Συνέντευξη στον αρχισυντάκτη του περιοδικού «Foreign Policy», έδωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, απαντώντας σε καίρια ερωτήματα για τις διεθνείς εξελίξεις και τα μείζονα γεωπολιτικά ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την Ελλάδα.
Ερωτηθείς για τις σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία, ο πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι η ατζέντα του διαλόγου με την Τουρκία δεν διευρύνεται πέραν της μίας και μοναδικής διαφοράς που αναγνωρίζει η ελληνική πλευρά: τον καθορισμό Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και υφαλοκρηπίδας.
Σε διευκρινιστική ερώτηση ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε σαφώς ισχυρότερη θέση σε σύγκριση με πριν από πέντε χρόνια, έχοντας προχωρήσει σε ουσιαστική ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων.
Παράλληλα, σημείωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι «πεπειραμένοι ηγέτες», παραπέμποντας στην επικείμενη μετάβασή του στην Τουρκία για τη συνάντηση με τον Τούρκο πρόεδρο στις 11 Φεβρουαρίου.
Όπως ανέφερε, «η γεωγραφία δεν αλλάζει», επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα παρέχει τη δυνατότητα σε Τούρκους πολίτες να επισκέπτονται τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, συμβάλλοντας στην τόνωση του τουρισμού και στην ενίσχυση των επαφών μεταξύ των δύο λαών.
Επίσης εκτίμησε, ενόψει της συνάντησης, ότι δεν βλέπει κάποιο λόγο κλιμάκωσης με την τουρκική πλευρά, ενώ επανέλαβε ότι «με την Τουρκία έχουμε μία και μόνο διαφορά, τον καθορισμό ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας».
Οι ευρωατλαντικές σχέσεις
Ακόμα, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στις σχέσεις Ευρώπης - ΗΠΑ υπογραμμίζοντας ότι, από ευρωπαϊκής πλευράς, συνεχίζεται η εποικοδομητική συνεργασία με την Ουάσινγκτον. Όπως επισήμανε, η διατήρηση ισχυρών οικονομικών και αμυντικών δεσμών με την Ευρώπη εξυπηρετεί και τα συμφέροντα των ΗΠΑ, καθώς πρόκειται για μια αμοιβαία επωφελή σχέση, μια «win-win» συνεργασία.
Σε ό,τι αφορά τις ευρωατλαντικές σχέσεις, ο κ. Μητσοτάκης τόνισε ότι η Ελλάδα δεν τις έχει εγκαταλείψει, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι οι δεσμοί που διαμόρφωσαν τη δυτική παγκόσμια τάξη «έχουν εξασθενήσει, αλλά εξακολουθούν να υφίστανται».
Όπως ανέφερε, «θα ήταν αφελές να υποστηρίξει κανείς ότι σήμερα η Ευρώπη μπορεί να αμυνθεί πλήρως μόνη της», επισημαίνοντας ταυτόχρονα την προνομιακή αμυντική συνεργασία της Ελλάδας με τις ΗΠΑ στο πλαίσιο της διμερούς αμυντικής συμφωνίας. Τόνισε, ωστόσο, ότι μίλησε «ως περήφανος Ευρωπαίος» και ότι θα συνεχίσει να εργάζεται για την υπέρβαση των ρηγμάτων στις ευρωατλαντικές σχέσεις.
Για το ναυάγιο στη Χίο
Αναφερόμενος στη τραγωδία στη Χίο είπε: «Είναι μια τραγωδία και πρέπει να γίνει πλήρης έρευνα. Υπήρχε ένα μικρό σκάφος, δεν ξέρουμε γιατί συνέβη αυτό. Περιμένω πλήρη έρευνα. Οι αρμόδιες αρχές θα διελευκάνουν την υπόθεση. Διακινητές βάζουν ανθρώπους σε μικρή βάρκα χωρίς σωσίβια, με μόνο σκοπό να τους επιβιβάσουν σε ένα ελληνικό νησί. Δεσμεύομαι ότι η έρευνα θα γίνει με πλήρη διαφάνεια».
Ξεκαθάρισε ότι εάν δεν ήταν το Λιμενικό, τότε οι νεκροί θα ήταν περισσότεροι, ενώ αναφερόμενος στο μεταναστευτικό σημείωσε πως η Ελλάδα ακολουθεί μία σκληρή αλλά δίκαιη πολιτική αφού, εάν κάποιος μπει παράνομα στην χώρα και δεν δικαιούται άσυλο, θα πρέπει να επιστρέψει πίσω.
Ταυτόχρονα, συνέχισε, «είμαστε γενναιόδωροι με όσους λαμβάνουν άσυλο» και πρόσθεσε ότι η χώρα είναι ανοικτή στη νόμιμη μετανάστευση, φέροντας ως παράδειγμα τις διακρατικές συμφωνίες για εργατικό δυναμικό. Στο σημείο αυτό υπογράμμισε πως όταν παρουσιάζει την άποψή του το 2020 για το ματαναστευτικό υπήρξαν αντιδράσεις, ωστόσο πέντε χρόνια μετά η ΕΕ ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση.
«Η Ελλάδα έχει κεντρικό ρόλο στην ενεργειακή αρχιτεκτονική της Ευρώπης»
Αναφερόμενος στα ενεργειακά ζητήματα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επισήμανε ότι η Ελλάδα πρωτοστατεί στην προσπάθεια περιορισμού των εκπομπών αερίων ρύπων, υπογραμμίζοντας πως οι ανανεώσιμες πηγές καλύπτουν περίπου το 50% της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, διευκρίνισε ωστόσο ότι, τουλάχιστον στη σημερινή συγκυρία, οι ΑΠΕ δεν επαρκούν από μόνες τους.
Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε τη φιλοδοξία της χώρας να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική της Ευρώπης, επισημαίνοντας ότι η ενέργεια αναδεικνύεται πλέον σε καίριο γεωπολιτικό και πολιτικό εργαλείο. Όπως είπε, η Αθήνα επιδιώκει παράλληλα την περαιτέρω ενίσχυση των ευρωατλαντικών της σχέσεων, ενώ γνωστοποίησε ότι σύντομα ξεκινούν οι εξορύξεις, σημειώνοντας ότι «η Chevron και η Exxon είναι παρούσες».
Στο πλαίσιο αυτό ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα παραμένει σταθερά προσηλωμένη στο διεθνές δίκαιο και, ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, προβάλλει διαχρονικά την αρχή πως οι περιφερειακές διαφορές πρέπει να επιλύονται στη βάση των διεθνών κανόνων.
Την ίδια στιγμή, ξεκαθάρισε ότι η Αθήνα λαμβάνει υπόψη τις μεταβαλλόμενες διεθνείς συνθήκες, σημειώνοντας ότι «δεν είμαστε αφελείς» και ότι, σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων, καθίσταται αναγκαία η ενίσχυση των εγχώριων αμυντικών δυνατοτήτων. Όπως επισήμανε, οι διεθνείς σχέσεις έχουν καταστεί περισσότερο «συναλλακτικές», γεγονός που επιβάλλει την ενδυνάμωση τόσο της οικονομικής και αμυντικής ισχύος όσο και της ήπιας ισχύος της χώρας.
Η ανταγωνιστικό της ΕΕ
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και τη χρηματοδότηση της άμυνας, επισημαίνοντας ότι, παρά τις δημοσιονομικές πιέσεις, οι ΗΠΑ διαθέτουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν τα ελλείμματά τους.
Αντιθέτως, όπως σημείωσε, για την Ευρώπη η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνο για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά και για την κάλυψη των αυξημένων αμυντικών αναγκών.
Υπενθύμισε, δε, ότι εντός της επόμενης εβδομάδας θα πραγματοποιηθεί κρίσιμο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με την ανταγωνιστικότητα να βρίσκεται στο επίκεντρο της ατζέντας.
Ο πρωθυπουργός ανέφερε ακόμη ότι η Ελλάδα ήδη «δαπανά το 3% του ΑΕΠ για την άμυνα», την ώρα που παράγει πρωτογενή πλεονάσματα και προχωρά σε μειώσεις φόρων, αποδίδοντας αυτή τη δυνατότητα στη δυναμική πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Στο σημείο αυτό δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει ότι μετά την πανδημία συγκροτήθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο μια «μεγάλη δεξαμενή χρημάτων» για την αντιμετώπιση της κρίσης, την οποία χαρακτήρισε επιτυχημένη, επαναφέροντας τη συζήτηση για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού κοινής χρηματοδότησης της άμυνας.
Όπως σημείωσε, «θα μπορούσαμε να δανειστούμε από κοινού», αναγνωρίζοντας ότι η Ευρώπη δεν έχει ακόμη φτάσει σε αυτό το στάδιο.
