Στην Άγκυρα, στις 11 Φεβρουαρίου, θα πραγματοποιηθεί το έκτο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, με τα φώτα να στρέφονται στο τετ α τετ του Κυριάκου Μητσοτάκης με τον Ταγίπ Ερντογάν. Λίγες ημέρες πριν η ελληνική αντιπροσωπεία μεταβεί στην τουρκική πρωτεύουσα, η Αθήνα διαμηνύει ότι προσέρχεται στο τραπέζι «με πίστη και αυτοπεποίθηση στον διάλογο», όπως τόνισε ο Παύλος Μαρινάκης, σημειώνοντας, όμως, «πάντοτε λαμβάνοντας υπόψη το Διεθνές Δίκαιο και χωρίς καμία απολύτως διάθεση υποχώρησης».
Επαναλαμβάνοντας ότι με την Τουρκία υπάρχει μια και μόνη διαφορά, ο καθορισμός ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας και επισημαίνοντας για μια ακόμη φορά ότι «ουδέποτε θα βάλουμε στο τραπέζι ζητήματα κυριαρχίας και κόκκινων γραμμών», όπως είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, η ελληνική κυβέρνηση προσέρχεται στο Ανώτατο Συμβούλιο με στόχο τη διατήρηση και ενίσχυση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και την εδραίωση μιας λειτουργικής σχέσης με την Τουρκία. Καταλυτικός παράγοντας, η διεθνής συγκυρία, που όπως υπογραμμίζουν κυβερνητικές πηγές, είναι «γεμάτη αβεβαιότητα και αστάθεια». Σε αυτές τις συνθήκες ο πρωθυπουργός μεταβαίνει στην Άγκυρα, με τον πήχη των προσδοκιών να παραμένει χαμηλά.
Από την κυβέρνηση υπογραμμίζουν ότι παρόλο που δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή σύγκλιση για την εκκίνηση της συζήτηση για τη διευθέτηση της μοναδικής διαφοράς που αναγνωρίζεται με τη γείτονα και που μπορεί να αχθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοσίας, δηλαδή της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η Αθήνα προσβλέπει σε μια εποικοδομητική συζήτηση και στη διατήρηση του κλίματος ηρεμίας στις διμερείς σχέσεις.
Υπενθυμίζουν, μάλιστα, ότι το κλίμα αυτό έχει οδηγήσει σε σημαντικά κεκτημένα τα τελευταία δυόμισυ χρόνια, όπως τη μείωση της παραβατικότητας στον αέρα, την καλύτερη συνεργασία με την Τουρκία στο Μεταναστευτικό και κατά συνέπεια τη συνολική μείωση των ροών, τη διευκόλυνση της χορήγησης βίζας σύντομης διάρκειας για τους Τούρκους πολίτες και τις οικογένειές τους σε 12 νησιά του Αιγαίου και την εμβάθυνση του διμερούς εμπορίου.
Κυριάκος Μητσοτάκης και Ρετζέπ Ταγίπ Εντογάν προετοιμάζονται για την πρώτη τους συνάντηση μετά από σχεδόν ενάμιση χρόνο. Τελευταία φορά, ο Έλληνας πρωθυπουργός και ο Τούρκος πρόεδρος βρέθηκαν τετ α τετ, τον Σεπτέμβριο του 2024, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη. Για την ελληνική κυβέρνηση, ακόμη κι αν δεν υπάρξουν μεγάλα βήματα, η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας χαρακτηρίζεται σημαντική, καθώς οι δύο ηγέτες αναμένεται να υπογραμμίσουν την αναγκαιότητα των ανοικτών διαύλων για την αποφυγή κρίσεων και την αποκλιμάκωση εντάσεων. Προς αυτή την κατεύθυνση θεωρείται κομβικό ότι Αθήνα και Άγκυρα συμμερίζονται την άποψη ότι τα ζητήματα που αφορούν τις δύο χώρες θα πρέπει να συζητούνται σε διμερές επίπεδο και ότι η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις είναι προς όφελος της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Στην συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά, στις αρχές της εβδομάδας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε προαναγγείλει τη συνάντησή του με τον Τούρκο πρόεδρο πριν τις 15 Φεβρουαρίου, διαμηνύοντας τότε ότι δεν χρειάζονται επιδιαιτητές ή διαμεσολαβητές στα ελληνοτουρκικά, όπως και ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται άδεια από κανέναν για έργα ηλεκτρικής διασύνδεσης ελληνικών νησιών.
Το ακριβές πρόγραμμα των επαφών στην Άγκυρα αναμένεται να ανακοινωθεί από το Υπουργείο Εξωτερικών, ενώ η ατζέντα του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας και οι συμμετέχοντες στην αποστολή θα διαμορφωθούν, όπως επισημαίνουν από την κυβέρνηση, στη βάση της θετικής ατζέντας και του πολιτικού διαλόγου που βρίσκονται σε εξέλιξη μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.
