση κρατών, οι εμφύλιοι πόλεμοι και η άνοδος μη κρατικών δρώντων παρουσιάζονται ως φαινόμενα αποσύνθεσης ενός ήδη προβληματικού συστήματος. Η κυριαρχία εμφανίζεται ως μερική και ασταθής από τη γέννησή της, γεγονός που σήμερα γίνεται ορατό με ωμό τρόπο.

Ο Fraser αποφεύγει τη διατύπωση έτοιμων λύσεων. Προσφέρει όμως ένα ιστορικό πλαίσιο που φωτίζει τους λόγους για τους οποίους κάθε απλουστευμένη πρόταση «σταθεροποίησης» οδηγεί σε αδιέξοδο.

Το Σε ποιον ανήκει αυτή η γη; είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται όχι για να «μάθει» κανείς γεγονότα, αλλά για να σκεφτεί ιστορικά. Και κυρίως, αρνείται να μετατρέψει τη Μέση Ανατολή σε σκηνικό διαρκούς κρίσης· τη δείχνει ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών, συγκεκριμένων ιδεολογιών και συγκεκριμένων ιστορικών αδιεξόδων.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει την φιλοδοξία να αναλύσει με έντιμο τρόπο τη ιστορική δυστροπία της Μέσης Ανατολής και αυτό, στην Ιστορία, είναι συχνά το πιο δύσκολο.

*Ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας