Η βαθιά υποχώρηση των τιμών του χρυσού και του ασημιού, κυριάρχησαν τις τελευταίες ημέρες στις ειδήσεις. Η υψηλή μεταβλητότητα σε δυο εμπορεύματα με συντηρητικά δομικά χαρακτηριστικά, αφόπλισε σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση της ασφάλειας και της σιγουριάς που παραδοσιακά καλύπτει τις συγκεκριμένες επενδυτικές επιλογές.
Ωστόσο, εξίσου σημαντικό και ίσως και λίγο παράδοξο είναι το φαινόμενο της Wall Street, όπου παρά τα εξαιρετικά οικονομικά αποτελέσματα των ψηφιακών «κολοσσών», όπως της Microsoft, της Meta (Facebook), της Alphabet (Google) και της Amazon, οι μετοχές τους υποχώρησαν. Οι προαναφερθείσες εταιρείες ανακοίνωσαν οικονομικά αποτελέσματα που θα ζήλευε κάθε επιχείρηση. Αυξημένα έσοδα και υψηλά κέρδη ανά μετοχή (EPS) που ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις των αναλυτών και επιβεβαίωσαν της κυριαρχία τους στις αγορές και στους κλάδους που δραστηριοποιούνται. Κι όμως, οι οθόνες των τερματικών ξάφνιασαν τους επενδυτές. Οι μετοχές υποχώρησαν από -5% έως και -12% μέσα σε λίγες ώρες μετά τις ανακοινώσεις.
Πώς είναι δυνατόν μια εταιρεία να ανακοινώνει κέρδη πάνω από τις εκτιμήσεις, να αυξάνει τις προβλέψεις της για το επόμενο τρίμηνο, να παρουσιάζει ισχυρή αύξηση εσόδων και κερδοφορίας, και η μετοχή της αντί να ανεβαίνει να πέφτει; Το φαινόμενο αυτό, έχει αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα έντονο στον κλάδο της τεχνολογίας, έχει επαναληφθεί πολλές φορές μέσα στο 2025 και συνεχίζεται όπως βλέπουμε στις αρχές του 2026. Πώς γίνεται μια εταιρεία να υπερβαίνει τις εκτιμήσεις της αγοράς και ταυτόχρονα η μετοχή της να τιμωρείται από την αγορά;
Μια πρώτη απάντηση είναι ότι οι προσδοκίες που είναι ενσωματωμένες στις τιμές των μετοχών είναι ήδη υψηλότερες. Διότι όταν μια μετοχή της τεχνολογίας, έχει «τρέξει» με +80%, +120% ή +200% μέσα σε 12–18 μήνες, οι προσδοκίες των επενδυτών έχουν ξεπεράσει τις εκτιμήσεις των αναλυτών και οι τιμές στόχοι έχουν προσαρμοστεί σε εξωπραγματικά επίπεδα. Οπότε μια αύξηση κατά +15% στα κέρδη που ανέμεναν οι αναλυτές, δεν αρκεί για να υποστηρίξει το +80%, το +120% ή το +200% που ήδη έχει κάνει η μετοχή. Με δυο λόγια οι μετοχές έχουν «τρέξει» πολύ πιο γρήγορα από τα πραγματικά κέρδη των εταιρειών. Αφήνοντας ένα «gap», το οποίο αναγκαστικά κλείνει. Κι έτσι τα οικονομικά αποτελέσματα των εταιρειών αντί να χαροποιούν, απογοητεύουν τους επενδυτές. Αφού έχουν βάλει το κάρο μπροστά από το μουλάρι.
Μια δεύτερη απάντηση είναι ότι οι περισσότερες μεγάλες τεχνολογικές μετοχές διαπραγματεύονται σε επίπεδα που δεν δικαιολογούνται από τα τρέχοντα κέρδη, παρά μόνο από τις προσδοκίες για τα μελλοντικά κέρδη που «θα έρθουν σε βάθος χρόνου». Το P/E των μελλοντικών κερδών του Nasdaq-100 είναι κοντά στο 28 – 30, ενώ των «Υπέροχων 7» (Magnificent 7) βρίσκεται στο 35 -40. Αυτό σημαίνει ότι και η αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS), πρέπει να συμβαδίζει με αυτούς τους δείκτες. Έτσι οποιαδήποτε αύξηση των κερδών, μικρότερη της τάξης του 30% για την επόμενη πενταετία, κρίνεται αυτομάτως ως αποτυχία.
Μια τρίτη απάντηση είναι η μετακύληση των κεφαλαίων από τις μετοχές τεχνολογίας στις μετοχές της λεγόμενης παλαιάς οικονομίας, όπως είναι οι κυκλικές μετοχές και οι μετοχές αξίας. Δηλαδή οι επενδυτές μεταφέρουν χρήματα σε κλάδους που επωφελούνται από τις αναμενόμενες επιτοκιακές πολιτικές, όπως είναι οι τράπεζες, η ενέργεια και η βιομηχανικά, καθώς και σε μετοχές με χαμηλότερο P/E. Αυτό δημιουργεί πιέσεις πωλήσεων στις τεχνολογικές μετοχές, ακόμα και όταν τα αποτελέσματα που ανακοινώνονται είναι θετικά.
Μια τέταρτη απάντηση η οποία ίσως και να είναι και η πιο κρίσιμη διότι σχετίζεται με το αδύναμο «momentum», είναι η ανησυχία σχετικά με τις τεράστιες επενδύσεις που απαιτεί η Τεχνητή Νοημοσύνη. Τα ζητήματα που τίθενται εδώ είναι δυο. Το πρώτο αφορά τις ίδιες τις κεφαλαιουχικές δαπάνες (CapEx) που θα κυμανθούν ανάμεσα στα $5 τρισ. και στα $7 τρισ. μέχρι το 2030 σύμφωνα με την UBS και την Goldman Sachs. Πώς θα χρηματοδοτηθούν αυτές οι «κολοσσιαίες» επενδύσεις; Και το δεύτερο ζήτημα αφορά τις αποδόσεις των επενδύσεων, με τους επενδυτές να ανησυχούν για το ύψος των εσόδων που θα ακολουθήσουν τις επενδύσεις. Διότι αν για παράδειγμα μια εταιρεία ξοδεύει $50 δισ. το χρόνο για AI και τα έσοδα από την ΑΙ αυξάνονται μόνο κατά $5 δισ., τότε είναι λογικό να υπάρχει ανησυχία για τη μελλοντική κερδοφορία.
Βέβαια, οι διοικήσεις της Microsoft και της Meta, έχουν δηλώσει επανειλημμένα ότι «το ρίσκο της υπέρ-επένδυσης» στην Τεχνητή Νοημοσύνη είναι πολύ μικρότερο από «το ρίσκο της υπό-επένδυσης». Διότι αν κάποιος σταματήσει να ξοδεύει και να επενδύει, κινδυνεύει να μείνει πίσω στην κούρσα της ΑΙ, η οποία θεωρείται η μεγαλύτερη τεχνολογική ευκαιρία της ιστορίας. Μιλάμε λοιπόν για να αέναο κυνήγι μελλοντικής κερδοφορίας, ή για τον σκύλο που απλά κυνηγάει την ουρά του;
